Σκέψεις του σπουδαίου σκηνοθέτη και δασκάλου για το ντοκιμαντέρ – «ανατόμο» του φασισμού

 

Η προβολή του αριστουργηματικού ντοκιμαντέρ του μεγάλου Σοβιετικού σκηνοθέτη, θεωρητικού και δασκάλου του σινεμά, Μιχαήλ Ρομμ «Ο αληθινός φασισμός» (σ.σ. «Συνηθισμένος φασισμός» ο πρωτότυπος τίτλος), στον κινηματογράφο «Τριανόν» στην Αθήνα (σε διανομή «New Star»), αποτελεί έναν πολύ καλό, αλλά και χρήσιμο τρόπο να τιμήσει ένας σκεπτόμενος άνθρωπος τη Μέρα της Αντιφασιστικής Νίκης που γιορτάσαμε στις 9 Μάη.

Η ταινία βασίζεται σε αρχειακό υλικό από απόρρητα αρχεία των ναζί, του υπουργείου προπαγάνδας τους, ακόμη και ερασιτεχνικές λήψεις των Ες Ες. Δεν πρόκειται όμως μόνο για το αποτέλεσμα ενός, έστω εκπληκτικού, μοντάζ. Πρόκειται για μια αποδόμηση και «ανατομία» του φασισμού, πρωτοποριακή σε πολλά σημεία της ακόμη και σήμερα. Και παραμένει ίσως πιο επίκαιρη σήμερα από το 1965, οπότε προβλήθηκε για πρώτη φορά αφού τις τελευταίες δύο δεκαετίες από την επικράτηση της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες της Ευρώπης, η αστική τάξη έχει εξαπολύσει μία ολοκληρωτική επίθεση στην Iστορία. Οχι μόνο μέσω της διαστρέβλωσης, αλλά και του πλήρους ξαναγραψίματος, με στόχο να ξεριζώσει από τη μνήμη των λαών την αλήθεια για το ποιος ήταν ο στόχος του ναζισμού και ποιος ήταν ο νεκροθάφτης του: Η ΕΣΣΔ, δηλαδή το πρώτο προλεταριακό κράτος στον κόσμο.
 

Επίθεση που έχει σαν στόχο τη σημερινή νεολαία και τη χειραγώγηση της συνείδησης της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων και που συμπληρώνεται με την αντικομμουνιστική υστερία των πολιτικών επιτελείων του κεφαλαίου όπως η ΕΕ. Υστερία που εντείνεται ευθέως ανάλογα με την ένταση και το βάθεμα της οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού.

Με αφορμή όλα τα παραπάνω, αλλά και τη συμπλήρωση, φέτος, 110 χρόνων από τη γέννηση του σπουδαίου αυτού δημιουργού (1901 – 1971), ο «Ρ» επιλέγει και δημοσιεύει σήμερα μικρά αποσπάσματα από το πολυσέλιδο – σχεδόν δοκιμιακό – άρθρο του Ρομμ για την ταινία, στο οποίο ξετυλίγει και τις απόψεις του για τον κινηματογράφο, την ιστορία και τη μνήμη.

«Σχολείο αλήθειας»

«Στην ανάπαυλα μεταξύ των γυρισμάτων δύο ταινιών μυθοπλασίας, αποφάσισα να κάνω ένα ντοκιμαντέρ. Νόμιζα ότι ήταν εύκολο. Δεν είναι σπάνιο, ένας σκηνοθέτης ταινιών μυθοπλασίας να καταπιάνεται με τη δημιουργία ταινιών τεκμηρίωσης. Μπορώ να αναφερθώ στο έργο των Α. Ντοβζένκο, Σ. Γκερασίμοβ, Γ. Ράιζμαν, Σ. Γιουτκέβιτς, στην προσωπική μου πείρα. Η δουλειά πάνω σε ένα ντοκιμαντέρ αποτελεί σχολείο αλήθειας και γι’ αυτό όσοι αφιερώθηκαν στον κινηματογράφο μυθοπλασίας, κατά καιρούς έλκονται στην ακρίβεια της περιγραφής, στην τεκμηρίωση. Πάντως, δεν είχα καμία επιθυμία να «απατήσω» τον κινηματογράφο μυθοπλασίας, στον οποίο αφιέρωσα τριάντα χρόνια ζωής. Το ζήτημα ήταν άλλο: Μου προκάλεσε ενδιαφέρον το υλικό και η σημασία του θέματος. Επαναλαμβάνω, νόμιζα ότι το να το κάνω δεν θα είναι δύσκολο: Δεν χρειάζονται γυρίσματα και το πιο δύσκολο, το οποίο υπάρχει στον κινηματογράφο μυθοπλασίας – η μακρά και επιμελής προετοιμασία των γυρισμάτων και τα ίδια τα γυρίσματα – εδώ δεν χρειάζονταν. Αντίθετα, σκεφτόμουν, εδώ υπάρχει μία ανεξάντλητη ποσότητα έτοιμου υλικού. Κάτσε και μόνταρε. Αλλά έκανα λάθος. Αποδείχθηκε ότι το πρόβλημα που βρισκόταν μπροστά μου ήταν απίστευτα δύσκολο.

