Archive for Ιουνίου, 2011


Ο διαχρονικός, επαναστάτης διανοούμενος

Εκατό χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση του μεγάλου Τούρκου επαναστάτη ποιητή

Βερολίνο 1951. Από αριστερά: Νικόλα Γκιλέν, εθνικός ποιητής της Κούβας, Πάμπλο Νερούντα, Ναζίμ Χικμέτ στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας

«Μια θρησκεία, ένας νόμος, ένα δίκαιο:/ Η δουλιά του εργάτη» (ΝαζίμΧικμέτ).Ηταν πολύ δύσκολο να πιστέψει κάποιος, πως ο άνθρωπος που έγραψε αυτούς τους στίχους ήταν 17 ετών. Ακόμη δυσκολότερο ήταν να πιστέψει πως καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια. Τέλος, θα ήταν μάλλον αδύνατον να δεχτεί πως στα παραπάνω θα έπρεπε να προσθέσει, ότι ο ποιητής ήταν και δόκιμος στη ναυτική σχολή της Κωνσταντινούπολης!

Βρισκόμαστε στα 1919. Η Επανάσταση του Οχτώβρη ατσαλώνεται μέσα στη φωτιά και το σίδερο του εμφυλίου και της ιμπεριαλιστικής, ασφυκτικής περικύκλωσης. Οι ιδέες και το μήνυμά της απλώνεται στις καρδιές των καταπιεσμένων όλου του πλανήτη. Ο νεαρός Τούρκος δόκιμος θα έκανε πολύ σύντομα, τη δική του έφοδο προς την αιωνιότητα…

«Ετος Χικμέτ»

Εκατό χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση του μεγάλου Τούρκου, επαναστάτη ποιητή, ΝαζίμΧικμέτ. Οι «κληρονόμοι» του αγώνα του, το σημερινό προοδευτικό κίνημα της χώρας του, με πρωτοπόρους τους κομμουνιστές, επέβαλαν να κηρυχτεί το 2002 σαν «Χρονιά ΝαζίμΧικμέτ» από την UNESCO. Το επέβαλαν όχι με βία. Τουλάχιστον όχι με βία προερχόμενη από αυτούς. Αλλά με την αντίστασή τους στη βία που ασκεί καθημερινά πάνω τους το καθεστώς της Τουρκίας με τις «ευλογίες» του αμερικανικού και ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού. Με το αίμα που ρέει στις φυλακές. Τους θανάτους από την απεργία πείνας των φυλακισμένων. Το καθημερινό κυνήγι κάθε δημοκρατικής φωνής. Το «επέβαλε» ο ίδιος ο ποιητής με ένα έργο πάντα σύγχρονο ακόμη και στη μορφή του, που εξακολουθεί να εμπνέει τους αγώνες όχι μόνο του δικού του λαού, αλλά και όλων των λαών του κόσμου.

 

Στο πρόσωπο του Χικμέττιμήθηκε ο διαχρονικός επαναστάτης διανοούμενος. Οι εκδηλώσεις που οργανώθηκαν από τους κομμουνιστές και άλλους προοδευτικούς ανθρώπους στην Κομοτηνή, στην Κωνσταντινούπολη, στη Μόσχα, αναδεικνύουν, στην ουσία τους, τη δύναμη που μπορεί να έχει ένα σπασμένο μολύβι και ένα τσιγαρόχαρτο όταν χρησιμοποιούνται για να γραφτεί με στίχους η αλήθεια. Ας γνωρίσουμε μερικές, ελάχιστες, στιγμές από τη ζωή και το έργο αυτού του ξεχωριστού ανθρώπου.

«24 ώρες Λένιν…»

Ολα έδειχναν πως το μωρό που γεννήθηκε στις 21 Νοέμβρη 1901 στην, τουρκοκρατούμενη τότε, Θεσσαλονίκη, θα είχε μπροστά του μια άνετη και πλούσια ζωή. Ο πατέρας του, Χικμέτ Μεχμέτ, ήταν μέλος του Νεοτουρκικού Κομιτάτου και διευθυντής του γραφείου Τύπου του τμήματος του υπουργείου Εξωτερικών της Διοίκησης Θεσσαλονίκης. Για ένα διάστημα διετέλεσε και πρόξενος της χώρας του στο Αμβούργο. Ωστόσο, κάποια στιγμή απολύθηκε και μέχρι το τέλος της ζωής του εργαζόταν σαν διαχειριστής σε κινηματογράφο. Ο παππούς του, Μεχμέτ Ναζίμ Πασάς, ήταν γνωστός ποιητής, εκπρόσωπος της αυλικής λογοτεχνίας της εποχής του. Για τη μητέρα του δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία, εκτός από το ότι ήταν κόρη του γλωσσομαθή και μορφωμένου Ενβέρ Πασά ο οποίος ήταν γερμανοπολωνικής καταγωγής. Συνεπώς, ο μικρός Χικμέτ μεγάλωσε μέσα σε ένα περιβάλλον το οποίο, αν μη τι άλλο, ευνοούσε την πνευματική του ανάπτυξη.

Η εκπαίδευση του Χικμέτ στη ναυτική σχολή της Κωνσταντινούπολης δεν ολοκληρώθηκε γιατί αποβλήθηκε, το πιθανότερο λόγω των πολιτικών αντιλήψεών του. Αλλες πηγές αναφέρουν πιο συγκεκριμένα ότι συμμετείχε σε μια σπουδαστική επαναστατική κίνηση. Η αφορμή πάντως για την έξοδό του από το ναυτικό το 1920, μετά από ένα χρόνο θητείας σε ένα κρουαζιερόπλοιο, ήταν η γνωμάτευση ενός υγειονομικού συμβουλίου που τον απάλλαξε για «λόγους υγείας». Την περίοδο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της Τουρκίας – που για την Ελλάδα κατέληξε σε μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της, το τίμημα του τυχοδιωκτισμού της ελληνικής αστικής τάξης για την εξυπηρέτηση του αγγλικού ιμπεριαλισμού – ο Χικμέτ βρισκόταν στη Μικρά Ασία με τον φίλο του, Βαλά Νουρετίν και εργαζόταν σαν δάσκαλος. Οι δύο φίλοι και συναγωνιστές συμμετείχαν στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και αργότερα ταξίδεψαν στην ΕΣΣΔ. Στη Χώρα των Σοβιέτ, οι δύο φίλοι σπούδασαν στη Σχολή Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών της Μόσχας. Εκτός όμως από την ακαδημαϊκή μόρφωση, ο Χικμέτ είχε την ευκαιρία να εμβαθύνει στη μαρξιστική φιλοσοφία και ιδεολογία, αλλά και να γνωρίσει προσωπικά τον, κατά έξι χρόνια μεγαλύτερό του, μεγάλο ποιητή του Οχτώβρη, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι.

Γι’ αυτή την πρώτη περίοδο της παραμονής του στην ΕΣΣΔ, μας πληροφορεί ο ίδιος ο ποιητής με στίχους όπως: «Στο εικοσιτετράωρο: 24 ώρες Λένιν/ 24 ώρες Μαρξ/ 24 ώρες Ενγκελς/ εκατό δράμια μαύρο ψωμί/ 20 τόνους βιβλία/ και 20 λεφτά για…».

Για μια επαναστατική ποίηση

Εδώ αξίζει να κάνουμε μία παρένθεση που έχει σημασία για τη διαμόρφωση του ποιητικού λόγου του Χικμέτ. Αν και μεγάλο μέρος της κριτικής εκτιμά πως ο Χικμέτ δέχτηκε μεγάλη επίδραση από τον Μαγιακόφσκι, κυρίως στον τομέα της τεχνοτροπίας, ο μεταφραστής του Χικμέτ στα ελληνικά, Στέλιος Μαγιόπουλος, εκτιμά πως αυτή η επίδραση – αν υπήρχε – ήταν ασήμαντη και δεν έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ποιητική του δημιουργία. Αντίθετα, κάνει λόγο για «τυχαία συνάντηση των δύο μεγάλων ιδιοφυιών, που συμπτωματικά κι οι δυο θελήσανε να σπάσουνε τα δεσμά της σκέψης και της τέχνης…». Θα πρέπει να σημειωθεί ωστόσο, πως το 1921 που ο Χικμέτ γνωρίζει τον Μαγιακόφσκι, ο τελευταίος είναι πασίγνωστος και ήδη ταυτισμένος στη συνείδηση των λαών της ΕΣΣΔ σαν ο ποιητής της Επανάστασης. Τα ποιήματά του κυκλοφορούν παντού και οι στίχοι του βρίσκονται σε όλα τα χείλη. Ο Μαγιόπουλος έχει απόλυτο δίκιο όταν επιχειρεί να υπερασπιστεί το έργο του Χικμέτ από τους «καλοθελητές» που τον ήθελαν – ίσως και να τον θέλουν ακόμη – σαν έναν όχι και τόσο δυνατό ποιητή όσο ο Μαγιακόφσκι.

Ωστόσο οι δύο ποιητές δεν μπορούν να μπουν ούτε καν σε φιλολογική αντιπαράθεση, γιατί, παρά τα ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά τους, είναι και οι δύο εκφραστές της κουλτούρας, κατ’ αρχήν, των λαών τους. Συνεπώς, η ποιητική τους δύναμη είναι ισάξια. Πάντως, ο Χικμέτ δεν είχε στο νου του τον Μαγιακόφσκι όταν έγραφε: «Την ορμή μου την έχω πάρει εγώ απ’ τους αιώνες./ Κάθε στίχος δικός μου θυμίζει κι ένα ηφαίστειο./ Δεν έκλεψα εγώ μήτε έναν παρά/ απ’ τον ίδρω του λαού/ και μήτε στίχο απ’ την τσέπη αλλουνού ποιητή». Οι στίχοι αυτοί ταιριάζουν περισσότερο για να περιγράψουν την περίοδο που ο ποιητής θα αντιμετώπιζε όχι μόνο την καταστολή του καθεστώτος της πατρίδας του, αλλά και τις πολλές απόπειρες κατασυκοφάντησης της προσωπικότητας και του έργου του, όπως θα δούμε αργότερα.

Το σίγουρο είναι πως ο Χικμέτ ήταν ανοιχτός στα νέα λογοτεχνικά ρεύματα και δε φοβόταν τον πειραματισμό στη μορφή. Ο πειραματισμός αυτός όμως ήταν συνειδητά υποταγμένος στην ανάγκη έκφρασης του οράματος του κομμουνιστή ποιητή, που δεν ήταν άλλο από την απελευθέρωση από την ταξική καταπίεση, τη φτώχεια και τον πόλεμο. Για τη σύνθεση του ποιήματος έλεγε (όπως το μεταφέρει ο Μαγιόπουλος) πως «πρέπει να είναι τέτοια που αν αφαιρέσει κανείς κι ένα κόμμα, όχι μονάχα να μην μπορούμε να φτάσουμε στο ουσιαστικό, στο εξαίρετο, μα το παν να καταρρεύσει». Αν και δεν είναι ο πρώτος Τούρκος λογοτέχνης που έγραψε σε ελεύθερο στίχο, ωστόσο ήταν αυτός που μετέτρεψε τον ελεύθερο στίχο σε λογοτεχνικό «όπλο» του καταπιεσμένου λαού του. Αλλωστε είχε αποδείξει πως κατείχε πολύ καλά και την τεχνική της παραδοσιακής μετρικής ποίησης.

Στράτευση και καταστολή

Λογική συνέχεια της μέχρι τότε πορείας του νεαρού ποιητή και επαναστάτη ήταν η στράτευσή του, το 1923, στο παράνομο Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας. Ενα χρόνο αργότερα επιστρέφει στην Τουρκία και αρχίζει να γίνεται γνωστός. Στη γνωριμία του έργου του ποιητή με το ευρύ κοινό βοηθά και η ιδιόμορφη κοινωνικοπολιτική κατάσταση της Τουρκίας εκείνη την εποχή, η οποία, αν και έχει το τούρκικο ΚΚ στην παρανομία, ωστόσο, η αστική κεμαλική δημοκρατία δεν έχει περάσει ακόμη στην πλήρη αντιδραστική της φάση και αναζητά «ανοίγματα» και συνεργασίες που θα την εδραιώσουν στη λαϊκή συνείδηση. Ετσι, ο Χικμέτ γράφει ελεύθερος τα έργα του, τα απαγγέλλει στο ραδιόφωνο της Κωνσταντινούπολης, ηχογραφούνται και κυκλοφορούν παντού. Παράλληλα εργάζεται σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες που φιλοξενούν και ποιήματά του. Συγχρόνως, ο ποιητής γνωρίζει από κοντά την ανυπόφορη ζωή και την εξαθλίωση της εργατικής τάξης της χώρας του, για την οποία δεν έχει αλλάξει τίποτα, ουσιαστικά, από την εποχή των πασάδων.

