ΓΚΡΙΓΚΟΡΙ ΚΟΖΙΝΤΣΕΦ – ΛΕΟΝΙΝΤ ΤΡΑΟΥΜΠΕΡΓΚ
Η Νέα Βαβυλώνα

Η ταινία αντικατοπτρίζει την εποχή μέσα στην οποία αυτή δημιουργείται. Την εποχή των μεγάλων κοσμοϊστορικών ανακατατάξεων με τα χρόνια που ακολούθησαν την επανάσταση των μπολσεβίκων στη Σοβιετική Ενωση να σηματοδοτούν για την τέχνη, ιδιαίτερα την τέχνη του κινηματογράφου, ύψιστη περίοδο γόνιμων πειραματισμών. Η ταινία, με θέμα την Παρισινή Κομμούνα, έχει περάσει τη γέφυρα από το παλιό προς το καινούριο, βρίσκεται στην όχθη της πρωτοπορίας και στο επαναστατικό περιεχόμενο δίνει ξεκάθαρα επαναστατική μορφή, με προεξέχουσες τις αρχές του νεαρού, επαναστατικού ιδεολογικού μοντάζ. Οι δημιουργοί της ταινίας, το δίδυμο Γκριγκόρι Κόζιντσεφ (1905-1973) και Λεονίντ Τράουμπεργκ (1902-1990) ίδρυσαν ήδη το 1921 την Φάμπρικα του Εκκεντρικού Ηθοποιού (FEX) μαζί με τον Σεργκέι Γιούτκεβιτς και γύρισαν μαζί πλήθος πειραματικών ταινιών μικρού μήκους, προτού, το 1926, φθάσουν σε μια άκρως επιτυχημένη εξπρεσιονιστική κινηματογραφική βερσιόν του θεατρικού «Το Παλτό» του Νικολάι Γκόγκολ. Με εξπρεσιονιστικές νότες – πέρα από άλλα μορφικά στοιχεία – μπόλιασαν και το απόλυτο αριστούργημά τους, την πανάκριβη παραγωγή «Νέα Βαβυλώνα» που γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στα στούντιο Sovkino του Λένινγκραντ και κυκλοφόρησε το 1929. Ο Γκέοργκ Λούκατς, είχε χαρακτηρίσει τον γερμανικό εξπρεσιονισμό των αρχών της δεκαετίας του ’20 ως «έκφραση της μικροαστικής σύγχυσης, μπλεγμένη στους μηχανισμούς του καπιταλισμού». Και οι δημιουργοί της «Νέας Βαβυλώνας» αποδεικνύουν πανηγυρικά την ηγεμονία του περιεχομένου επί του εργαλείου της (μη αυθύπαρκτης) φόρμας.