Σκηνές από την ταινία «Ο αληθινός φασισμός»

Γιατί όμως, παρ’ όλ’ αυτά, ξεκίνησα αυτή τη δουλειά;

Κάπως βρέθηκε σε μια παρέα σχετικά νέων ανθρώπων. Ο μεγαλύτερος ήταν 31 ετών και ο μικρότερος είκοσι τρία. Η κουβέντα έφτασε στο φασισμό επειδή στην τηλεόραση έδειχνε διεθνή χρονικά και μεταξύ άλλων μερικά πλάνα με σύγχρονους φασίστες, ή στην Αργεντινή, ή κάποιους Δυτικογερμανούς ρεβανσιστές, ακριβώς τώρα δεν θυμάμαι. Και φάνηκε ότι η νεολαία που γεννήθηκε ακριβώς στον πόλεμο ή λίγο πριν την έναρξή του, δεν έχει ιδέα για το τι είναι φασισμός στην ίδια του την ουσία. Ο πόλεμος γι’ αυτούς ήταν μια μακρινή ανάμνηση της παιδικής ηλικίας, το παρελθόν των πατέρων τους, ο πόλεμος πήγε κάπου πολύ μακριά. Φυσικά, πολλά άκουσαν και διάβασαν για το φασισμό, αλλά δεν πίστευαν μέχρι τέλος όλα όσα άκουγαν και διάβαζαν. Και τους έκανε εντύπωση η ανησυχία μου, το πάθος, με το οποίο μιλούσα για το φασισμό. Εκείνοι δεν απέδιδαν μεγάλη σημασία στο φασισμό, ή, πιο ορθά, τον θεωρούσαν νεκρό και μερικοί μάλιστα έτειναν να υποθέσουν ότι στη συζήτηση για το φασισμό υπήρχαν υπερβολές.

Περίπου την ίδια περίοδο, η Μ. Τουρόβσκαγια και ο Γ. Χανιούτιν (σ.σ. οι σεναριογράφοι της ταινίας) πρότειναν στην ομάδα μας στη «Μόσφιλμ» (σ.σ. τα μεγαλύτερα και ιστορικότερα κινηματογραφικά στούντια της ΕΣΣΔ) να κάνουμε ένα ντοκιμαντέρ για το γερμανικό φασισμό, να δείξουμε την ιστορία του και να δημιουργήσουμε ένα είδος ταινία – περισυλλογή, ταινία – συζήτηση με τον θεατή με τη βοήθεια κινηματογραφικών ντοκουμέντων, παλιών ταινιών, μυθοπλασίας και μη, συζήτησης πάνω στο πώς και γιατί στα μέσα του 20ού αιώνα εμφανίστηκε αυτό το τερατούργημα, το κτηνωδέστερο και αισχρότερο φαινόμενο, με ποιους τρόπους ο φασισμός διέφθειρε τις ανθρώπινες ψυχές, πού βρίσκονται οι ρίζες του, γιατί αυτό το φαινόμενο επιβιώνει μέχρι σήμερα όπως ζουν στο ανθρώπινο σώμα οι μεταστάσεις του καρκίνου, αν εγκαίρως δεν καταστραφεί ο κακοήθης όγκος. Θυμήθηκα δεκάδες ταινίες που είχα δει, θυμήθηκα τα γερμανικά χρονικά της περιόδου του πολέμου και ξεκινήσαμε να δουλεύουμε (…)

