Τέχνη και Παρισινή Κομμούνα
Βίκτωρ Ουγκώ
Στο σύντομο χρονικό διάστημα των 72 ημερών ύπαρξης της Κομμούνας, οι κομμουνάροι συνειδητοποίησαν ακόμα και σ’ αυτά τα πρώτα βήματα ότι δεν μπορεί να έρθει το καινούριο, χωρίς οι επιστήμες, οι τέχνες και η λογοτεχνία να συνδεθούν με το λαό, εκφράζοντάς τον, χωρίς να εξυπηρετούν τις ιστορικές και κοινωνικές του ανάγκες, τους πραγματικούς στόχους του. Κατανοούσαν την επίδραση που έχει το πολιτιστικό εποικοδόμημα στη συνείδηση του ανθρώπου αλλά και τις δυνατότητες που ανοίγονται με τη λειτουργία αυτού του εποικοδομήματος προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων. Και μπορεί το διάστημα αυτό να μην ήταν αρκετό, για να εκφραστεί ολόκληρος ο πολιτισμός της, καθώς και τα περιθώρια να δοθεί ένα αποφασιστικό χτύπημα σε παραδοσιακές ξεπερασμένες αντιλήψεις για το ρόλο της τέχνης στην κοινωνία, ωστόσο το διάστημα αυτό ήταν αρκετό για να αρχίσει να αναδύεται η νέα αντίληψη για την τέχνη και αυτή η νέα αντίληψη πρακτικά εκφράστηκε με ειδικά άρθρα του Διατάγματος, με τη δημιουργία θεσμών και τη λήψη πρωτοβουλιών. Η Κομμούνα:
  • Παρέδωσε στην Ενωση ζωγράφων, γλυπτών, αρχιτεκτόνων και άλλων εικαστικών καλλιτεχνών τον τεράστιο πλούτο των μουσείων και των γκαλερί του Παρισιού. Στη Διοίκηση της Ενωσης εκλέχτηκαν 47 άτομα, μεταξύ των οποίων οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες της Γαλλίας, όπως ο Κουρμπέ, που ήταν και ο αντιπρόσωπός της, οι Κιρό, Ντομιέ, Μανέ, Μιλέ, Νταλ, Μπαλί (γιος), ο Ευγένιος Ποτιέ και άλλοι.
  • Κατάργησε την ανισοτιμία των κρατικών επιχορηγήσεων στα θέατρα και την εκμετάλλευση μέχρι εξευτελισμού των ηθοποιών από τους ιδιοκτήτες και τους διευθυντές, επιβάλλοντας διά νόμου το σύστημα των «ίσων δυνατοτήτων» για όλους, με λαϊκό έλεγχο.
  • Απελευθέρωσε από την οικονομική και κυβερνητική επιβολή του γούστου και των ενδιαφερόντων των κυρίαρχων τάξεων τους μουσικούς και τα τραγούδια τους, με αποτέλεσμα αυτοί να ξεχυθούν στους δρόμους, στις πλατείες, στις λέσχες και στα οδοφράγματα, ακόμα και σε κάποιες εκκλησίες, βάζοντας ωράριο εναλλακτικής λειτουργίας τους.
  • Ταυτόχρονα ίδρυσε δεκάδες επαναστατικές λέσχες, σαν Λαϊκά Πανεπιστήμια, σ’ όλο το Παρίσι, ακόμα και μέσα στις εκκλησίες. Το περιβάλλον τους διαμορφώνεται λαμπρό, διακοσμητικό, κόντρα στο καταθλιπτικό και αυστηρό κλίμα των κρατικών ιδρυμάτων. Το κόκκινο χρώμα επικρατεί παντού, αντιπροσωπεύοντας την αισθητική έννοια της ομορφιάς της Κομμούνας.
Γκιστάβ Κουρμπέ

Ολα αυτά, έστω κι αν «χάθηκαν» στη ματωμένη βδομάδα, μας άφησαν κληρονομιά, κάτω από ποιες συνθήκες μπορεί η τέχνηνα αποδοθεί εξ ολοκλήρου στον αληθινό δημιουργό της, το λαό, σπάζοντας όλα τα φράγματα που την κρατάνε μακριά του.Είναι όμως πολύτιμα και γιατί απέδειξαν ότι ο καλλιτέχνης γνωρίζει την αληθινή καταξίωση όταν συμμετέχει ολόπλευρα στο ιστορικό γίγνεσθαι, παίρνοντας ενεργό μέρος στο μετασχηματισμό της κοινωνίας, και μέσω του έργου του, και μέσω της συμμετοχής του σε επαναστατικούς θεσμούς και μέσα από τα οδοφράγματα, δίπλα στον αγωνιζόμενο λαό.