Η περίοδος της αλογόκριτης «ευφορίας» πέρασε πολύ γρήγορα για την Τουρκία του μεσοπολέμου και φυσικά και για τον ποιητή. Αρχίζει η περίοδος που ο Χικμέτ θα αρχίσει να αισθάνεται την πολύπλευρη πίεση του καθεστώτος, ενώ θα δει και τον φίλο του Νουρετίν να προσχωρεί στις εθνικιστικές απόψεις του «τουρκισμού» και στην αντίδραση. Ηδη έχει αρχίσει να χρησιμοποιεί στα άρθρα του στις εφημερίδες ψευδώνυμο (Ορχάν Σελίμ). Το 1925 ο Χικμέτ ξαναπάει στην ΕΣΣΔ και επιστρέφει το 1928. Ενώ βρίσκεται σε δημιουργική έξαρση και γράφει ασταμάτητα όλα τα είδη του λόγου με την ποίηση να βρίσκεται σε πρώτη προτεραιότητα, το καθεστώς αρχίζει να τον κυνηγά: σχεδόν μετά από κάθε έκδοση έργου του, ακολουθεί δίκη. Η καταστολή όμως δεν μπορεί να σταματήσει την αυξανόμενη απήχησή του στο λαό. Το καθεστώς βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση και αντιδρά σπασμωδικά, ακόμη και κωμικοτραγικά. Για παράδειγμα, το 1930, μερικά ηχογραφημένα του ποιήματα (μην ξεχνάμε τον αναλφαβητισμό που μάστιζε τον τουρκικό λαό, με αποτέλεσμα ο Χικμέτ να επιστρέφει, έστω και με τη βοήθεια της τεχνολογίας, στην πρακτική των «βάρδων») πουλήθηκαν μέσα σε 20 μόλις μέρες. Οχι μόνο αυτό, αλλά οι ηχογραφήσεις ακούγονταν σε κάθε δημόσιο χώρο. Για να μπορέσει να σταματήσει η αστυνομία την «ενοχλητική» αυτή φωνή… αναγκάστηκε να αγοράσει τα δικαιώματα των ηχογραφήσεων από την εταιρία!

Παράλληλα, οι διανοούμενοι του καθεστώτος προσπαθούν να συκοφαντήσουν τον ποιητή στο λαό και στους συναγωνιστές του. Με αφορμή τη χρήση του ψευδωνύμου διαδίδουν πως ο Χικμέτ έχει αρχίσει να αλλάζει την ιδεολογία του και να ασπάζεται τις εθνικιστικές ιδέες. Τη συκοφαντία αυτή τη «στηρίζουν» με το εξωφρενικό «επιχείρημα» πως το ψευδώνυμο «Ορχάν Σελίμ» είναι αμιγώς τουρκικό, σε αντίθεση με το αραβικής προέλευσης, ΝαζίμΧικμέτ! Ο ποιητής τους ξεσκεπάζει μέσα από το έργο του. Βλέποντας ότι δεν τα καταφέρνουν, από το 1935 προσπαθούν να εμφανίσουν τον Χικμέτ ακόμη και ως αγράμματο! Ενώ υπήρξαν και άλλοι χαρακτηρισμοί όπως «τρελός»! Ολες οι κατηγορίες των, σίγουρα πληρωμένων από το καθεστώς, κονδυλοφόρων, πέφτουν στο κενό: όχι μόνο ατσαλώνουν ακόμα πιο πολύ τον ποιητή, αλλά δεν μπορούν να σταματήσουν και τη διάδοση του έργου του.

«Η καρδιά μου πάλι θα χτυπήσει!»

Το 1935 παντρεύεται με την πρώτη του γυναίκα. Συνεχίζει να γράφει με διάφορα ψευδώνυμα, ενώ εργάζεται και σαν σεναριογράφος. Την ίδια περίοδο θα γράψει και θεατρικά έργα. Το 1938 το καθεστώς τον καταδικάζει σε 40 χρόνια φυλακή. Σε όλη τη διάρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου, ο Χικμέτ θα γνωρίσει «από μέσα» πολλές φυλακές σε όλη την επικράτεια της χώρας. Ο ποιητής όμως δε θα λυγίσει: «Τρύπησαν την καρδιά μου από δεκαπέντε μεριές./ Θάρρεψαν πως δε θα χτυπάει πια η καρδιά μου από τη λύπη της!/ Η καρδιά μου πάλι χτυπά/ η καρδιά μου πάλι θα χτυπήσει!!».

Κάτω από την πίεση της παγκόσμιας κατακραυγής, το καθεστώς αναγκάζεται να απελευθερώσει τον ποιητή, ο οποίος είχε ξεκινήσει απεργία πείνας, το 1950. Την ίδια χρονιά τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Ειρήνης. Ωστόσο παρακολουθείται συνεχώς. Αρχίζει και πάλι να εργάζεται σαν σεναριογράφος αλλά οι πιέσεις συνεχίζονται. Αν και απαλλαγμένος από τη στρατιωτική θητεία, το καθεστώς τον καλεί να καταταγεί! Το 1951 φεύγει κρυφά στη Ρουμανία και την ίδια χρονιά του αφαιρείται η τουρκική ιθαγένεια, η οποία του δόθηκε και πάλι… μόλις πέρυσι. Ταξιδεύει σε πολλές χώρες και το 1952 εκλέγεται μέλος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης. Το 1960 παντρεύεται για δεύτερη φορά στην ΕΣΣΔ. Τα ξημερώματα της 3ης Ιούνη 1963, η μεγάλη καρδιά που χώρεσε όλον τον κόσμο έπαψε να χτυπά. Αλλά, όπως και ο ίδιος προέβλεψε, συνεχίζει να «χτυπά» μέσα από το έργο του…

Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑΣ
Κύρια πηγή: Πρόλογος Στ. Μαγιόπουλου στη δίτομη έκδοση «ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ, τα έργα του» («Σύγχρονη Εποχή»)
Advertisements
Εμπνευσή του ο λαός και η εποχή του

Ενας αιώνας από τη γέννηση του κορυφαίου Σοβιετικού μουσικού δημιουργού

 

«Εδώ στη Σοβιετική Ενωση κάθε εξειδικευμένος δημιουργός, παραγωγός, συγγραφέας, μηχανικός, συνθέτης ή οτιδήποτε άλλο, απολαμβάνει την υποστήριξη του Κόμματος και της κυβέρνησης… Οι Σοβιετικοί συνθέτες έχουν όλες τις ευκαιρίες να δώσουν μεγάλα έργα. Ουδέποτε υπήρξε άλλη εποχή ή άλλος τόπος, όπου ένας συνθέτης να μπορεί ήσυχος να γράψει μια σονάτα ή ένα κουαρτέτο, ξέροντας ότι είναι οικονομικά εξασφαλισμένος. Αυτό είναι αποτέλεσμα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη χώρα μας, αποτέλεσμα της πολιτικής του Κόμματός μας».

Το παραπάνω απόσπασμα, δημοσιευμένο το 1935, στο «Λιτερατούρνι Λενινγκράντ», ανήκει στον μεγάλο Σοβιετικό συνθέτη Ντμίτρι Σοστακόβιτς (1906-1975), από τη γέννηση του οποίου φέτος συμπληρώνονται εκατό χρόνια. Ηγετική φυσιογνωμία στο χώρο της μουσικής ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς, έγραψε 15 συμφωνίες, όπερες, μουσική για μπαλέτο, κινηματογράφο, θέατρο κλπ. Εντυπωσιάζει όχι μόνο για την αισθητική υπεροχή της γραφής του, αλλά και για τη συμμετοχή του στα κοινά, στην πολιτική ζωή, για την ενεργό δράση του στο παγκόσμιο κίνημα ειρήνης. Οπως έλεγε «ο δεσμός του καλλιτέχνη με το λαό και με την εποχή που ζει είναι η ραχοκοκαλιά κάθε πραγματικού έργου τέχνης». Παιδί της Οχτωβριανής Επανάστασης εμπνεύστηκε από τα ιδανικά της, θέτοντας τη δημιουργία του στην υπηρεσία του λαού που έχτιζε τη σοσιαλιστική κοινωνία. Για το σπουδαίο έργο του, που συγκαταλέγεται στα κορυφαία του 20ού αιώνα, τιμήθηκε με πλήθος βραβείων, ενώ ήταν ο πρώτος μουσικός που ανακηρύχτηκε Ηρωας της Σοσιαλιστικής Εργασίας.
Υπηρετώντας το λαό

Γεννημένος στις 25/9/1906 στην Πετρούπολη, άρχισε να σπουδάζει μουσική σε ηλικία εννέα ετών. Το 1923 αποφοίτησε από το Τμήμα Πιάνου του Ωδείου και το 1925 πήρε πτυχίο Σύνθεσης. Η Πρώτη του Συμφωνία ανέβηκε στη Μεγάλη Αίθουσα της Φιλαρμονικής του Λένινγκραντ στις 12/5/1926, ενώ στις 21/1/1927 τιμήθηκε με έπαινο στον Πρώτο Διεθνή Διαγωνισμό Σοπέν στη Βαρσοβία. Την ίδια χρονιά συνέθεσε ένα συμφωνικό έργο για τη δέκατη επέτειο της Οχτωβριανής Επανάστασης. Το 1928 γράφει την όπερα «Η Μύτη» και το 1929 τη μουσική της παράστασης «Ο Κοριός» του Μαγιακόφσκι καθώς και την Τρίτη Συμφωνία του («Της Πρωτομαγιάς»). Ηδη έχει εκδηλώσει το ζωηρό ενδιαφέρον του για το θέατρο Νέων Εργατών του Λένινγκραντ. Το 1931 αρχίζει το γράψιμο της όπερας «Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ», ενώ υπογράφει τη μουσική της πρώτης ηχητικής σοβιετικής ταινίας «Τα Χρυσά Βουνά».

Γοητευμένος από τη δύναμη του κινηματογράφου, από τα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής του καριέρας θέτει την τέχνη του στην υπηρεσία του σοβιετικού κινηματογράφου. Πάνω από 30 ταινίες μεγάλων σκηνοθετών, όπως των Κοζίντσεφ, Γιούτκεβιτς, Αρνσταμ, Ερμλέρ, Γκερασίμοφ, Ντοφτσένκο, Ροσάλι και άλλων κινηματογραφιστών, είχαν την τύχη να συνοδευτούν από τη μουσική του. Θεωρώντας ότι ο «καλλιτέχνης θα πρέπει να υπηρετεί όσο το δυνατόν το μεγαλύτερο κομμάτι του λαού» χαιρετίζει την Απόφαση της ΚΕ του Κόμματος (23/4/1932) «Για την αναδιοργάνωση των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών οργανώσεων» ως σημαντικό ορόσημο στην ιστορία της σοβιετικής τέχνης, ως σημαντικό βήμα για τη συνένωση των καλλιτεχνικών δυνάμεων στην κατεύθυνση δημιουργίας μιας νέας, σοσιαλιστικής τέχνης.

Το 1934, σχεδόν ταυτόχρονα, σε Λένινγκραντ και Μόσχα, πραγματοποιούνται οι δύο πρεμιέρες της όπερας «Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ», που απεικονίζει την κοινωνική οπισθοδρόμηση στην προεπαναστατική Ρωσία, εστιάζοντας κυρίως στη θέση της γυναίκας. Στα επόμενα δύο χρόνια η όπερα παίχτηκε 83 φορές στο Λένινγκραντ (συχνότητα χωρίς προηγούμενο, που μαρτυρά το μεγάλο ενδιαφέρον του κοινού). Το 1936 το έργο γίνεται αντικείμενο οξείας κριτικής, μέσω άρθρου που δημοσιεύτηκε στην «Πράβντα» με τίτλο «Κακοφωνία αντί για μουσική». Παρότι οι επικρίσεις τον πλήγωσαν, ο Σοστακόβιτς συνέχισε να δουλεύει πολλές συνθέσεις ταυτόχρονα. Ολοκληρώνει την 4η Συμφωνία, συνεχίζει να γράφει μουσική για κινηματογράφο και θέατρο. Το 1937 παρουσιάζει στη Φιλαρμονική του Λένινγκραντ την 5η Συμφωνία – ένα από τα κοσμήματα της παγκόσμιας ορχηστρικής μουσικής – που έγινε δεκτή από τον σοβιετικό Τύπο με εκστατικά σχόλια. Το 1939 παρουσιάζει την 6η Συμφωνία, ενώ του απονέμεται το Παράσημο της Κόκκινης Σημαίας της Εργασίας για τη μουσική του στον κινηματογράφο. Το 1940, συνθέτει το Κουιντέτο για Πιάνο, από τα σημαντικότερα προπολεμικά έργα του, για το οποίο το 1941 του απονεμήθηκε το Βραβείο Στάλιν. «Το Βραβείο Στάλιν δεν είναι μόνο υψηλός έπαινος, είναι επίσης ένδειξη μεγάλης εμπιστοσύνης» έλεγε ο Σοστακόβιτς.