Τα σακιά με τον Χίτλερ
Ο Μιχαήλ Ρομμ

(…) Το Μάη του ’45, όταν τα σοβιετικά στρατεύματα βρίσκονταν στο Βερολίνο, κάποιος δικός μας ανθυπολοχαγός, μπορεί και λοχαγός, περνούσε από ένα βομβαρδισμένο κτίριο κάποιας από τις καγκελαρίες του τρίτου ράιχ. Τα πατώματα ήταν διάτρητα και από κάπου από τα υπόγεια έβγαινε καπνός. Ο αξιωματικός αποφάσισε να ελέγξει από πού έβγαινε ο καπνός, τι καίγεται.

Τελικά ήταν στρατιώτες (σ.σ. του Κόκκινου Στρατού) που είχαν ανάψει φωτιά στο υπόγειο. Κάποιοι από αυτούς ξήλωναν τοποθετημένα κατά μήκος του τοίχου μεγάλα δερμάτινα σακιά και έριχναν στο τσιμεντένιο πάτωμα στοίβες από φακέλους και άλμπουμ. Αλλοι έριχναν αυτούς τους φακέλους και τα άλμπουμ στη φωτιά. Επρόκειτο για αμέτρητες βιογραφίες (σ.σ. εδώ εννοούνται φωτογραφίες) του Χίτλερ, προσεκτικά σημειωμένες, όλες ίδιου μεγέθους: Ο Χίτλερ νεαρός και ο Χίτλερ ήδη όχι και τόσο νεαρός, ο Χίτλερ με σακάκι και ο Χίτλερ με στολή, ο Χίτλερ σε διπλωματική συνάντηση και ο Χίτλερ στο αρχηγείο, ο Χίτλερ με την Εύα Μπράουν και ο Χίτλερ με το αγαπημένο του σκυλάκι, εν ολίγοις ο Χίτλερ σε όλες τις εκδοχές, σε όλες τις εποχές και σε όλες τις συνθήκες. Οι φωτογραφίες κουβαριάζονταν και καίγονταν.

Ο αξιωματικός απαγόρευσε στους στρατιώτες να κάψουν τον Χίτλερ, γεγονός που τους στενοχώρησε, αντίθετα κατάσχεσε τρία τσουβάλια από τα μεγαλύτερα και διέταξε να τα μεταφέρουν στη Μόσχα αεροπορικώς. Τα υπόλοιπα τσουβάλια, εννοείται, χάθηκαν: Οι μέρες ήταν καυτές, οι υποχρεώσεις περίσσευαν και το να τοποθετήσεις φρουρό για να φυλάει τσουβάλια με τον Χίτλερ ήταν απλά χωρίς νόημα.

Οι πιλότοι εκτέλεσαν την εντολή. Σε ένα από τα μοσχοβίτικα αεροδρόμια έφτασε το αεροπλάνο με το σημαντικό φορτίο. Το άνοιξαν και βρήκαν στις φωτογραφίες του Χίτλερ. Υποθέτω ότι η διοίκηση του αεροδρομίου δεν ενθουσιάστηκε: Κανείς στη Μόσχα δεν ήθελε να έχει καμία δουλειά με τον Χίτλερ ή με τις φωτογραφίες του. Ούτε να ακούσουν δεν ήθελαν! Τελικά ο πιλότος, ένας, όπως φαίνεται, ευσυνείδητος νεαρός, φόρτωσε ένα από τα τσουβάλια στην πλάτη και τα κουβάλησε μόνος του στην πόλη. Πέρασε από κάμποσες υπηρεσίες, αλλά όλες κατηγορηματικά αρνούνταν να πάρουν τον Χίτλερ υπό τη φύλαξή τους. Τελικά, προς το τέλος της εργάσιμης μέρας, ο πιλότος έφτασε μέχρι τη «Μόσφιλμ» και ικέτευσε: «Πάρτε τον Χίτλερ! Μπορεί σε σας τους κινηματογραφιστές να σας φανεί χρήσιμος. Από το Βερολίνο τον έχω φορτωθεί!».