Ωστόσο, πέρα από την ανάδειξη αυτής της ριζοσπαστικής στάσης που κράτησε η Κομμούνα απέναντι στην Τέχνη και του ρόλου που έπαιξαν οι επαναστάτες καλλιτέχνες σ’ αυτήν, αναδεικνύεται και η ανάγκη να δοθεί απάντηση στην εκστρατεία αποσιώπησης, διαστρέβλωσης και αλλοτρίωσης του ρόλου που έπαιξαν γνωστές προσωπικότητες του πνεύματος και της τέχνης στα γεγονότα της Κομμούνας. Ρόλου που αντιμετωπίστηκε από πολλούς ιστορικούς σαν μαύρη κηλίδα στην προσωπική τους ιστορία.

Ετσι, τον Αρθούρο Ρεμπό τον παρουσιάζουν σαν τον «ρομαντικό και καταραμένο» ποιητή, το «παρακμιακό» ίνδαλμα της νεολαίας που οφείλει τη γοητεία του στο μελαγχολικό των στίχων του και στην αινιγματική και τρικυμιώδη ζωή του.

Ο Πολ Βερλέν, ποιητής και μέντορας του Ρεμπό, που παίρνει και αυτός τη θέση του ανάμεσα στους «καταραμένους ποιητές», είναι ο κυκλοθυμικός, όλο συναισθηματικές εξάρσεις ποιητής που καταστράφηκε από έναν ανέλπιδο έρωτά του.

Οσο για την ιστορική αλήθεια, φαίνεται ότι γεγονότα που φωτίζουν βασικές πτυχές της ζωής και του έργου καλλιτεχνών αλλά και της ίδιας της πάλης των τάξεων παραλείπονται ή διαστρεβλώνονται, ώστε αφ’ ενός η προσωπικότητα να «εξωραΐζεται» και να μην προκαλεί επικίνδυνους ιδεολογικούς τριγμούς για την αστική τάξη και αφ’ ετέρου η εργατική τάξη να παρουσιάζεται ότι δε μετέχει στην πολιτιστική ανάπτυξη της ανθρωπότητας.

Αρτούρος Ρεμπώ

IV class=»dropcap»>Ο αριθμός των ποιητών, ζωγράφων, δασκάλων και επιστημόνων που συμμετείχαν ενεργά στη ζωή και στον αγώνα της Παρισινής Κομμούνας τόσο με το ίδιο το έργο τους, όσο και με την προσωπική τους ένταξη στον αγώνα, είτε αυθόρμητα, ή συνειδητά, είναι πολύ μεγάλος, και θα ‘πρεπε να αφιερωθεί πολύς χρόνος, μελέτη και χώρος για να αποτυπωθεί σωστά και σε όλη του την έκταση αυτό το φαινόμενο. Θεωρούμε ότι χρειάζεται μια εκτενής, πλήρης και τεκμηριωμένη εργασία, για να γίνει η ιδεολογική, πολιτική και καλλιτεχνική εκτίμηση και να βγουν τα συμπεράσματα για τον διακριτό, ιδιαίτερο και αναντικατάστατο ρόλο της επιστήμης, της τέχνης και της λογοτεχνίας πριν, κατά και μετά την Κομμούνα, αλλά και γενικότερα σε όλες τις φάσεις των εξελίξεων.

Παραθέτουμε ενδεικτικά παραδείγματα που θεωρούμε ως τα πιο αντιπροσωπευτικά του χαρακτήρα και της ουσίας της όλης κατάστασης. Παραδείγματα όχι μόνο από το στρατόπεδο των «στρατευμένων» στην Κομμούνα καλλιτεχνών, αλλά και από εκείνους που κράτησαν μια αμφιλεγόμενη στάση απέναντί της, όπως και από αυτούς που υπήρξαν τελείως εχθρικοί και λειτούργησαν ως όχημα για την προπαγάνδα δυσφήμισης της Κομμούνας και των κομμουνάρων, κατά τη διάρκεια και μετά την κατάληψη του Παρισιού.

Ευγένιος Ποτιέ (1816-1887)

Εργάτης, αγωνιστής και τροβαδούρος των δίκιων της εργατικής τάξης, της τάξης του, της οποίας βίωσε με όλο του το είναι τις νίκες και τις ήττες.