Στο πολιορκημένο Λένινγκραντ

Η επίθεση των χιτλερικών κατά της ΕΣΣΔ, το 1941, βρίσκει το συνθέτη στο Λένινγκραντ. Μετά την ανεπιτυχή του προσπάθεια να καταταγεί στα Λαϊκά Εθελοντικά Σώματα, εντάσσεται σε ένα σώμα εθελοντών πυροσβεστών και φυλάει σκοπός στη στέγη του Ωδείου, όπου συνέχισε να διδάσκει και να δίνει κοντσέρτα. Στα τέλη Ιούλη ξεκινά να γράφει τη μεγαλειώδη 7η Συμφωνία του, που την αφιερώνει στη γενέτειρά του. Στις 27 Δεκέμβρη, στο Κουίμπισεφ πλέον, όπου είχε μεταφερθεί με την οικογένειά του, μετά από επιμονή των αρχών του πολιορκημένου Λένινγκραντ, γράφει την τελευταία νότα. Η επίσημη πρεμιέρα (5/3/1942, Κουίμπισεφ) μεταδίδεται από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς ολόκληρης της χώρας, κάτι που γινόταν για τις σπουδαιότερες κυβερνητικές ανακοινώσεις. Τον Αύγουστο, πραγματοποιείται η ιστορική πρεμιέρα της 7ης στο Λένινγκραντ, όπου η παρτιτούρα μεταφέρεται με ειδικό αεροπλάνο. Για να εμπλουτισθεί η σύνθεση της μοναδικής ορχήστρας που είχε απομείνει στην πόλη, της Ορχήστρας της Ραδιοφωνίας, η Στρατιωτική Διοίκηση ανακάλεσε επαγγελματίες μουσικούς από το μέτωπο. Η συναυλία κανονίστηκε για τις 9 Αυγούστου, ημερομηνία που τα χιτλερικά στρατεύματα είχαν προγραμματίσει να κυριεύσουν την πόλη. Παρά τις συνθήκες και την πείνα, η αίθουσα της Φιλαρμονικής ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Προς γενική κατάπληξη ο ήχος των κανονιοβολισμών κατασίγησε. Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ο διοικητής του μετώπου του Λένινγκραντ, Γκοβορόφ, είχε διατάξει το πυροβολικό να αναγκάσει τα εχθρικά πυροβολεία να σιωπήσουν… Για την 7η Συμφωνία ο Σοστακόβιτς τιμάται το 1942, για δεύτερη φορά, με το Βραβείο Στάλιν.

Το 1943 – περίοδος έντονης δημιουργικότητας – γράφει την 8η Συμφωνία, το 1945 την 9η και το 1946 το Τρίο για πιάνο, για το οποίο του απονέμεται ένα ακόμη Βραβείο Στάλιν. Λίγο αργότερα του δίνεται το Παράσημο Λένιν, ως κορυφαίου καθηγητή του Ωδείου της Μόσχας. Το 1948, του ασκείται (και σε άλλους μαζί συνθέτες) κριτική για φορμαλισμό. Την ίδια χρονιά του απονέμεται ο τίτλος του Καλλιτέχνη του Λαού της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Το 1949 εκλέγεται στη Σοβιετική Επιτροπή Ειρήνης: συμμετέχει σε συνέδρια, κάνει φλογερές ομιλίες και αρθρογραφεί ενάντια στους πολεμοκάπηλους εχθρούς της ανθρωπότητας. Γίνεται ένα από τα πιο ενεργά μέλη του παγκοσμίου κινήματος ειρήνης. Το 1950 του απονέμεται ένα ακόμη Βραβείο Στάλιν για τη μουσική του στην ταινία «Η πτώση του Βερολίνου» και για το ορατόριο «Το τραγούδι των δασών». Το 1953 κάνουν πρεμιέρα πολλά σημαντικά έργα του – ανάμεσά τους και η 10η Συμφωνία. Στις 14/10/1954, πραγματοποιείται η αμερικάνικη πρεμιέρα της 10ης Συμφωνίας, από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης, με διευθυντή τον Δημήτρη Μητρόπουλο.

Με την ανώτατη διάκριση

Το 1955 για τρίτη φορά εκλέγεται στο Ανώτατο Σοβιέτ της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ενώ παρουσιάζεται ένα από τα σπουδαιότερα έργα του, το Πρώτο Κοντσέρτο για βιολί, με σολίστ τον μοναδικό Νταβίντ Οϊστραχ. Το 1956, γιορτάζονται τα 50χρονά του και του απονέμεται το Παράσημο Λένιν. Το 1958 τιμάται με το Βραβείο Λένιν για την 11η Συμφωνία του, αφιερωμένη στην Επανάσταση του 1905. Το 1960, η κομματική οργάνωση του Συνδικάτου Συνθετών κάνει δεκτό τον Σοστακόβιτς ως δόκιμο μέλος του ΚΚΣΕ, στο οποίο εντάχθηκε το 1961, χρονιά που ολοκλήρωσε και την αφιερωμένη στο Λένιν 12η Συμφωνία του. Το 1962 ανακηρύσσεται για πρώτη φορά υποψήφιος για το Ανώτατο Σοβιέτ της ΕΣΣΔ και το 1963 εκλέγεται επίτιμο μέλος του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσικής της Ουνέσκο. Την ίδια χρονιά επιστρέφει στη σκηνή η «Λαίδη Μάκβεθ» με το νέο τίτλο «Κατερίνα Ισμαΐλοβα». Το 1966, επανεκλέγεται στο Ανώτατο Σοβιέτ της ΕΣΣΔ. Με εντολή του προεδρείου, ο Σοστακόβιτς γίνεται ο πρώτος μουσικός στον οποίο απονέμεται ο τίτλος του Ηρωα της Σοσιαλιστικής Εργασίας, για τις ξεχωριστές του υπηρεσίες στη σοβιετική μουσική. «Είμαι ευτυχισμένος που το ταπεινό μου έργο κρίθηκε άξιο του υψηλότερου τίτλου της χώρας και είμαι αποφασισμένος να φανώ αντάξιος του τίτλου αυτού. Χρωστώ μεγάλη ευγνωμοσύνη στο Κόμμα και την κυβέρνησή μας για τη φροντίδα και την υποστήριξη με την οποία περιβάλλουν τη μουσική μας» δήλωνε ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς στην «Πράβντα» (25/10/1966). Την ίδια χρονιά, που τα εξηντάχρονά του γιορτάζονταν με εκδηλώσεις σε όλο τον κόσμο και παρουσιάζεται η 13η Συμφωνία του, ο συνθέτης παθαίνει σοβαρή καρδιακή προσβολή. Το 1967, παρά την κακή υγεία του, γράφει μεταξύ άλλων το Δεύτερο Κοντσέρτο για βιολί, το συμφωνικό ποίημα «Οχτώβρης», το πρελούδιο «Στη μνήμη των ηρώων του Στάλινγκραντ». Δύο χρόνια μετά παρουσιάζει τη 14η Συμφωνία και το 1972 την τελευταία, 15η Συμφωνία. Ο συνθέτης «έφυγε» από τη ζωή στις 9 Αυγούστου 1975

Ρουμπίνη ΣΟΥΛΗ

Mνημείο στην πλατεία Μπελογιάννη της Αμαλιάδας

«Αυτές τις μέρες που γιορτάζουμε τα 150 χρόνια από τη γέννηση του Βίκτορα Ουγκό, είναι αδύνατο να μην ακούσουν στην Ελλάδα, που με τόση ευγένεια την τραγούδησε ο μεγάλος ποιητής μας, τις φωνές της Γαλλίας που ζητούνε λευτεριά για το Μπελογιάννη και τους συντρόφους του.
Οι πατριώτες δεν είναι δυνατό να χαθούν. Το μόνο τους έγκλημα είναι η αγάπη προς την πατρίδα τους. Μονάχα οι ξένοι ιμπεριαλιστές μπορούσαν αν τους τιμωρήσουν γι’ αυτό.
Η Ελλάδα είναι η πατρίδα του ηρωισμού. Όλος ο κόσμος το ξέρει και γι’ αυτό τη βοηθάει ακόμα πιο πολύ.
Στο όνομα της αγάπης μας για τη δικαιοσύνη και τη λευτεριά, στο όνομα των ανθρωπιστικών μας παραδόσεων που είναι γέννημα των ελληνικών παραδόσεων, να σώσουμε το Μπελογιάννη και τους συναγωνιστές του, να αναγκάσουμε την καταπίεση, την ωμότητα και την πολεμική απειλή να κάνουν ένα βήμα πίσω».

«Ο Μπελογιάννης πέθανε. Δε θυσίασε τίποτε από την τιμή μας. Ούτε από την ελπίδα που έχουμε στο Αύριο που στραφτοβολά»

ΠΟΛ ΕΛΥΑΡ

Στους Μπελογιάννηδες

Κώστας Βάρναλης

Χαραβγή κατεπάνω του θανάτου
βάδιζεν η καρδιά σου, Παληκάρι,
λες κ’ είταν άλλος: άγουρος που ορθρίζει
ν’ ανταμώσει κρυφά την πρώτη αγάπη.

Σε κάθε βήμα ψήλωνε η κορφή σου,
το ηλιοστεφάνι τ’ ουρανού να φτάσει.
Κι αν χάραζε για σένα αιώνια Νύχτα,
η προδοσιά χορέβοντας σε φτυούσε.

Με χέρι’ αλυσωμένα, που αγαπούσαν
να κρατάνε για τον οχτρό ντουφέκι
και γαρούφαλο για το μάβρο Νόμο
σε βάλανε σημάδ’ οι πλερωμένοι

οι αρματολόγοι το χεροδεμένο,
τον Έναν οι πολλοί, τον άντρα οι φούστες,
οι τρίδουλοι το λέφτερο κ’ η λάσπη
τον πρωτανθό της Αρετής, Εσένα!

Δεν έχεις τάφο, άλλ’ όπου ηλιοβολιέται
γαρούφαλο στητό κι όπου βροντάει
καριοφίλι της λεφτεριάς, ολόρθον
η Μούσα σε φιλεί κι ο Μακρυγιάννης.
Δεν έχεις κι όνομα. Οι μάβροι το μαβρίσαν.
Μα το λένε στη ρεματιά τα’ αηδόνια,
οι ανέμοι στα πλατάνια και στα ελάτια
και τα νερά σε θάλασσα και βρύσες.
Μην κλαίτε, μάνες μαβρομαντηλούσες
και συ, Μεγάλη Μάνα των μανάδων!
Όπου να ναι, Θα τον νεκραναστήσει
μέγας λαός κι αφτός αναστημένος

«…Ο Μπελογιάννης μάς έμαθε άλλη μια φορά

πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε.

Μ’ ένα γαρίφαλο ξεκλείδωσε όλη την αθανασία.

Μ’ ένα χαμόγελο έλαμψε τον κόσμο για να μη νυχτώνει.

Καλημέρα σύντροφοι

Καλημέρα ήλιε

Καλημέρα Μπελογιάννη.

Τώρα ας βροντήσουνε της λευτεριάς τα τύμπανα και οι σάλπιγγες.

Καλημέρα Μπελογιάννη…».

(Γιάννης Ρίτσος, απόσπασμα από το ποίημα «Ο άνθρωπος με το γαρίφαλο», Αϊ – Στράτης, 30/03/1952).

Αλέκου Ρεπάντα: Του Μπελογιάννη

Ο Γράμμος εσυνέφιασεν τα μάτια του βουρκώσαν
του Γκόλιου οι ψηλές κορφές μοιρολογούν και κλαίνε
κι όσες βρυσούλες γάργαρες θολώνουν και στερεύουν
κι η νύχτα απόψε πήχτωσε κι η αυγή δε ροδοσκάει
μήτε του γήλιου οι χρυσές αχτίδες πια ζεσταίνουν
μήτε στου Αιγαίου τα νερά καράβια αρμενίζουν.