Στιλιζαρισμένος τρόπος γραφής με καλαίσθητες επιφάνειες που διάγουν σε αρμονία με τη θεματική της, η ταινία για την άνοδο και την πτώση της ηρωικής Παρισινής Κομμούνας την άνοιξη του 1871. Κεντρικός χώρος της ιστορίας, το πολυτελές παρισινό μεγάλο κατάστημα «Νέα Βαβυλώνα» εκεί που η ηρωίδα Λουίζ εργάζεται σαν πωλήτρια, στο ναό της φρενήρους καπιταλιστικής, βιομηχανοποιημένης παραγωγής που συμβολικά δείχνεται με το ξεπούλημα και το επίμονο στροβίλισμα ανοιχτών ομπρελών. Μέσα από το βλέμμα της Λουίζ – που είναι ο σύνδεσμος, ανάμεσα στους φτωχούς της εργατικής τάξης απ’ όπου προέρχεται και με τους οποίους ζει και στους πλούσιους που ανάμεσά τους δουλεύει και είναι υποχρεωμένη να υπηρετεί – βλέπουμε τις αντικρουόμενες τάξεις της γαλλικής κοινωνίας. Η κορύφωση του φιλμ διαμορφώνεται μέσα από τις αντιμαχόμενες τάσεις για τη γερμανική προέλαση στο Παρίσι – από τη μια οι διαπραγματεύσεις των πλουσίων για παράδοση της πόλης και από την άλλη οι πατριώτες, οι φτωχοί να θέλουν να θυσιάσουν τον εαυτό τους για την πόλη τους και τις εστίες τους. Οταν οι προλετάριοι υπερασπιστές της πόλης παίρνουν την εξουσία και τη διακυβέρνηση στα χέρια τους, η ηρωική τραγωδία της Παρισινής Κομμούνας φέρνει την ταινία μπροστά σε ρητορικά συμπεράσματα. Με φόντο τον τραγικό αγώνα των Παριζιάνων προλετάριων, η Λουίζ προσπαθεί να πείσει τον εραστή της Ζαν, έναν στρατιώτη με καταβολές φτωχού αγρότη, ότι η ταξική του θέση είναι στα οδοφράγματα και όχι στο πλευρό των αστών που μετέφεραν το στρατό στις Βερσαλλίες. Προσπαθεί να αποδείξει στον εξαθλιωμένο στρατιώτη, ότι τα ιδανικά της είναι πιο έγκυρα από την δική του πίστη, την πίστη του χωρικού στην εξουσία! Ο ρόλος της Λουίζ δεν αναδύεται από τις λογοτεχνικές σελίδες της εποχής. Διαμορφώθηκε επί τούτου ώστε να συνιστά απόσταγμα μιας ολόκληρης εποχής. Πρόκειται για αποτέλεσμα σύνθεσης, για την εικόνα μιας κομμουνίστριας της εποχής της παρισινής κομμούνας. Οι δημιουργοί της ταινίας, στην προσπάθειά τους να συνθέσουν αυτό το πορτρέτο, έπρεπε να γνωρίσουν όσο το δυνατόν περισσότερα για την ιστορία και τα γεγονότα της Κομμούνας, έπρεπε να μεταφερθούν στο Παρίσι, να «αγγίξουν» τον χώρο και να μυρίσουν το άρωμά του. «Οσο δουλεύαμε με την «Νέα Βαβυλώνα» ο Εμίλ Ζολά μας έδωσε τα περισσότερα. Ολοι μας διαβάσαμε όλα του τα έργα» ανέφεραν οι Κόζιντσεφ-Τράουμπεργκ μετά το ταξίδι που αποδείχθηκε καθοριστικό.

Η «Νέα Βαβυλώνα» είναι μια ταινία αντι-ιστορικής λογικής, δεν αναπαριστά τα αμιγώς ιστορικά γεγονότα των 72 ημερών της Κομμούνας, τα οποία παραμένουν εκτός κάδρου και μνημονεύονται μέσα από ελλειπτικές αναφορές. Η ταινία είναι ένας κατασκευασμένος μύθος πάνω στο χαρακτήρα αυτών των ιστορικών γεγονότων. Το πιστοποιεί η στατική κάμερα, τα κοντινά πλάνα που απεικονίζουν το χαρακτήρα της λαϊκής εξέγερσης. «Στην Κομμούνα και στην ταινία έρχονται σε σύγκρουση μέχρι θανάτου δύο τάξεις: οι αστοί και οι προλετάριοι. Για να γίνει νοητή η αγριότητα αυτής της σύγκρουσης, οι σκηνοθέτες καταφεύγουν σε έναν απόλυτο μανιχαϊσμό που δεν θα τον πετύχαιναν αν χρησιμοποιούσαν χαρακτήρες αντί για τύπους. Και μανιχαϊσμός σημαίνει πως τα πράγματα είναι σαφώς χωρισμένα: από την μια οι προλετάριοι κι απ’ την άλλη οι αστοί χωρίς καμιά ενδιάμεση «στρωματική» διαβάθμιση» έγραφε ο αναντικατάστατος Βασίλης Ραφαηλίδης το 1979.

Η «Νέα Βαβυλώνα», σωστό μείγμα ζεστασιάς και καρικατούρας, με άψογη φωτογραφία στούντιο του οπερατέρ Μοσκβίν και εμπνευσμένη μουσική του νεαρού τότε συνθέτη Σοστακόβιτς, συνιστά συνεπή κορύφωση των βωβών φιλμ των Κόζιντσεφ – Τράουμπεργκ και εκφράζει το πνεύμα του επαναστατικού κινηματογράφου τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενό της. Με την Λουίζ, σύμβολο της εργατικής τάξης, στο ρόλο του κεντρικού ήρωα μέσω της οποίας οι δημιουργοί αποτίουν φόρο τιμής στο γυναικείο φύλο για τον ενεργό, πρωταγωνιστικό του ρόλο στην Παρισινή Κομμούνα …

Παίζουν: Νταβίντ Γκούντμαν, Γιελένα Κουζμίνα, Αντρέι Κοστρίκιν, κ.α.

Παραγωγή: Σοβιετική Ενωση (1929).