Απ’ το Φλεβάρη του ’48 πολεμάει μαζί με το παριζιάνικο προλεταριάτο για τη δημοκρατία μέχρι την ανατροπή της αυτοκρατορίας, οπότε ολοκληρώνεται η ταξική του συνείδηση και εντάσσεται στη «Διεθνή κοινωνία των εργατών». Η υπεράσπιση της πατρίδας είναι δεμένη με τη διεθνιστική εργατική αλληλεγγύη. Εκλέγεται βουλευτής στο συμβούλιο της Κομμούνας στο 2ο Διαμέρισμα του Παρισιού.

«Η πλύστρα», έργο του Ντωμιέ

Παρ’ όλ’ αυτά, κυρίως ασχολείται πρακτικά στα οδοφράγματα.

Μετά την ήττα του ’71 μετουσιώνει καλλιτεχνικά την καταστροφή σε δυνατή και επιβλητική ποίηση, εκφράζοντας το στόχο και τη δράση της Κομμούνας, καλεί στον αγώνα για το ταξικό όραμα, «μιλώντας» απλά, καθαρά, στην καρδιά και στο νου του λαού, παρακινώντας για την ιστορική ανάγκη μιας κομμουνιστικής κοινωνίας.

Θα ήταν δίκαιο λοιπόν να πούμε ότι ήταν ίσως ο πρώτος λαμπρός ποιητής του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, από τη ζωή, τη σκέψη και το καλλιτεχνικό του έργο. Εγραψε τη «Διεθνή» τις πρώτες μέρες της «Ματωμένης εβδομάδας».

Και μετά τη μελοποίησή της από τον εργάτη Πιερ Ντεζεντιέρ, εμπνέει τους αγώνες εκατομμυρίων εργατών και μένει κειμήλιο αγώνα μέχρι σήμερα.

Επιστρέφει από την εξορία 64 ετών, μισοπαράλυτος και φτωχός, μα πλούσιος από επαναστατικό-καλλιτεχνικό ταλέντο, που το αφιερώνει στους αγώνες, στο ηθικό και στη δικαίωση των οραμάτων της τάξης του. Πεθαίνει μέσα στην αγάπη του λαού, σ’ αναγνώριση της στάσης του.

Γκιστάβ Κουρμπέ (1819-1877)

Ο Κουρμπέ υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους ρεαλιστές ζωγράφους του 19ου αιώνα. Αν και ο μεγαλύτερος όγκος των έργων του ήταν τοπιογραφίες, ωστόσο έδωσε το στίγμα του κυρίως με τις μνημειακές αναπαραστάσεις της αγροτικής ζωής. Τα έργα αυτά, σε μια περίοδο που οι φόβοι για εξέγερση του αγροτικού πληθυσμού διέτρεχαν το συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας, αντιμετωπίστηκαν σαν κίνδυνος που έπρεπε να εξαλειφθεί, καθώς για πρώτη φορά πίνακες μνημειώδους κλίμακας σε μέγεθος και σοβαρότητα απεικόνιζαν με ρεαλισμό, χωρίς εξιδανίκευση, ανθρώπους της υπαίθρου και συμβολικά ύψωναν αυτές τις παραστάσεις στα κανονικά μεγέθη της ιστορικής ζωγραφικής.

Πώλ Βερλαίν

Στα 1855 ίδρυσε το δικό του «Οίκο του Ρεαλισμού» εκφράζοντας την πίστη του ότι η ελεγχόμενη από τους ακαδημαϊκούς κύκλους αίθουσα του «Σαλονιού» δε θα έπρεπε να είναι η μόνη δίοδος για να συναντηθεί το έργο ενός καλλιτέχνη με το κοινό.

Η ριζοσπαστικότητα του Κουρμπέ εκφραζόταν όχι μόνο στο πεδίο της τέχνης αλλά και στο πεδίο της πολιτικής. Πήρε επίσημη έκφραση το 1870 όταν εκλέχτηκε αντιπρόσωπος του 6ου Διαμερίσματος του Παρισιού, και αργότερα, όταν με την εξέγερση του λαού της πόλης ανακηρύχτηκε μέλος της επιτροπής της Κομμούνας.