Κι ένα πουλί γλυκόλαλο ρωτάει έναν διαβάτη:
-Τι τάχα βάρος έπεσε στη γη την καρποδότρα
κι όλα θρηνούν κι όλα βογγούν με μαύρα μοιρολόγια;
Μήνα φωτιά την έκαψε, μήνα κι αστροπελέκι;
– Μηδέ φωτιά την έκαψε, μηδέ κι αστροπελέκι
ένα λεβέντη πιάσανε φασίστες και κοπέλια
με προδοσια μπαμπέσικη καρτέρι τού ‘χαν στήσει.
Λεβέντης είν’ στ’ ανάστημα, της γης αντρειωμένος,
πόχει λαφιού περπατησιά και μάτια αετήσια
στη σάγητια ‘ναι μάστορας λέοντα τόνε κράζουν.
Χίλιοι μπροστά τον πήγαιναν και δυο χιλιάδες πίσω
κι από ζερβά κι από δεξιά με πάλες και με σπάθες
γεμάτοι μίσος και χολή και παν να τον δικάσουν.
Τη δίκη του τοιμάσανε ξένοι και ντόπιοι λύκοι.
Για ν’ αρνηθεί τ’ αδέλφια του χρυσά φλωριά του τάζουν.
Κι όλοι τριγύρω κάθησαν και τον τηρούν και τρέμουν
σα φύλλα χινοπωρινά πουν’ έτοιμα να πέσουν.
Κιτάπια φέρουνε πολλά τόνα κατόπι στ’ άλλο.
Κι αφού τα καλοδιάβασαν και κατηγόρησάν τον
πως τάχα κακοφέρθηκε σε νόμους αφεντάδων
ένας απ’ τους τρανήτερους σηκώθη και του κρένει:
– Πούθε μωρέ κατάγεσαι και ποιο ‘ναι το ονόμα σου;
– Απ’ το Μωριά κατάγομαι τον πολυδοξασμένο
πούναι γιατάκι των κλεφτών, κάθε κορφή και δόξα,
κάθε βρυσούλα φλάμπουρο και τ’ όνομά μου Νίκος.
– Και ρίζα ποια σ’ ανάθρεψε, και ποια ‘ναι η συντροφιά σου;
– Η ρίζα μ’ είν’ ελληνική στον κόσμο ξάκουσμενη
καλόκαρπη ‘ν από παλιά – το δίκιο συντροφιά μου.
– Και ποιο ‘ναι βρε το γένος σου π’ αφέντη δεν ακούει;
– Το γένος μ’ είν’ περίφανο των Κολοκοτρωναίων
που δεν προσκύνησαν ποτέ διάτα προσκυνημένων,
μήτε σπαθιά φοβήθηκαν βεζύρηδων κι αγάδων.
– Αρνιέσαι βρε το γένος σου μη σ’ αφανίσει βόλι
να προσκυνήσεις άρχοντα, στη δούλεψή του νάμπεις;
– Το γένος μου το αγαπώ κι αν χρειαστεί πεθαίνω
να το δοξάσω ως είν’ πρεπό, παρά να προσκυνήσω
κοτσαμπασίδικο φλουρί, ζαΐμικο χρυσάφι.
Κι αν τύχει βόλι και με βρει και τη ζωή μου κόψει
ένας εγώ κι αν χαθώ, χιλιάδες θα φυτρώσουν
το γένος να δοξάσουνε κι ότι είν’ πρεπό να κάνουν!
Τα πουλημένα τα σκυλιά σαν άκουσαν το Νίκο
λυσσάξανε ‘πο το κακό και τον αλυσοδένουν.
Κι αυτός τους βλέπει και γελά πως τρέμουν τη γενιά του
οι ντόπιοι κοτζαμπάσηδες κι οι ξένοι αφεντάδες.
Κι η πόρτα ευτύς γοργάνοιξε, μπουλούκμπασης προβάλλει
και κοντοστέκει δίπλα κει σ’ έναν ξενομερίτη
κι αφού κρυφομιλήσανε φετφάν άλλο διαβάζει
και θάνατο σαν πρόσταξε χαμόγελα ο Νίκος
κρατώντας το γαρούφαλο το μοσκομυρισμένο
άλικο σαν το αίμα του, φλογάτ’ ως η ψυχή του.
Τα αφέντικα θεριέψανε, αίμα ζητούν να πιούνε
προστάζουν τα μπουλούκια τους κι όλα τα τσαγκαλάκια
το θάνατο γυρεύουνε, οχροί, τ’ αντρειωμένου.

Και στο Γουδί τον στήσανε πριν ήλιος να φωτίσει
τρισκόταδο μια Κυριακή -του Μάρτ’ ήταν τριάντα
Μ’ όλα σύνεργα μαζί κι όλα φαρμάκι στάζαν.
Και στη γλυκιά την ξαστεριά τ’ αστέρια π’ αραιώναν
πριν να του κόψουν την πνοή, εφώναξε ο λεβέντης:
«Πατρίδα ακριβομάνα μου και σεις αδέρφια σκλάβοι
πετάξτε τούτο το βραχνά, τη λάμια, τη φοβέρα
που μας πατάνε ζωντανούς κι αίμα δικό μας πίνουν
και λυτρωμό στον τόπο μας αδέρφια να γευτούμε.
Παγκόσμια να ‘ν’ η Χρυσαυγή κι ευτυχισμένη η πλάση
και δίκαια ν’ αχτιβολεί στην οικουμένη ο γήλιος».
Τ’ άκουσε η γη και τρόμαξε και άρχισε να σιέται
κι ο ουρανός βροντάστραψε κι αστροπελέκια ρίχνει
κι ο κάτω κόσμος χαλασμός, το γίγαντα φοβάται.
Κι από ψηλά ένα σύννεφο μαύρο, ανεμοδαρμένο,
πέφτει στη γη σαν αστραπή, βογγώντας μανιασμένο
και παίρνει την φωνή ψηλά, μαζί του τηνε σέρνει
κι απλώνει την ο άνεμος σ’ όλη την οικουμένη.
Τ’ άκουσε ο σκλάβος ο λαός και σφίγγει τη γροθιά του
και το κορμί του στήλωσε, το μίσος του θεριεύει
και δίνει όρκο φοβερό και γδικιωμό του τάζει.
Μάρτης 1953

Ο Νίκος Μπελογιάννης σε αφίσα ….σε δρόμο της Αθήνας 1976

Μαύρο μαντάτο και πικρό την Αλβανία γέμισε και λέει: Τον Μπελογίαννη ξάπλωσαν νεκρό, κι ήτανε σαν να χάσαμε δικό, σαν τον Κεμάλ η καρδιά τον κλαίει.

Σύμβολο λευτεριάς, αγνό στεφάνι το αίμα σου που εχύθη Μπελογιάννη.

Μιλάει ο Εμβέρ στο Κόμμα μας μπροστά… Ενός λεπτού σιγή στο συντροφό μας. Τον πόνο μας με λόγια αδερφικά να πούμε στα συντρόφια τα πιστά στο κόμμα της Ελλάδας τ’ αδερφό μας.

Του Τσώρτσιλ, του Τρούμαν τα σκυλιά, οι άτιμοι προδότες της Αθήνας τον σκότωσαν στη νύχτα τη βαθιά. Μα η Ελλάδα το παιδί της το τιμά η ματωμένη Ελλάδα η αδερφή μας.

Έχει η Ελλάδα Μπελογιάννηδες πολλούς. Το αίμα τους, ποτάμι φουσκωμένο, ποιος της ζωής θα πνίξει τους χυμούς μεσ’ στης Ελλάδας ζούνε τους βωμούς οι ήρωες – στεφάνι δοξασμένο.

Μωϋσής Ζαλόσνια

ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Αγαπητός στο λαό, μισητός στους εχθρούς του

Μπροστάρης κουκουές, μπολσεβίκος

 

Τον ξέρουνε τα ελάτια, τα πλατάνια,

ίδιος μ’ αυτά περήφανος, στητός

αχούν απ’ τη φωνή του τα ρουμάνια

μπρος για τη νίκη, για το κόμμα εμπρός.

Ο Μπελογιάννης ζει μες στην καρδιά μας.

Ο Μπελογιάννης ζει πα στις κορφές.

Ο Μπελογιάννης ζει κι είναι κοντά μας

στων τραγουδιών τις λεύτερες στροφές.

Ζει σ’ όλους τους καιρούς, σ’ όλους τους τόπους

το κάθε σπίτι, σπίτι του δικό.

Ζει ο Μπελογιάννης, ζει με τους ανθρώπους

που χτίζουν έναν κόσμο σοσιαλιστικό.

Και στο τραπέζι της χαράς της πρώτης

στης νίκης της ειρήνης τη γιορτή

ο Μπελογιάννης θάν’ πανηγυριώτης

με κόκκινο γαρούφαλο στ’ αφτί.

Μ’ ένα γαρούφαλο άλικο δικό μας

σαν της γλυκιάς μας άνοιξης δροσιά

πανώριο ματωμένο κι ακριβό μας

απ’ την τρανή της γης λαοαπλωσιά.

Ο Μπελογιάννης ζει άσβεστη δάδα.

Ο Μπελογιάννης ζει μες στις καρδιές

στον κόσμο ειρήνη, ειρήνη στην Ελλάδα

στο μήνυμά του εμπρός κομμουνιστές.

(Δημήτρης Ραβάνης – Ρεντής)

Ο Μπελογιάνννης, διά χειρός Πάμπλο Πικάσο

Η εκτέλεση ενέπνευσε  τον γάλλο ζωγράφο Peter de Francia, που ζωγράφισε το 1953 τον πίνακα «Η εκτέλεση του Μπελογιάννη»

Στις 27 Απριλίου 1952 από ραδιοφωνική εκπομπή της Ελεύθερης Ελλάδας διαβάστηκε το ποίημα του Α. Σπήλιου «Πρωτομαγιά 1952» με υπότιτλο «στη μνήμη του»:

Ήρθ’ η Πρωτομαγιά – σε περιμένει
μ’ όλα τα ρόδα της στου δρόμου τη φραγή
κι η θύμησή σου, σύννεφο βαρύ,
σαν καταχνιά θολή, ματωβαμένη.

Ανέμισ’ η σημαία, ξεδιπλωμένη,
απ’ το Σικάγο και από το Φουρμί
– Ψηλά η Ζωή! Μπροστά η ζωή! – κι οι σκοτωμένοι
μι’ ατέλειωτη, μαζί, τραβούν γραμμή…

Νίκο, – η Πρωτομαγιά, η δοξασμένη.
Νίκο – οι ουντάρνικοι περνούν – σήκω να δεις,
πως πλαταγίζει – γλώσσα προσταγής
με τ’ όνομά σου η σημαία τους στολισμένη.
Τώρα περνούν το «δρόμο Μπελογιάννη».
η κάθε πολιτεία, φυλαχτό
σε κρέμασε στα στήθια της, γιορτάνι,
πρωτομαγιάτικο στεφάνι, δροσερό.
[…]
Καίει, Μπελογιάννη, το φιλί σου στο κελλί,
μεσ’ της πατρίδας το κελλί, ώ πόσο καίει!
φλόγα κι ανέβη στης σημαίας την κορφή,
δαυλός ζωής και κάλεσμα – και λέει.

– Ψηλά η ζωή! Μπροστά η ζωή – Πρωτομαγιά!
Χάρε μπαμπέση, τον καιρό σου χάνεις
σαν πολεμούν του Γράμμου τα παιδιά
– Και τη σημαία, μπροστά ο Μπελογιάννης!

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ

Έχω απάνω στο τραπέζι μου
τη φωτογραφία του ανθρώπου
με το άσπρο γαρούφαλο –
που τον ντουφέκισαν
στο μισοσκόταδο
πριν απ’ την αυγή,
κάτω απ’ το φως των προβολέων.

Στο δεξί του χέρι
κρατάει ένα γαρύφαλο
πούναι σα μια φούχτα φως
απ’ την ελληνική θάλασσα.

Τα μάτια του τα τολμηρά,
τα παιδικά,
κοιτάζουν, άδολα,
κάτω από τα βαριά μαύρα τους φρύδια.

Έτσι άδολα –
όπως ανεβαίνει το τραγούδι
σα δίνουν τον όρκο τους
οι κομμουνιστές.
Τα δόντια του είναι κάτασπρα –
ο Μπελογιάννης γελά.
Και το γαρύφαλο στο χέρι του
είναι σαν το λόγο πούπε στους ανθρώπους
τη μέρα της λεβεντιάς –
τη μέρα της ντροπής.

Αυτή η φωτογραφία
βγήκε στο δικαστήριο
ύστερ’ απ’ την καταδίκη σε θάνατο.(Περιοδικό “Σοβιετική Γυναίκα” Απρίλη 1952)

Ναζίμ Χικμέτ

«Αφιερωμένο στο Νίκο Μπελογιάννη».Εργο του Γιώργου Φαρσακίδη

Ο Αλέξης Πάρνης (κατά κόσμον Σωτήρης Λεωνιδάκης) τιμήθηκε το 1955 με το Βραβείο Παγκόσμιας Ποίησης της Νεολαίας, (κριτική επιτροπή: Ναζίμ Χικμέτ, Λουί Αραγκόν, Πάμπλο Πικάσο, Νικόλα Γκιγιέν) για το επικό ποίημα «Νίκος Μπελογιάννης»:

Κι αν ευτυχία είναι να μπεις μες στην Αμαλιάδα
σαν γιος και λυτρωτής: («Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα»!)
φέρνοντας με τη Λευτεριά και μια παγκόσμια ελπίδα,
τότε θα πω: κατάματα την ευτυχία την είδα.
Και μέσα απ’ το λαρύγγι του και την ψυχή του μέσα
βγαίνουν κραυγές Νικηταρά, φοβέρες Παπαφλέσσα
που σμίγουν τη μανία τους με το δικό του μένος:
«Βάλτε φωτιά στους Γερμανούς και τους προσκυνημένους»!
Άχαρος είναι ο πόλεμος κι έχει μόνο μια χάρη:
Βοηθάει να ξεχωρίσουμε την ήρα από το στάρι.
Φυλάχτε σαν τα μάτια σας τη Λαϊκή Εξουσία,
έτσι θα πιάσει μοναχά ο αγώνας κι η θυσία.
(απόσπασμα)

Ποίημα για τον Μπελογιάννη έγραψε και ο ελβετός καθηγητής ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Λωζάνης και μέλος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης, Αντρέ Μπονάρ. Ο Μπονάρ, που είχε ήδη δραστηριοποιηθεί με την ελβετική επιτροπή βοήθειας στη Δημοκρατική Ελλάδα σε καμπάνια ενάντια στη Μακρόνησο, κινητοποιήθηκε και για την τύχη του Μπελογιάννη και μετά την εκτέλεσή του συνέθεσε ένα ποίημα, του οποίου παραθέτουμε ένα απόσπασμα:

Μητέρα μας Ελλάδα,
κοίτα λοιπόν σε τι σ’ έχουν μεταβάλει,
σε χώρα που οι δήμιοι βασιλεύουν,
σε Γη της Επαγγελίας των δολοφόνων,
εσένα, πηγή της ελευθερίας των λαών,
Εσένα των επαναστάσεων τροφό, ενάντια στους τυρράνους,
Εσένα γη της αντίστασης πάππου προς πάππου
Τώρα χτυπιέσαι μ’ αλυσσωμένα χέρια.