Προς τιμήν των εργαζομένων της «Μοσφίλμ» πρέπει να πω ότι όχι μόνο πήραν το περιεχόμενο του σάκου, αλλά και το φύλαξαν προσεκτικά. Επιπλέον, πήγαν και στο αεροδρόμιο για τους υπόλοιπους δύο σάκους, αλλά δυστυχώς, είχαν προλάβει να τους κάψουν (…)» (βλ. σημ.).

«Οι θεατές σκέφτονταν»…

«Και μετά, η ταινία ολοκληρώθηκε (…)

Δυο χρόνια δούλευα πάνω σε αυτό το φιλμ. Το έκανα για τον Σοβιετικό θεατή. Αλλά πολύ σημαντικό για μένα ήταν να γνωρίσω, πώς θα υποδεχθούν την ταινία οι Γερμανοί θεατές. Γι’ αυτό και μόλις τέλειωσε η ταινία συμφώνησα να την προβάλω στο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ της Λειψίας. Σε εκείνο το φεστιβάλ παρευρισκόταν και πολυμελής αντιπροσωπεία, 150 άνθρωποι, από τη Δυτική Γερμανία.

Μια δίωρη ταινία που διηγείται την εποχή του ναζισμού στη Γερμανία, για πρώτη φορά θα προβαλλόταν σε γερμανικό κοινό. Εννοείται ότι ανησυχούσα πολύ.

(…)

Βιαστικά με πήγαν στο πλαϊνό θεωρείο και περίμεναν, όπως πάντα, πότε θα αρχίσουν να πέφτουν οι τίτλοι τέλους, οι άνθρωποι να αρχίσουν να σηκώνονται, να φεύγουν ή να χειροκροτούν. Αλλά στην αίθουσα υπήρχε απόλυτη σιωπή. Χιλιάδες άνθρωποι κάθονταν στις θέσεις… και σώπαιναν. Δεν καταλάβαινα τι σημαίνει αυτή η σιωπή.

Ηταν η πρώτη μαζική προβολή της ταινίας στο εξωτερικό. Τέλειωσαν οι τίτλοι και ο μεταφραστής ανακοίνωσε το τέλος της ταινίας: «Σλους». Αργά άναψε το φως, έκλεισε η αυλαία. Χιλιάδες άνθρωποι σώπαιναν. Στεκόμουν στο θεωρείο και προσπαθούσα να καταλάβω τι συμβαίνει. Και συνέβη αυτό το οποίο τόσο πολύ ήθελα να καταφέρω: Οι άνθρωποι σκέφτονταν. Σκέφτονταν ακόμη και επί ένα λεπτό μετά που άναψαν τα φώτα. Αλλά για έναν σκηνοθέτη ταινιών αυτό το λεπτό φαντάζει χρόνος.

Μετά ξεκίνησαν τα πρώτα άτολμα χειροκροτήματα και μετά κάποιος με αναγνώρισε. Ολη η αίθουσα σηκώθηκε και άρχισε να με επευφημεί.

Είναι δύσκολο να μεταφέρω, τι συναισθήματα δοκιμάζει ένας Σοβιετικός σκηνοθέτης – εκπρόσωπος της χώρας που υπέφερε τόσα από το φασισμό – όταν τον χειροκροτούν χιλιάδες Γερμανοί θεατές.

Δεν είμαι τραγουδιστής, ούτε ηθοποιός, ούτε καν θεατρικός σκηνοθέτης και δεν ξέρω πώς να χαιρετήσω. Η επευφημία τράβηξε τόσο σε μάκρος που στο τέλος έπιασα τον εαυτό μου να στέκομαι σε στάση Ινδού γιόγκι, με σταυρωμένες τις παλάμες μπροστά από το πρόσωπο και μην ξέροντας τι γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις.

Την επομένη, μου έγιναν προτάσεις για διανομή της ταινίας στην ΟΔΓ, προτάσεις από εταιρείες διανομής και τηλεοπτικά δίκτυα. Η ΓΛΔ είχε ήδη αποκτήσει την ταινία πριν το φεστιβάλ.