Κατά τη διάρκεια της διοίκησης της Κομμούνας ήταν δραστήριος στο πεδίο των μεταρρυθμίσεων στο καλλιτεχνικό εκπαιδευτικό σύστημα και στην ανάθεση των παραγγελιών από μέρους του δημοσίου. Πρωτοστάτησε στην κατεδάφιση της στήλης Βαντόμ, που θεωρούνταν σύμβολο του μιλιταρισμού. Τόσο για τη συμμετοχή του στην Κομμούνα, αλλά και για την κατεδάφιση του μνημείου Βαντόμ, υπέστη κράτηση, ανακρίσεις, δίκη και ποινή φυλάκισης που μετριάστηκε μόνο μετά από μια περίοδο διαμονής με φύλαξη σε μια κλινική. Ωστόσο, δεχόταν κυβερνητική πίεση να πληρώσει το υπέρογκο ποσό της αποκατάστασης της στήλης Βαντόμ, πράγμα που αν δεν έκανε θα ξαναφυλακιζόταν. Αυτό τον εξανάγκασε σε εξορία στην Ελβετία, όπου και πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα. Μόλις ένα μήνα πριν το θάνατό του πληροφορήθηκε ότι το καθεστώς κατέσχεσε έργα του από το εργαστήριό του στο Παρίσι.

Πολ Βερλέν

Ο Βερλέν ήταν από τους ποιητές εκείνους που οι στιλιστικές του καινοτομίες έδωσαν μια νέα μουσικότητα στη γαλλική ποίηση και έθεσαν τα θεμέλια για τον ελεύθερο στίχο και άλλες πειραματικές ποιητικές τεχνικές του 20ού αιώνα.

Θεόφιλος Γκωτιέ

Ωστόσο, είναι αδύνατο να τον κατανοήσουμε βαθιά αν προσπεράσουμε το όραμά του για μια κοινωνία όπου όλοι οι άνθρωποι θα είναι ίσοι κοινωνικά, όραμα που ζωντανεύουν τα πρώτα του κιόλας ποιήματα.

Γύρω στα 1860, πριν από τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο και την Κομμούνα, ο Βερλέν συνεργάζεται με αντιπολιτευτικές εφημερίδες και περιοδικά.

Με μεγάλη χαρά δέχεται την πτώση της δεύτερης αυτοκρατορίας και την ανακήρυξη της Δημοκρατίας το Σεπτέμβρη του 1870 και λίγο αργότερα κατατάσσεται στον 160ό λόχο της Εθνοφυλακής.

Η εξέγερση της Κομμούνας τον βρίσκει σε εμπιστευτική θέση στο Παρισινό Δημαρχείο και όταν ο Θιέρσος καλεί όλους τους υπαλλήλους να παραιτηθούν, για να σαμποτάρουν το έργο των κομμουνάρων, ο Βερλέν παραμένει στο πόστο του και μάλιστα αναλαμβάνει διευθυντικά καθήκοντα στον Τύπο της Κομμούνας.

Αρθούρος Ρεμπό

Λίγο είναι γνωστό ότι ο Ρεμπό εκτός από «καταραμένος» ποιητής υπήρξε και ποιητής της Κομμούνας.

Την εξέγερση του Ρεμπό απέναντι στο καταπιεστικό οικογενειακό περιβάλλον, απέναντι στον υποκριτικό κοινωνικό περίγυρο και τη θρησκεία συνόδευσε η εξέγερσή του ενάντια στις καταπιεστικές, εξευτελιστικές για τον άνθρωπο κοινωνικές δομές, φανερή από γραπτά του των μαθητικών του κιόλας χρόνων. Οι διάφοροι μελετητές του διαφοροποιούνται για το αν τις μέρες της Κομμούνας ο ποιητής βρισκόταν στο Παρίσι. Επικρατεί η άποψη ότι αυτή την περίοδο δε βρισκόταν εκεί.

Υπάρχουν όμως ντοκουμέντα που μαρτυρούν ότι από τις 25 του Φλεβάρη έως τις 10 του Μάρτη, δέκα μέρες δηλαδή πριν από την ανακήρυξη της Κομμούνας, ο Ρεμπό βρίσκεται στο Παρίσι. Οι παραμονές της Παρισινής Κομμούνας τον βρίσκουν περιπλανώμενο στους δρόμους της πόλης, να έχει δραπετεύσει από ένα αποπνικτικό οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο αναζητώντας απεγνωσμένα την ελευθερία του. Αυτές τις μέρες «ρουφάει κυριολεκτικά τις γραμμές των δημοκρατικών εφημερίδων», μα κυρίως γίνεται μάρτυρας συγκλονιστικών ιστορικών γεγονότων, όπως της συναδέλφωσης λαού και Εθνικής Φρουράς στην πλατεία της Βαστίλλης, της υπογραφής της στρατιωτικής συνθηκολόγησης από μέρους της κυβέρνησης και ενός όλο και πιο δυναμικού κύματος διαδηλώσεων.