Μετά τη μεταπολίτευση και με την άνοδο του αριστερού κινήματος, άρχισαν να ακούγονται και τραγούδια για τον Μπελογιάννη. Το γνωστότερο είναι ίσως το τραγούδι Ο Μπελογιάννης ζει, σε μουσική Λάκη Χατζή και στίχους Δημήτρη Ραβάνη με τη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη:
Τον ξέρουνε τα ελάτια, τα πλατάνια
ίδιος μ’ αυτά, περήφανος, στητός
αχούν απ’ τη φωνή του τα ρουμάνια
μπρος για τη νίκη, για το κόμμα μπρος.

Ο Μπελογιάννης ζει μες στην καρδιά μας,
ο Μπελογιάννης ζει πα στις κορφές
ο Μπελογιάννης ζει κι είναι κοντά μας
στων τραγουδιών τις λεύτερες στροφές.

Ζει σ’ όλους τους καιρούς, σ’ όλους τους τόπους
το κάθε σπίτι, σπίτι του δικό.
Ζει ο Μπελογιάννης, ζει με τους ανθρώπους
που χτίζουν έναν κόσμο σοσιαλιστικό.

Ο Μπελογιάννης ζει μες στην καρδιά μας,
ο Μπελογιάννης ζει πα στις κορφές
ο Μπελογιάννης ζει κι είναι κοντά μας
στων τραγουδιών τις λεύτερες στροφές.

Μαρμάρινη στήλη στην κορυφή Γκόλιο του Γράμμου προς τιμήν του Νίκου Μπελογιάννη

Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε τους στίχους του Γιάννη Θεοδωράκη και ο Γιώργος Νταλάρας τραγούδησε το έτερο τραγούδι με τίτλο Μπελογιάννης, που ακούστηκε στην ταινία «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο» το 1980:
Ο Μπελογιάννης
βροχή μέσα στους κάμπους
στην πέτρα στο στάχυ
στου σπιτιού μας τη σκεπή

Στο χώμα μας βαθιά η αγκαλιά σου
κρατάει η πέτρα τη λευτεριά
κόκκινη γαρουφαλλιά
του ήλιου φωτιά

Η ταινία του Νίκου Τζίμα, «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο» ήταν μια περιγραφή της τελευταίας περιόδου της ζωής του Νίκου Μπελογιάννη, από την άφιξή του στην Ελλάδα μέχρι την εκτέλεσή του.

Προσωπικότητες παγκόσμιου κύρους, (στη φωτ. από πάνω αριστερά) όπως ο Λουί Αραγκόν, ο Πωλ Ελυάρ, ο Ζαν Κοκτώ, ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, ο Τσάρλι Τσάπλιν και άλλοι, κινητοποιήθηκαν μαζί με εκατομμύρια ανθρώπους για τη σωτηρία του Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του

Αξίζει σήμερα, τόσα χρόνια μετά από τη θυσία του Νίκου Μπελογιάννη, να θυμηθούμε το πρωτοφανές κίνημα διεθνιστικής αλληλεγγύης που ξεσηκώθηκε για να σωθεί ο κομμουνιστής αγωνιστής.

Ο παλαίμαχος κομμουνιστής, Γιώργης Τρικαλινός,που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας, που εκείνη την εποχή βρισκόταν στη Γαλλία, είναι ο πιο κατάλληλος για να μας μεταφέρει στο κλίμα αυτό. Σε συνέντευξή του το 1992 στο «Ρ» έχει πει: «Αυτό που γινόταν στη Γαλλία αλλά και στις άλλες χώρες, ήταν φοβερό να το συλλάβει κανείς. Δεν υπήρχε άνθρωπος – απλοί εργαζόμενοι, γυναίκες, άνθρωποι των Γραμμάτων και Τεχνών, πολιτικές προσωπικότητες απ’ όλους τους πολιτικούς χώρους – που να μην κινητοποιείται. Επικεφαλής βεβαίως, ήταν οι Γάλλοι κομμουνιστές και η «Ουμανιτέ» καθημερινά αφιέρωνε μια σελίδα στη δίκη. Επίσης ο Ζολιό Κιουρί,πρόεδρος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης, η Ειρήνη Κιουρί,ο Πωλ Ελυάρ,ο ΠάμπλοΠικάσο που με το σκίτσο του, του Μπελογιάννη, «τον άνθρωπο με το γαρίφαλο», που φιλοτέχνησε, έστειλε το μήνυμα σ’ όλο τον κόσμο, η Σιμόν Σινιόρε και πολλοί άλλοι… Κινητοποιήσεις γίνονταν στην Αυστραλία, στη Ν. Υόρκη, σε όλες τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Στην Ιταλία, 250 βουλευτές υπογράφουν έκκληση και στο Μιλάνο και άλλες πόλεις γίνονται μαζικές διαδηλώσεις. Στην Αγγλία, 57 βουλευτές του Εργατικού Κόμματος υπογράφουν. Μεγάλες κινητοποιήσεις γίνονται παντού μέχρι και την Αίγυπτο».

Το ΚΚ Ιταλίας πραγματοποίησε εκστρατεία εγγραφής νέων μελών ως υποχρέωση απέναντι στον Μπελογιάννη.

«Είμαι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ και ακριβώς για την ιδιότητά μου αυτή δικάζομαι, γιατί το Κόμμα μου παλεύει και χαράζει το δρόμο της Ειρήνης, της Ανεξαρτησίας και της Ελευθερίας».

«Θα έλεγα ότι «δε μιλάνε για σχοινί στο σπίτι του κρεμασμένου», γιατί ο κόσμος το ‘χει τούμπανο τι ρόλο παίζουν οι Αμερικανοί στην Ελλάδα. Και εδώ μέσα αποδείχτηκε ο ρόλος τους, ακόμη και στις ανακρίσεις της Ασφάλειας. Οι κομμουνιστές δεν είναι όργανα των ξένων. Ο κομμουνισμός είναι πανανθρώπινο ιδανικό και παγκόσμιο κίνημα».

«Μπορεί ποτέ όργανα των ξένων να δημιουργήσουν ένα τέτοιο μεγαλειώδες κίνημα; Ποιος ξένος πράκτορας δίνει με τέτοια απλοχεριά τη ζωή του, όπως τη δίνουν χιλιάδες κομμουνιστές; Οι θυσίες αυτές μόνο με τις θυσίες των πρώτων χριστιανών μπορεί να συγκριθούν. Αλλά και πάλι υπάρχει μια διαφορά, ότι ενώ οι χριστιανοί δέχονταν το μαρτύριο και το θάνατο, ελπίζοντας να κληρονομήσουν τη βασιλεία των ουρανών, οι κομμουνιστές δίνουν τη ζωή τους μην ελπίζοντας σε τίποτα. Τη δίνουν για ν’ ανατείλει στην ανθρωπότητα ένα καλύτερο, ευτυχισμένο αύριο, που αυτοί δε θα το ζήσουν. Ποιο όργανο των ξένων μπορεί να προσφέρει τη ζωή του σ’ έναν τέτοιο μεγάλο σκοπό;».

«Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας έχει στο λαό βαθιές ρίζες. Συνδέεται μαζί του με ακατάλυτους δεσμούς αίματος και δεν μπορεί κανείς να το εξοντώσει ούτε με στρατοδικεία, ούτε με εκτελεστικά αποσπάσματα».

«Τα δικαστήριά σας είναι δικαστήρια σκοπιμότητας. Γι’ αυτό δε ζητώ την επιείκειά σας. Αντικρίζω την καταδικαστική σας απόφαση με περηφάνια και ηρεμία. Με το κεφάλι ψηλά θα σταθώ μπροστά στο εκτελεστικό σας απόσπασμα. Αλλά είμαι σίγουρος πως θα ‘ρθει η μέρα, που οι ίδιοι δικαστές, που τώρα με δικάζουν, θα ζητήσουν χάρη απ’ τον ελληνικό λαό. Δεν έχω άλλο τίποτε να πω».

(Αποσπάσματα από την απολογία του Νίκου Μπελογιάννη, στην πρώτη δίκη, το Νοέμβρη του 1951)

«Την ευθύνη για το ότι η ελληνική γη είναι σπαρμένη με τάφους και ερείπια, τη φέρουν μόνο οι ξένοι ιμπεριαλιστές και οι Ελληνες υπηρέτες τους».

«Αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από τους κατηγόρους μας. Το δείξαμε όταν εκινδύνευε η ελευθερία, η ανεξαρτησία και η ακεραιότητά της και, ακριβώς, αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες χωρίς πείνα και πόλεμο. Για το σκοπό αυτό αγωνιζόμαστε και όταν χρειαστεί θυσιάζουμε και τη ζωή μας. Πιστεύω ότι δικάζοντάς μας σήμερα, δικάζετε τον αγώνα για την ειρήνη, δικάζετε την Ελλάδα».

«Οι οργανωτές αυτής της δίκης, ντόπιοι και ξένοι, κατέβαλαν πρωτοφανείς προσπάθειες για να κατασυκοφαντήσουν τον αγώνα του ΚΚΕ, χωρίς να διστάσουν ούτε μπροστά στη διαστρέβλωση γνωστών κειμένων (…) Αλλά παρ’ όλα αυτά, αποδείχτηκε ότι το ΚΚΕ είναι κόμμα πατριωτικό, με τίτλους εθνικούς, που κανένα άλλο κόμμα δεν έχει να παρουσιάσει. Γιατί στο βωμό της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας της Ελλάδος έχει προσφέρει φοβερές εκατόμβες (…) Γι’ αυτό οι σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος δε δολοφονούν εμάς. Δολοφονούν την ειρήνευση και την τιμή της Ελλάδος».

(Αποσπάσματα από την απολογία του Νίκου Μπελογιάννη, στη δεύτερη δίκη, το Φλεβάρη του 1952)

Αυτή είναι η ελευθερία του κομμουνιστή. Αυτή η ελευθερία να αγωνίζεται για να ανατρέψει την ταξική σκλαβιά κάτω απ’ οποιεσδήποτε συνθήκες. Απ’ αυτό απορρέει και η δύναμη της αντοχής των κομμουνιστών. Δύναμη που αναδεικνύει τις αξίες του αγώνα, της ανιδιοτέλειας στην καθημερινή ακατάπαυστη προσφορά τους, με μόνο αντάλλαγμα τη δικαίωση της εκπλήρωσης του καθήκοντος. Να αντιπαλεύουμε το σύστημα ως την ανατροπή του για την οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Το άγαλμα του Νίκου Μπελογιάννη στο Βερολίνο