«Εκανα την ταινία για τη νεολαία»

(…) Πολύ με ρωτούν, γιατί ασχολήθηκα με αυτήν την ταινία και γιατί την έκανα με υλικό τεκμηρίωσης και όχι με ηθοποιούς. Την έκανα με ντοκουμέντα, ώστε να μην μπορεί κανείς να με κατηγορήσει για επινόηση. Τα ντοκουμέντα ενίοτε κραυγάζουν δυνατότερα από τον καλύτερο ηθοποιό.

Το ντοκουμέντο είναι αλήθεια. Σε αυτά τα πράγματα πρέπει να διηγείσαι την αλήθεια. Καμιά φαντασία δεν μπορεί να συγκριθεί, κατά τη γνώμη μου, με τις φωτογραφίες. Μπορεί να έχω άδικο, αλλά αυτό αποφάσισα.

Και ξεκίνησα να κάνω αυτήν την ταινία γιατί δεν είναι ιστορία. Επιβιώνει και σήμερα.

Σε μια από τις πρώτες προβολές της ταινίας στη Μόσχα, μια ηλικιωμένη γυναίκα αναγνώρισε στην οθόνη τον άντρα της, την τύχη του οποίου αγνοούσε. Στη διάρκεια του πολέμου, της ανακοινώθηκε ο θάνατός του. Και να που τον αναγνώρισε μεταξύ των θυμάτων των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Το ίδιο συνέβη και στη Γερμανία. Κατά τη διάρκεια της προβολής, μια γυναίκα αναγνώρισε τον άντρα της. Μέσα στις φωτογραφίες των παρανόμων, των αντιφασιστών που σκοτώθηκαν τα χρόνια του τρίτου ράιχ.

(…)

Εκανα αυτήν την ταινία για τη σοβιετική νεολαία. Παρατήρησα ότι η νεολαία, που μεγαλώνει μετά τον πόλεμο, δεν μπορεί να φανταστεί τι σημαίνει πόλεμος και τι σημαίνει φασισμός. Δεν τα γνωρίζει καλά, ενίοτε και δεν θέλει να τα ξέρει. Εκανα αυτήν την ταινία γι’ αυτήν.

Σε μας συνηθίζεται να γράφουμε γράμματα στους σκηνοθέτες και τους ηθοποιούς. Συνήθως, μετά από μια ταινία, λαμβάνω εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες γράμματα. Ετσι, για τον «Αληθινό Φασισμό» το πρώτο γράμμα που έλαβα από θεατή ήταν αυτό ενός κοριτσιού, μαθήτριας της 10ης τάξης. Αυτό το 16χρονο κορίτσι γράφει:

«Είναι δύσκολο να πω αν αυτή η ταινία μου άρεσε ή δεν μου άρεσε. Μου φαίνεται, ότι μέσα σε αυτές τις δύο ώρες μεγάλωσα. Συνήθως διηγούμαι τις ταινίας που έχω δει στους δικούς μου ή στις φίλες μου, αλλά αυτή τη φορά δεν μπόρεσα να διηγηθώ τίποτα. Σκεφτόμουν όλη μέρα, σκεφτόμουν ακόμη και τη νύχτα. Νομίζω ότι θα θυμάμαι αυτή την ταινία σε όλη μου τη ζωή». (…)».

Σημ.: Το ενδιαφέρον στο περιστατικό αυτό έγκειται και στο γεγονός ότι οι τρεις αυτοί σάκοι περιείχαν φωτογραφίες του προσωπικού φωτογράφου του Χίτλερ, του Χάινριχ Χόφμαν, για τον οποίο ο Ρομμ γράφει εντελώς υποτιμητικά και με ειρωνική διάθεση. Μεταξύ άλλων, σημειώνει ότι επρόκειτο για έναν ναζιστή φωτογράφο που έβγαζε χρήματα με φωτογραφίες πορνογραφικού περιεχομένου και έγινε ο προσωπικός φωτογράφος του Χίτλερ γνωρίζοντάς του ένα από τα «μοντέλα» του, την Εύα Μπράουν.

Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑΣ
(Ολόκληρο το άρθρο στη ρωσική γλώσσα βρίσκεται στο: http://scepsis.ru/library/id_1174.htm

Advertisements