Οι λόγοι που αφήνει το Παρίσι και επιστρέφει στην πατρίδα του, τη Σαρλεβίλ, δεν είναι γνωστοί, ωστόσο τα γεγονότα που έζησε τις δύο αυτές βδομάδες και που αποτέλεσαν το πρελούδιο της Κομμούνας χαράχτηκαν βαθιά μέσα στον 16χρονο μόλις Ρεμπό και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για τη μετέπειτα ποιητική του δημιουργία. Μέσα από τους στίχους του βγαίνει η κραυγή των εξεγερμένων, η μάχη του δίκιου απέναντι στο άδικο και κάτω από την επίδραση της ήττας της Κομμούνας εφορμά με ένα συνονθύλευμα καταιγιστικών συναισθημάτων μίσους, οργής, περιφρόνησης και από την άλλη θαυμασμού, έκστασης και ελπίδας.

Οργή και περιφρόνηση για τις Βερσαλλίες – θαυμασμός και έκσταση απέναντι στο έργο των κομμουνάρων. Ο Ρεμπό έγινε κοινωνός των ιδανικών της Κομμούνας, ένιωσε τους πόθους των κομμουνάρων να τον διαπερνούν, έζησε την ήττα τους σαν συναγωνιστής. Είχε λοιπόν μια άκρως βιωματική σχέση με τα γεγονότα της Κομμούνας και όταν στους στίχους του χαράσσει τα δικά του συναισθηματικά βιώματα, εμείς διαβάζουμε τον αγώνα, τη συντριβή, τις ελπίδες, όλων των καταπιεσμένων.

Βίκτορ Ουγκό

Συγγραφέας που σημάδεψε την ιστορία της γαλλικής λογοτεχνίας, κοινά αναγνωρισμένος για το ανθρωπιστικό πνεύμα που διέπει όλο του το έργο.

Με αριστοκρατικές καταβολές, δεν υπήρξε κομμουνάρος, αλλά με τη ζωή και το έργο του απέδειξε το μέγεθος του ουμανισμού του και της πολιτικής του γενναιότητας, αναλαμβάνοντας την υπεράσπιση ανθρώπων που δε συμφωνούσε με τις κοινωνικές και πολιτικές τους πεποιθήσεις και ρισκάροντας το να γίνεται και ο ίδιος συχνά στόχος της αντίδρασης.

Μέσα από μια διάθεση ίσων αποστάσεων και κριτικού ρεαλισμού, έκανε σκληρή κριτική στην ανάλγητη εξουσία των Βερσαλλιών, στην προδοτική μπουρζουαζία και στη χρεοκοπημένη μοναρχία και, ταυτόχρονα, χωρίς μίσος και κακή θέληση, αλλά από λάθος κατανόηση της ιστορικής αναγκαιότητας και της σημασίας της Κομμούνας, κατέκρινε τους κομμουνάρους για τη βίαιη πρακτική τους, που όπως πίστευε προερχόταν από την αγραμματοσύνη τους… «Κατ’ αρχάς είμαι υπέρ της Κομμούνας, και κατά της πρακτικής της», είχε πει χαρακτηριστικά.

Δημιούργησε πολλά και μεγάλα έργα, εμπνευσμένα από την Κομμούνα και τη ζωή των κομμουνάρων, έργα γεμάτα αγάπη, περηφάνια, θαυμασμό και σεβασμό γι’ αυτούς.

Μετά από τη «ματωμένη εβδομάδα» αγκαλιάζει μέσα από μια ηθικο-αισθητική άποψη το δράμα και τον ηρωισμό των κομμουνάρων και δε σταματά να αγωνίζεται για την αμνηστία όσων βρίσκονται στην εξορία, στην προσφυγιά και στα κάτεργα.