Το άρθρο στηρίχθηκε σε υλικό από Ριζοσπάστη,istoriologio.blogspot.com,anasintaxi.blogspot.com,ropewalker.pblogs.gr
 Αναδημοσίευση από kokkinosfakelos.blogspot.com
Η  απόπειρα ιδεολογικού «αποχρωματισμού» της
ποίησης του Γ. Ρίτσου και η σκόπιμη αλλοίωση της πολιτικής του ταυτότητας και
της κομματικής του ένταξης δεν αποτελούν μιαν ειδική ατυχή περίπτωση στην
πρόσφατη σχολική βιβλιογραφία, αντίθετα συγκροτούν τυπικό και ουσιαστικό δείγμα
της γενικότερης αντιδραστικής στροφής στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης μέσα από
τα νέα βιβλία και αναλυτικά προγράμματα, στα οποία κατισχύει η ιδεολογική
μονομέρεια. Αυτή η μεροληψία δεν εκφράζεται μόνο με την υπερπροβολή των
εκπροσώπων του ιδεαλισμού και της κυρίαρχης πολιτικής και την επικράτηση του
ανορθολογισμού, αλλά και με την παραχάραξη και κιβδηλοποίηση των εκπροσώπων της
μαρξιστικής σκέψης και ιδεολογίας στη λογοτεχνία, έτσι ώστε από τη μια να
διατηρείται το άλλοθι της προοδευτικότητας και της δημοκρατικής
αντιπροσωπευτικότητας και από την άλλη να υιοθετούνται εκδοχές που εκπορεύονται
από την κυρίαρχη και μόνον αντίληψη και ιδεολογία.
Οι αλλαγές στο περιεχόμενο των
βιβλίων της σχολικής λογοτεχνίας από το 1998 μέχρι σήμερα φρόντισαν με επιμέλεια
να αφαιρέσουν από την ποίηση του Γ. Ρίτσου τον ιδεολογικό, κοινωνικό και
πολιτικό της χαρακτήρα και να τον παρουσιάσουν σαν κάτι που ποτέ δεν υπήρξε. Για
παράδειγμα, η «Ρωμιοσύνη», τα ουσιαστικά κι ολοκληρωμένα αποσπάσματα που υπήρχαν
στα παλιότερα βιβλία εξαφανίστηκαν και στη θέση τους επιλέχτηκαν μια σειρά από
ποιήματα και αποσπάσματα, που εμφανίζουν τον Ρίτσο σαν οντολογικό και όχι
κοινωνικό, λυρικό ποιητή με μεταφυσικές και υπαρξιακές αγωνίες και αναζητήσεις,
ενώ πλήθυναν οι ύποπτες αιχμές και οι σκόπιμοι υπαινιγμοί για την αναθεώρηση και
κριτική αποστασιοποίηση του ποιητή από την ιδεολογία του. Ειδικότερα, στα
κείμενα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας θεωρητικής κατεύθυνσης της Γ΄ Λυκείου
περιλαμβάνεται η «Σονάτα υπό το Σεληνόφως» και εντάσσεται στην εξεταστέα ύλη των
πανελλαδικών. Ηδη το ανυπόγραφο εισαγωγικό σημείωμα (σελ. 33 του βιβλίου) με
αφορμή την ολοκλήρωση της σύνθεσης το 1956 διαπιστώνει ότι το ποίημα εκφράζει
τις ανακατατάξεις στο χώρο της αριστεράς (20ό Συνέδριο ΚΚΣΕ και
ευρωκομμουνιστικό ρεύμα). Οι αμφισβητήσεις αυτές κατά το συντάκτη εκδηλώνονται
στο ποίημα, με το οποίο ο Ρίτσος εγκαταλείπει τις προηγούμενες «ηρωικές»
δεκαετίες της ποίησής του. Τα εισαγωγικά που συνοδεύουν το επίθετο «ηρωικές»
είναι σημάδι μιας χλεύης στην προσωπικότητα και το έργο του ποιητή, εφόσον
αμφισβητούν τον επαναστατικό ηρωισμό της πολιτικής και ποιητικής του πορείας και
υπονοούν πως για χρόνια ο ποιητής βρισκόταν σ’ ένα σύννεφο φαντασιακής ηρωικής
πλάνης, το οποίο διαλύθηκε επιτέλους και προσγειώθηκε με τη Σονάτα του στην
αλήθεια της πραγματικής κατά τη γνώμη τους τέχνης. Μια τέτοια θεώρηση υπάρχει
μόνο στη σκοτεινή πρόθεση αυτών που προσπαθούν να παραχαράξουν την «Τέταρτη
Διάσταση» γράφει ο Τάσος Λειβαδίτης. «Ολοι σπεύδουν να δουν το πιο θεαματικό
εσωτερικό ταξίδι του ποιητή, στην πραγματικότητα όμως συμβαίνει κάτι πολύ
σπουδαιότερο: ο Ρίτσος όχι μόνο δεν αλλάζει ιδεολογία, δεν αλλάζει τη θέση
του μέσα στον κόσμο, αλλά υπερασπίζεται κιόλας τη στάση που κρατούσε πριν και
που κράτησε πάντοτε
».
Το εισαγωγικό σημείωμα
παρουσιάζει την ποιητική σύνθεση της Σονάτας σα δυνατή ικεσία στην ελπίδα, ενώ
στην ουσία είναι η βεβαιότητα για την κοινωνία της τάξης με τα ροζιασμένα χέρια,
των ανθρώπων του μόχθου, του τίμιου ιδρώτα, η πολιτεία της εργατικής εξουσίας. Η
ίδια η Σονάτα – σύμφωνα με τις διδακτικές οδηγίες – ερμηνεύεται σαν υπαρξιακό
ποίημα με κυρίαρχα τα μοτίβα της φθοράς και του θανάτου και μιας γενικόλογης
πάλης του παλιού με το νέο, χωρίς αυτά να προσδιορίζονται. Θεωρείται
αυτοεξομολόγηση και όχι δυνατή κραυγή που αποκαλύπτει την πλήρη παρακμή του
αστικού πολιτισμού και τη σήψη της αστικής τάξης και του συστήματός της (η
γυναίκα με τα μαύρα, τα θρησκευτικά ποιήματά της, το παλιό σπίτι) μια παρακμή
που νομοτελειακά οδηγεί στο νέο, την πολιτεία της εργατικής τάξης, μακριά από
την υποκρισία και την ηθική εξαχρείωση ενός παρελθόντος καταπίεσης και
εκμετάλλευσης, που πεθαίνει μέσα σε μια ασφυκτικά νοσηρή ατμόσφαιρα. Η Σονάτα
ανάμεσα στα άλλα θέτει ακέραια το πρόβλημα της θέσης και της ευθύνης του
καλλιτέχνη μέσα στον κόσμο να οδηγήσει τα πράγματα στο φως, να γίνει με την
τέχνη του φορέας συνειδητοποίησης και στοιχείο της ανατρεπτικής τροχιάς των
πραγμάτων. Το κλειδί για ν’ ανοίξει κανείς τις πόρτες των ποιητικών συμβόλων του
Γ. Ρίτσου δεν είναι η προβαλλόμενη από τους κιβδηλοποιούς υπαρξιακή ερμηνεία ότι
τάχα στο νεότερο έργο του Ρίτσου «η ζωή είναι μια περιπέτεια ανθρώπινης
αδυναμίας». Αντίθετα, για τον κομμουνιστή ποιητή οι τραγικές αντινομίες της
κατάστασης που υπάρχουν μέσα στον κόσμο ξεπερνιούνται, λύνονται από τη συνείδηση
του «υπάρχειν μέσα στην κοινωνία», μα πιο πολύ με το να γίνεται ο άνθρωπος
συλλογικός, ενεργητικός παράγοντας στη διαδικασία του κοινωνικού επαναστατικού
μετασχηματισμού και της απελευθέρωσης. Ετσι κανείς καταλύει τη φθορά του χρόνου
και του θανάτου μέσα στο χρόνο, γίνεται σύμμαχός σου ο χρόνος, όταν συμβάλλεις
στο επαναστατικό γίγνεσθαι, στην πρόοδο της ανθρωπότητας. Μ’ αυτή την έννοια ο
Γ. Ρίτσος είναι ο ποιητής των αντινομιών, που ξεπερνιούνται και λύνονται στο
υψηλό επίπεδο των θέσεων του διαλεκτικού υλισμού.
Στην υπόλοιπη σχολική βιβλιογραφία επιλέγονται μη
αντιπροσωπευτικά ποιήματα του Γ. Ρίτσου π.χ. το «Πρωινό Αστρο», Α΄ Γυμνασίου,
για να εμφανιστεί ο ποιητής σα λυρικός και μόνο. Ο λυρισμός του βέβαια είναι
διάχυτος και στον «Επιτάφιο». Ομως αυτός δεν επιλέγεται για τη σχολική
διδασκαλία, επειδή ο Επιτάφιος αξιοποιεί μέσα από το λυρισμό το αγωνιστικό
πρότυπο ζωής και αυταπάρνησης με πολιτικά και κοινωνικά μηνύματα αισιόδοξης
συνέχειας του αγώνα για τη δικαίωση της εργατικής τάξης, γι’ αυτό και μπαίνει
στο περιθώριο. Το «Πρωινό Αστρο», αν και αριστούργημα, περιορίζει τον Ρίτσο στα
σχήματα της πατρικής στοργής και τρυφερότητας και τον απομονώνει στον κύκλο της
«Οικογενειακής ζωής» στη θεματική ενότητα της οποίας εντάσσεται και το ποίημα
στο βιβλίο.

Στη Β΄ Γυμνασίου επιλέγεται το «Ασπρο ξωκλήσι» από τα
Λιανοτράγουδα ενταγμένο στην ενότητα «Θρησκευτική ζωή». Ετσι η καμπάνα του
ξωκλησιού που «ολονυχτίς κουρδίζεται για του Αϊ Λαού τη σκόλη», το «μικρό, στενό
παράθυρο» που πυροβολεί ανάγονται σε θρησκευτικά σύμβολα της ζωής του λαού μας
και όχι σε αγωνιστικά σημεία εξέγερσης και προετοιμασίας για τη μεγάλη κοινωνική
αλλαγή. Αποσιωπάται το γεγονός ότι τα στενά παράθυρα των ξωκλησιών ήταν
πολεμίστρες για τους Κλέφτες και Αρματολούς, καταφύγια και κρυψώνες για κάθε
λογής αντάρτες και αποκρύπτεται το βαθύτερο νόημα του Λιανοτράγουδου, που είναι
ο διαρκής και ασίγαστος αγώνας του λαού μας για εθνική και κοινωνική
απελευθέρωση. Το ίδιο και στο βιβλίο της λογοτεχνίας για τη Γ’ Γυμνασίου
επιλέγεται το «Αρχαίο θέατρο», στο οποίο ο Ρίτσος παρουσιάζεται σαν ο ποιητής
του αρχαίου ελληνικού μέτρου και θαυμαστής της ακουστικής των αρχαίων θεάτρων,
αν και ακόμη και στο ποίημα αυτό μπορεί να ανιχνεύσει κανείς τη διαλεκτική σχέση
της φύσης και της τέχνης μέσα από τις αντιθέσεις που οδηγούν στην αρμονία και τη
σύνθεση. Στο ίδιο βιβλίο διδάσκεται απόσπασμα από τη «Ρωμιοσύνη» (σελ. 190-191)
στο οποίο υπάρχουν εικόνες της φύσης το καλοκαίρι, όπου οι συμβολικές αναφορές
στην Παναγιά που πλαγιάζει στις μυρτιές με λεκιασμένη φούστα απ’ τα σταφύλια και
τα περβόλια του θεού ερμηνεύονται σα θρησκευτικά βιώματα και όχι σα σύμβολα του
μόχθου της γυναίκας αγρότισσας και εργάτριας, που συχνά στην ποίηση του Γ.
Ρίτσου ταυτίζεται με την Παναγιά. Οι οδηγίες των ερωτήσεων στη «Ρωμιοσύνη»
καλούν τα παιδιά να φτιάξουν έναν κατάλογο από τα υπάρχοντα πρόσωπα και να τα
συγκρίνουν με αποσπάσματα μεταφυσικής ατμόσφαιρας από το «Αξιον Εστί» του Ελύτη.

Ετσι στη συνείδηση των παιδιών σχηματίζεται η εντύπωση ότι η «Ρωμιοσύνη»
δεν είναι το ποίημα που εξυμνεί τη συνέχεια των ηρωικών αγωνιστικών παραδόσεων
του λαού μας μέσα από την Αντίσταση, αλλά εικόνα από την ελληνική φύση και τις
θρησκευτικές δοξασίες. Το ίδιο γίνεται και με το Λιανοτράγουδο «Κουβέντα με ένα
λουλούδι» που μετακόμισε στα βιβλία του Δημοτικού για να ερμηνεύεται σαν ένα
ποίημα επικοινωνίας του ανθρώπου με τη φύση και όχι σαν έκφραση ευγνωμοσύνης του
εξόριστου προς το κυκλάμινο, που βρήκε τη δύναμη ν΄ ανθίσει στον ξερό βράχο της
εξορίας του, σα συνέχεια της ζωής μέσα από το αίμα του αγώνα που «σύναξε» σ’
αυτό το βράχο του θανάτου για να πλέξει το ρόδινο μαντίλι της ελπίδας και της
αισιοδοξίας.

Ο «αποχρωματισμός», η παραποίηση του έργου του Γ. Ρίτσου στη
σχολική βιβλιογραφία υπάγεται στην όλη διαδικασία για την εξαφάνιση κάθε
ριζοσπαστικής αντίληψης και αγωνιστικής ιδέας από τα σχολικά βιβλία και άλλων
μαθημάτων με στόχο την εξάλειψη κάθε ανατρεπτικής άποψης και την πλήρη
ιδεολογική υποταγή και χειραγώγηση των μαθητών. Ο Γ. Ρίτσος όμως, ό,τι και να
ισχυρίζονται, ομολογεί συγκλονιστικά τη βαθιά του πίστη στην κομμουνιστική
ιδεολογία σε κείμενό του που έγραψε σαν πρόλογο στα ποιήματα του Μαγιακόφσκι, τα
οποία και μετέφρασε: «Κάποιοι ποιητές αναλώνονται στο στάδιο της ατομικής
εξομολόγησης, της απολύτρωσης και της αυτοθεραπείας τους. Η τέχνη όμως κατά τη
γνώμη μας δεν μένει εκεί. Γίνεται για μας Βλαδίμηρε καθολική έκφραση της ανάγκης
των ανθρώπων του λαού για δικαιοσύνη, ελευθερία, κοινωνική ευτυχία. Η ανάγκη για
τον κομμουνιστή ποιητή συμπίπτει με τη γενικότερη ανθρώπινη ανάγκη, αυτήν
αποκαλύπτει, τη διαμορφώνει αισθητικά και δείχνει το δρόμο για την κάλυψή της,
την επανάσταση. Αυτό το σκοπό υπηρετούμε». Αυτή είναι και η αντίληψη, η ουσία, η
προσφορά της ποίησης του Γ. Ρίτσου.

Οσο για την απόπειρα διαστροφής των
μηνυμάτων και της τέχνης του απαντούν τα όσα γράφει ο Γ. Σεφέρης στις «Δοκιμές»
του για την ερμηνευτική της ποίησης: «Πριν γράψει ο τίμιος κριτικός ή
ερμηνευτής σχόλια για το ποιητικό έργο, ας έχει πάντα στο νου του μια σιωπηρή
συμφωνία με τον τίμιο αναγνώστη και δημιουργό, πως αυτά που γράφει με κανέναν
τρόπο δεν μπορούν να αντικαταστήσουν το ποίημα. Η ποίηση μιλάει από μόνη της, ο
ερμηνευτής όμως καλείται αυτή τη μιλιά να την κάνει γλώσσα και σκέψη του κόσμου.
Γι’ αυτό κι έχει μεγάλη ευθύνη. Αν παραποιήσει την αλήθεια του δημιουργού και
την παραμορφώσει, εγκληματεί απέναντι στη τέχνη, την κοινωνία και τον
άνθρωπο.
Μάταια βέβαια προσπαθεί, γιατί όσο κι αν φορέσεις στην τέχνη το
προσωπείο της ψευτιάς, αυτό θα πέσει από την πιο καλλιεργημένη, καθώς νομίζω,
ομαδική ψυχή, την ψυχή του λαού μας που δεν ανέχεται τέτοιες
απάτες».

Ταμένος «για όλου του κόσμου το καλό»

Αναφορά στο διεθνές συνέδριο που οργάνωσε το Μουσείο Μπενάκη για τον Γ. Ρίτσο

Ο Γ. Ρίτσος (με καπαρντίνα), με τη μαντολινάτα του Αϊ-Στράτη, στην οποία συμμετείχε

Τεράστιο, πολυδιάστατο, μοναδικά ουμανιστικό το έργο του Γιάννη Ρίτσου, θα μένει παντοτινά ταμένο «για όλου του κόσμου το καλό, το φως και το τραγούδι». Ακριβώς γι’ αυτό ο «Ομηρος του 20ού αιώνα», όπως τον αποκαλούν οι Ρώσοι μελετητές του (υπολογίζουν το ποιητικό έργο του τρεις φορές μεγαλύτερο των ομηρικών επών), ο Γιάννης Ρίτσος, είναι και μεγάλος ποιητής του μέλλοντος. Και το έργο του οδηγητική «κληρονομιά» για την απανταχού «κοινωνία του Ανθρώπου». Αυτό απέδειξε η ψυχική έξαρση και τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα των ανώνυμων ανθρώπων, που βρέθηκαν στο αμφιθέατρο του Μουσείου Μπενάκη (Πειραιώς 138), το βράδυ της 1ης του Οκτώβρη, για να ακούσουν την Αλέκα Παΐζη να απαγγέλλει Ρίτσο και την Μαρία Φαραντούρη να ερμηνεύει μελοποιημένα ποιήματά του. Ψυχική έξαρση που κορυφώθηκε όταν, μετά την υπόκλιση των καλλιτεχνών, ο διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, Αγγελος Δεληβοριάς, αφού ευχαρίστησε από σκηνής την Μ. Φαραντούρη και τους μουσικούς, αγκάλιασε και σήκωσε ψηλά, με νόημα, την -από τα νιάτα της και μέχρι τέλους φίλη, συντρόφισσα, συνεξόριστη του ποιητή – Αλέκα Παΐζη.

Δε θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς: Οι ιδέες, τα οράματα, οι αγώνες, τα πάθη του και το έργο του απαρασάλευτα κομμουνιστή Ρίτσου μένουν «βράχος» ακλόνητος, ενιαίος και αδιαίρετος, να διαψεύδει οποιαδήποτε προσπάθεια μείωσης, «αποχρωματισμού», αμαύρωσης, αποσιώπησης και λησμόνησής του, όπως αποδείχτηκε και στο συνέδριο του Μουσείου Μπενάκη. Ενα συνέδριο, που εκπλήρωσε το Μουσείο Μπενάκη ως οφειλόμενο χρέος του απέναντι στην Φαλίτσα και στην Ερη Ρίτσου για τη δωρεά του πολύπλευρα πολύτιμου Αρχείου Ρίτσου. Ενα συνέδριο, με αδιάλειπτα παρούσα την Ερη Ρίτσου, από όπου σύσσωμος ο αστικός Τύπος έλαμψε διά της απουσίας του, συνεχίζοντας τη μακρόχρονη αποσιώπηση του ποιητή και του έργου του. Ενα συνέδριο με πολλές, γόνιμες για την περαιτέρω μελέτη του πολυσχιδούς έργου του Ρίτσου, εισηγήσεις Ελλήνων και ξένων μελετητών και μεταφραστών του. Αλλά, όπως ήταν αναμενόμενο, υπήρξαν και «αναμασήματα» – φανερά ή κρυφά – μηδενιστικών απόψεων κριτικών της αστικής τάξης, τύπου Αν. Καραντώνη. Απόψεις άκρου υποκειμενισμού, περιθωριοποίησης του ιστορικο-πολιτικού και ανάδειξης μόνο του «ερωτικού» Ρίτσου. Αισθήματα μειονεξίας, μικροψυχίας, προπαντός αντίθεσης με την κομμουνιστική «ταυτότητα» του Ρίτσου, επόμενα και με το μεγαλύτερο, αν όχι με όλο το έργο του. Αξιοσημείωτο είναι και το ότι οι περισσότεροι από τους εκφράσαντες τέτοιες απόψεις απείχαν από την καταληκτήρια εκδήλωση-συναυλία προς τιμήν του ποιητή. Οπως αξιοσημείωτες είναι και οι πληροφορίες μας ότι στην πρόταση του Μουσείου, προς την τιμητική και οργανωτική επιτροπή του συνεδρίου, να συμμετέχει ως ομιλητής ένας εκπρόσωπος του ΚΚΕ, καταλληλότατος μάλιστα, κάποιοι αντέδρασαν έντονα.

Θαυμαστές, επικριτές και «μαθητές»
Γ. Ρίτσος, Λουί Αραγκόν, Αντώνης Αμπατιέλος, Χαρίλαος Φλωράκης, κατά την επίσκεψη του Αραγκόν στην Αθήνα

Εχοντας παρακολουθήσει τις τετραήμερες εργασίες του συνεδρίου, με 45 και πλέον ομιλητές, θα προσπαθήσουμε να συμπυκνώσουμε την «εικόνα» του και το βασικό «στίγμα» των ομιλιών.

Από πλευράς του Μουσείου Μπενάκη την εισηγητική ομιλία έκανε ο Δημήτρης Αρβανιτάκης υπογραμμίζοντας: «Ο Ρίτσος συνέδεσε ρητά και αναπόσπαστα τον εαυτό του, τον κόσμο του, τη γλώσσα του και τη σιωπή του με το όραμα της κομμουνιστικής επανάστασης, με το ιδανικό της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Αν αυτό το ξεχάσουμε, είναι σαν να μελετάμε τον Κάλβο έξω από την Ελληνική Επανάσταση, τον Καβάφη έξω από την Αλεξάνδρεια, τον Μαγιακόφσκι έξω από την Οχτωβριανή Επανάσταση». Αξιες αναφοράς είναι και οι παρακάτω επισημάνσεις: «Σήμερα που ο κόσμος έχει αλλάξει, πώς και τι διαβάζουμε από το έργο του; Μήπως χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε ξανά τα κεντρικά ζητήματα του έργου του; Μήπως η αδυναμία να πλησιάσουμε κάποιες πτυχές του έργου του πρέπει να αποδοθεί και σε ανεπάρκεια του σημερινού μας βλέμματος; Ο Ρίτσος ερωτεύτηκε την πραγματικότητα. Μπορεί ο ρυθμός της ζωής να έχει αλλάξει, αλλά τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει τον «υπόγειο ρυθμό των πραγμάτων», το ποτάμι του γίγνεσθαι, που είναι ο κόσμος. Ο Ρίτσος ερωτεύτηκε την επανάσταση. Μόχθησε για μιαν άλλη δόμηση της πραγματικότητας, ταυτίστηκε με την κομμουνιστική Αριστερά και δεν αρνήθηκε -κάθε άλλο – να γίνει ο βάρδος ενός λαού που αγωνιζόταν για την αναίρεση αυτού του κόσμου, το σπάσιμο των Συμπληγάδων (…) Ο Ρίτσος έσπασε την αλήθεια του σε πολλά πρόσωπα και πολλά προσωπεία για να κυκλώσει το τέρας, να γίνει χίλιες φωνές και να πει «είμαι άνθρωπος και τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο»».

Με την Φαλίτσα και την Ερη τους

Ισως αυτές οι επισημάνσεις της εισηγητικής ομιλίας, όπως και το γεγονός ότι οι περισσότερες εισηγήσεις ύμνησαν την ανυπέρβλητη αξία όλου του έργου του Ρίτσου, εξηγούν την ενόχληση-παρέμβαση (μετά την υμνητική ομιλία του Μιχάλη Μερακλή για την αγωνιστική πορεία και το έργο του κομμουνιστή Ρίτσου) του Δημήτρη Μαρωνίτηότι «οι οργανωτές ήθελαν ένα ριτσόφιλο συνέδριο, αλλά έγινε υπέρ το δέον ριτσόφιλο».

«Αντιριτσόφιλο» ή «ριτσόφιλο»;

Προεδρεύοντας «τραπεζιού» με ποιητές, ο Νάσος Βαγενάς έθεσε ως θέματα της συζήτησης την «πολυγραφία», τη «φλυαρία» και το πώς βλέπουν την ποίηση του Ρίτσου. Κατά τον Χάρη Βλαβιανό, «πολιτική και ποίηση, το μόνο κοινό που έχουν είναι το γράμμα «π». Και το μόνο καλό πολιτικό ποίημα του Ρίτσου είναι ο «Ορέστης»». Κατά τον Νάσο Βαγενά, «ο Ρίτσος, όπως ο Πικάσο, έκανε χιλιάδες έργα φλύαρα, αλλά και κάποια καλά μικρά ποιήματα». Η Τζένη Μαστοράκη, θαυμάστρια του ακαταπόνητου «εργάτη» Ρίτσου, αποκάλεσε «ιδεολογική της συνείδηση» τις «Γειτονιές του κόσμου», που «θα ήταν καλύτερες αν έλειπαν τα 9/10» και «βαθιά πολιτικό ποίημα» την «Κυρά των αμπελιών». Μόνη επιχειρηματολογημένη και υπερασπιστική, προσκομίζουσα νέα στοιχεία προσέγγισης της ποίησης του Ρίτσου, σ’ αυτή τη συνεδρία, ήταν η άποψη του Δημήτρη Κοσμόπουλου: «Ο Ρίτσος δίνει υπέροχες απαντήσεις στα ερωτήματα της Αριστεράς. Θεωρεί την ποίηση διαδικασία αναπνοής και κοινωνικό γεγονός. Στην πολυγραφία του και στις πολλαπλές γραφές όλων των έργων του αναγνωρίζεις τον πολύ μεγάλο ποιητή και τον καθόλου εύκολο με τον εαυτό του. Η πολιτική της ποίησης του Ρίτσου έχει την αφιλοκέρδεια της πολιτικής συμπεριφοράς της Αριστεράς».

Ο ποιητής μπροστά από τη σκηνούλα του σε ένα από τα ξερονήσια-κολαστήρια

Παρόμοια με τα παραπάνω επικριτικά χαρακτηριστικά είχαν και άλλες εισηγήσεις: Κατά τον Γιώργο Κεχαγιόγλου, η ποίηση του Ρίτσου, με το πολιτικό της χαρακτήρα, δεν προσκόμισε τίποτα στη νεοτερική ελληνική ποίηση και κατά τον Μιχάλη Πιερή «τίποτα» στην αφιερωμένη στην Κύπρο ποίηση. Ο Αλέξανδρος Αργυρίου «λησμόνησε» ότι ο ίδιος μόνο μια φορά στο παρελθόν, και αυτή αρνητικά, ασχολήθηκε με έργο του Ρίτσου, «θυμήθηκε» μόνο τις «επικριτικές», «προλεταρίζουσες» συστάσεις της πρώιμης αριστερής κριτικής (Αλεξάνδρα Αλαφούζου, Μάρκος Αυγέρης), μίλησε για «ομηρία» του Ρίτσου, χαρακτήρισε «σημαντικό» θεωρητικό κείμενο του Ρίτσου μόνο το δοκίμιο για τον Μαγιακόφσκι, ενώ τα άλλα «δογματισμό, πειθαρχούντα στην κομματική γραμμή» και πρότεινε «να γίνουν μελέτες» με επιλογή μεμονωμένων λέξεων του Ρίτσου. Ο Ευριπίδης Γαραντούδης επανέφερε τις καραντωνικής προέλευσης επιθέσεις περί «παλαμισμού, καρυωτακισμού, σικελιανισμού» του Ρίτσου, χαρακτήρισε «ατυχή την προσπάθειά του να θεωρηθεί νεοτερικός ποιητής» και αναγνώρισε μιαν «αύρα του νεοτερισμού» μόνο στις «Μαρτυρίες». Ο Αρης Μαραγκόπουλος – αποκαλύπτοντας την ιδεολογική του αλλαγή, μίλησε περί «ειδικού μαρτυρολογίου» από την «αριστερή βία που άσκησαν οι κομματικοί μηχανισμοί σε λογοτέχνες» και επιχείρησε να εμφανίσει ως «ιδιωτικό το αριστερό όραμα του Ρίτσου» και τα ποιήματά του «παραβατικά απέναντι στις αγκυλώσεις και τις μικρότητες»! Ο Παντελής Μπουκάλας, θεωρώντας, βέβαια, τον Ρίτσο σπουδαίο ποιητή, μίλησε για «ιδεολογική χρήση και κατάχρηση των υψηλότονων ποιημάτων «ηρωικού» και «μαρτυρικού» περιεχομένου», με αποτέλεσμα την «παραγνώριση του χαμηλόφωνου λυρισμού του» και τόνισε ότι «η ανάγνωση του Ρίτσου οφείλει να γίνει πια με κριτήρια της λογοτεχνίας και όχι της ιδεολογίας», ότι «άλλαξε η αντίληψή μας για την πολιτική ποίηση, που πλέον κρίνεται ανυπόληπτη». Στον «ερωτικό» και μόνο Ρίτσοπροτείνει να στραφούμε ο Δ. Μαρωνίτης.