Θεόφιλος Γκοτιέ

Ποιητής, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας, ένας από τους μεγαλύτερους του 2ου μισού του 19ου αιώνα, ο Θεόφιλος Γκοτιέ, πιο γνωστός από τις φανταστικές του πρόζες, ήταν από εκείνους που βρίσκονταν στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της Κομμούνας, όχι ωστόσο στο πλευρό των κομμουνάρων, κάθε άλλο μάλιστα, βρισκόταν εκεί παρά τη θέλησή του, αφού όταν η εξέγερση ξέσπασε αυτός είχε την «ατυχία» να βρίσκεται στο Παρίσι, οπότε υπέστη καθ’ όλη τη διάρκεια της Κομμούνας έναν «συρφετό από ύαινες και γορίλες», όπως ο ίδιος έλεγε.

Η αλληλογραφία του «εγκλωβισμένου» στο Παρίσι Γκοτιέ είναι αποκαλυπτική των αισθημάτων που έτρεφε για την Κομμούνα και τους κομμουνάρους. Σε ένα γράμμα που απευθύνει στο γιο του αναφέρει: «Οι Βερσαλλίες που τώρα είναι το πραγματικό κέντρο των αποφάσεων, καθώς κατασκευάζεται ένα διαφορετικό στο Παρίσι, όπου οι κύριοι δολοφόνοι βασιλεύουν χωρίς αντίσταση. Θα ενημερώθηκες από τις εφημερίδες για τις λεπτομέρειες αυτής της ανεξήγητης κατάληψης, που ήταν τόσο εύκολο να σταματηθεί όταν ξεκίνησε και στην οποία άφησαν το χρόνο να αναπτυχθεί, να οργανωθεί και να εξαπλωθεί σ’ όλη την πόλη. Το Εθνικό Συμβούλιο χάνει τον καιρό του σε μάταιες συνομιλίες αντί να πάρει δραστικά μέτρα και δε δίνει καμία βοήθεια στην υγιή μερίδα του Παρισιού που τρομοκρατείται από κάποιους κατάδικους».

Δε χρειάζονται περισσότερα για να φανεί ότι ο Γκοτιέ στάθηκε απέναντι στην Κομμούνα σαν ένας σκληροπυρηνικός αστός διανοούμενος, που όχι μόνο δεν κάνει τον κόπο να μπει στη θέση των επαναστατημένων και να κατανοήσει τι τους οδήγησε στην εξέγερση, αλλά αντίθετα βιάζεται να τους κατατάξει στην κατηγορία των κοινών ποινικών εγκληματιών, επιδεικνύοντας περισσότερο ζήλο και από αυτές ακόμη τις Βερσαλλίες.

Δυστυχώς, δεν ήταν λίγες οι «λαμπρές προσωπικότητες», όπως ο Θεόφιλος Γκοτιέ, του γαλλικού αλλά και του παγκόσμιου καλλιτεχνικού στερεώματος, που μόλις κατάλαβαν τον κίνδυνο που διέτρεχε το αστικό καθεστώς έλαμψε η πικρόχολη ταξική ιδεολογική τους στενότητα και καταφέρθηκαν ενάντια στην Κομμούνα με τα λόγια και τα έργα τους. Ανάμεσά τους οι Φλομπέρ, Αλφόνς, Αλέξανδρος Ντουμάς (γιος) κ.ά.

Οπως μας λέει όμως ο κομμουνάρος Ζαν Μπατίστ Κλεμάν, το μέλλον ανήκει σ’ αυτούς που δημιουργούν τις υλικές και πνευματικές αξίες του έθνους τους, αλλά και όλης της ανθρωπότητας, και τους δίνουν την αναγκαία ιστορική, ιδεολογική, αισθητική, κοινωνικά χρήσιμη κάθε φορά διάσταση. Και αυτοί δεν είναι άλλοι, παρά οι αληθινοί επαναστάτες, εργάτες, καλλιτέχνες και επιστήμονες μαζί.

Η πρώτη αυτή έφοδος της εργατικής τάξης προς το μέλλον κατέδειξε, εκτός από την ανεξίτηλη ομορφιά της, και την ανάγκη να ξεπεραστούν οι σκληρές αντιθέσεις επιθυμητού-δυνατού, ιδανικού-πραγματικότητας και έθεσε το από δω και μπρος το κοινωνικό ερώτημα

Ποιος, με ποιον και γιατί;

Ετσι και αλλιώς.

Εφόσον θα φύγουν αυτές

Οι μέρες οι βαριές,

Οταν όλοι οι φτωχοί ξεσηκωθούν,

Εσύ, ξανά απ’ την αρχή

Μαζί τους ξεσηκώσου!!!

Κείμενα- Επιμέλεια
Γιάννης ΣΚΑΡΠΕΡΟΣ-Πηνελόπη ΒΛΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
Advertisements