Συσσίτιο στο Μακρονήσι. Ο Γ. Ρίτσος δεύτερος, αριστερά και πλάι του ο Μάνος Κατράκης

Σεβαστικές και εποικοδομητικές ήταν οι παρακάτω εισηγήσεις Ελλήνων μελετητών του Ρίτσου: Της Αγγελικής Κώττη, επιμελήτριας του Αρχείου Ρίτσου, η οποία τεκμηρίωσε τον τεράστιο, ακάματο, καθημερινό μόχθο του ποιητή. Της Ελλης Φιλοκύπρου, που προσκόμισε μια νέα, ουσιαστική «ματιά» προσέγγισης των προσώπων και προσωπείων στην ποίηση του Ρίτσου, της αμφίδρομης, συμβολοποιητικής «ειλικρίνειας και υπόκρισης» της ποίησης του Ρίτσου. Επισημαίνουμε ότι η ομιλήτρια εννοούσε υπόκριση και όχι υποκρισία, όπως θα ήθελαν, ίσως, κάποιοι. Θετική ήταν η εισήγηση του Ερατωσθένη Καψωμένου. Υμνητικές, με νέα, ενδιαφέρουσα και τεκμηριωμένη ερμηνευτική «ματιά» ήταν και οι εισηγήσεις: Του Χρίστου Αλεξίου για την ιστορικότητα, την πανανθρώπινη και διαχρονική αξία της ποίησης του Ρίτσου. Της Αθηνάς Βογιατζόγλου, μια συγκριτολογική μελέτη των έργων «Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα» του «βιολογικού» (διαλεκτικού) Ρίτσου και «Τα ελεγεία της Οξώπετρας» του «υπερβατικού» Ελύτη. Του Δημήτρη Κόκορη (αναφορά στις «Μαρτυρίες»). Της Τζίνας Καλογήρου (για το «Εικονοστάσι Ανωνύμων Αγίων»). Της Ρούλας Κακλαμανάκη (για την ιστορική μνήμη στο έργο του και τη μνημοτεχνική του). Της Χριστίνας Ντουνιά, μια αντικειμενική, βιβλιογραφικά και χρονολογικά τεκμηριωμένη, αποκαλυπτική εισήγηση για τις επιθέσεις και τους επαίνους της κριτικής για διάφορα έργα του Ρίτσου από τη δεκαετία του ’30 και εντεύθεν και την αποσιώπησή του από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 μέχρι σήμερα. Σημαντική ήταν η εισήγηση-ανακοίνωση της Χρύσας Προκοπάκη, η οποία παρουσίασε ένα άγνωστο χειρόγραφο έργο του Ρίτσου (χρονολογείται το 1937, και φυλάσσεται στο Ιδρυμα «Κωστής Παλαμάς»). Το χειρόγραφο (1.185 δεκαεπτασύλλαβοι στίχοι), με τίτλο «Η αποθέωση του δρόμου», το οποίο έστειλε ο Ρίτσος, με αφιέρωσή του, στον Παλαμά. Το έργο εμπνέεται από το πλατωνικό «Συμπόσιο» και «προοιωνίζεται» τα έργα της «Τέταρτης Διάστασης».

«Τέταρτη» και πρώτη …διάσταση
Πορτρέτο του Γ. Ρίτσου, από συνεξόριστό του

Μια ενότητα εισηγήσεων αφορούσε στη σχέση της ποίησης του Ρίτσου με τον αρχαίο κόσμο, όπως αποτυπώνεται στους αρχαιόθεμους, θεατρόμορφους μονολόγους που ο Ρίτσος περιέλαβε στην «Τέταρτη Διάσταση», αφήνοντας εκτός αυτής το σπουδαιότατο μονόλογο «Τειρεσίας». Εκτενέστατες εισηγήσεις, με ενδιαφέροντα στοιχεία, έκαναν σ’ αυτή τη θεματική ενότητα οι Δημήτρης Μαρωνίτης, Γιάννης Δάλλας, Ειρήνη Ζαμάνου, Μιχάλης Πιερής, Γιώργης Γιατρομανωλάκης. Ομως, ως να ήταν το μόνο ή έστω το μόνο σημαντικό έργο του Ρίτσου, παρέβλεψαν όλο το υπόλοιπο μεγάλο «σώμα» της ποίησής του, ενώ αναφορές στην «Τέταρτη Διάσταση» είχαν και εισηγήσεις των άλλων θεματικών ενοτήτων.

Αντιδρώντας σ’ αυτή τη μονομέρεια ο Αγγελος Δεληβοριάς, εξέφρασε, με ταραχή και συγκίνηση (στις 29/9 το βράδυ), τα «χίλια ευχαριστώ» του στην ηθοποιό Μάνια Παπαδημητρίου, η οποία επέλεξε και απήγγειλε θαυμάσια και πολιτικά ποιήματα (από τον «Πέτρινο Χρόνο», το «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα», κ.ά). Ο Α. Δεληβοριάς, εξηγώντας την ταραγμένη συγκίνησή του, είπε: «Πολύς λόγος έγινε εδώ για την «Τέταρτη Διάσταση», αλλά όχι για την πρώτη, τη μεγάλη του Ρίτσου».

Την πρώτη …διάσταση του -τεράστιου ποσοτικά και ποιοτικά, «στρατευμένου», μαχόμενου με το λαό – έργου του αλλά και του ανθρώπου Ρίτσου πρόβαλαν πολλοί άλλοι. Οι «μαρτυρίες» από τη γνωριμία τους με τον ποιητή των Κώστα Καζάκου, Γιάννη Κοντού, Ασπασίας Παπαθανασίου και των συνεξορίστων του Τίτου Πατρίκιου και Γιάννη Στεφανίδη. Οι ξένοι μεταφραστές και μελετητές του έργου του, οι οποίοι ανέδειξαν τη μεγάλη ανταπόκριση που γνωρίζει το έργο του Ρίτσου στο εξωτερικό. Επρόκειτο για τους Ιταλούς Μάριο Βίτι, Βιτσέντσο Ρότολο (στην Ιταλία ο Ρίτσος εδώ και χρόνια αποτελεί «τη μεγαλύτερη ποιητική σχολή»). Τους Αγγλους Πίτερ Μπίαν και Αμι Μιμς (έξοχη η συγκριτολογική μελέτη της για τα κοινά στοιχεία στο «Εικονοστάσι» του Ρίτσου και στον «Οδυσσέα» του Τζόις). Τον Αμερικανό Ντέιβιντ Ρικς. Την Τουρκάλα Γερτρούδη Ντουρουσόι. Το ζεύγος των Σέρβων Ξένια και Ιβάν Καντάνσκι.

Ιδιαίτερης μνείας αξίζουν οι σπουδαίες εισηγήσεις των Ρωσίδων Σόνιας Ιλίνσκαγια (η πρώτη μελετήτρια και μεταφράστρια του Ρίτσου και άλλων Ελλήνων δημιουργών στα ρωσικά) και της «μαθήτριάς» της, Ευγενίας Κριτσέφσκαγια. Αυτές οι ομιλήτριες τόνισαν ότι ο Ρίτσος εξακολουθεί να κατατάσσεται από τους μελετητές και τους αμέτρητους θαυμαστές του στη Ρωσία μεταξύ των «κλασικών Ρώσων δημιουργών». Η Ευγενία Κριτσέφσκαγια σημείωσε ότι και «στις σημερινές πολύ δύσκολες συνθήκες ο ρωσικός λαός επιμένει στην αγωνιστική παράδοσή του «για το ψωμί και το βιβλίο»». Αναφέρθηκε στις νέες εκδόσεις, με μεγάλο τιράζ, έργων του Ρίτσου, σε εκδηλώσεις με ομιλίες και απαγγελίες ποιημάτων του και στις παραστάσεις έργων του που συνεχίζουν να ανεβάζουν ρωσικοί θίασοι, καθώς και στις παραστάσεις που, ήδη, ετοιμάζουν θέατρα διαφόρων ρωσικών πόλεων, για να γιορτάσουν το 2009 τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Ρίτσου.

Στην πατρίδα του, όμως, και μετά θάνατον «σκυλιά του δαγκώνουν το χέρι», γιατί «χιλιάδες χιλιόμετρα» περπάτησε «χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια» για να φέρει στο λαό της «ψωμί, νερό και τριαντάφυλλα». Γιατί από εκείνον μένει «ένα γλυκύτατο χαμόγελο που αδιάκοπα θα λέει «ναι» και πάλι «ναι» / σ’ όλες τις προαιώνιες διαψευσμένες ελπίδες»

Αριστούλα ΕΛΛΗΝΟΥΔΗ
Μας κληροδότησε το «εγερτήριο τραγούδι του»

Τριάντα τέσσερα χρόνια συμπληρώνονται από το θάνατο του αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης και πνευματικού ανθρώπου

 

«…Αϊντε, σε καρτεράν, μπάρμπα Βασίλη,

να ξαποστάσεις και να ξεδιψάσεις στην Πηγή των Αθανάτων,

αφήνοντας στον κόσμο το εγερτήριο λαϊκό σου τραγούδι

για τη μεγάλη μάχη της Ειρήνης»

γράφει στο ποίημά του «Ο μπάρμπα Βασίλης ο Αβασίλευτος», ο Γιάννης Ρίτσος, γραμμένο για το θάνατο του ΒασίληΡώτα (1 Ιουνίου 1977).

Το παιδί απ’ το Χιλιομόδι, στη μακριά και πολυτάραχη ζωή του, στάθηκε ένας πλήρης πνευματικός άνθρωπος, καλλιεργώντας όλα τα είδη του λόγου. Ποίηση, διηγηματογραφία, θέατρο, κριτική, δοκίμιο. Ενας ισόβιος πνευματικός στρατευμένος στην υπηρεσία της τέχνης και της παίδευσης του λαού για κοινωνική και πνευματική πρόοδο.

Ο ΒασίληςΡώτας ανήκει σε κείνους τους πνευματικούς ανθρώπους που έθεσαν ως κυρίαρχο της ζωής τους την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, σε εκείνους που αφοσιώθηκαν και αγωνίστηκαν για τα ιδανικά του Μαρξισμού – Λενινισμού, στην πανανθρώπινη ιδεολογία που σταθερά και αποφασιστικά διδάσκει το ΚΚΕ. Εδωσε σκληρές μάχες, υποστήριξε τις αξίες, υπηρέτησε στον αγώνα για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, υποστηρίζοντας στην πράξη τον κοινωνικό ρόλο του καλλιτέχνη.

Γεννήθηκε το 1889. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και θέατρο στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Στη διάρκεια της Κατοχής εντάχθηκε στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο και πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση.

Ξεκίνησε να δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό «Νουμάς» το 1908. Αρθρα, διηγήματα, κριτική θεάτρου και μαρτυρίες του δημοσιεύθηκαν στον παράνομο Τύπο στη διάρκεια της Κατοχής, στα «Ελεύθερα Νέα», στη «Βραδυνή», στην «Πρωία», στην «Εστία» και στο περιοδικό «Θέατρο» (1961-1965) και στον «Λαϊκό Λόγο» (1965-1967). Υπήρξε βασικός συνεργάτης του περιοδικού «Ελληνικά Γράμματα» και ίδρυσε μαζί με άλλους φοιτητές τη Φοιτητική Συντροφιά.

 
Στην πολιτιστική και ειδικά στη θεατρική δραστηριότητα που ανέπτυξε το ΕΑΜικό κίνημα, με την Παιδεία και την Τέχνη να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ιδεολογική και πολιτική διαπαιδαγώγηση των ανθρώπων προς την κοινωνική αλληλεγγύη και ισότητα, τη συλλογική και εθελοντική δράση εκατοντάδων χιλιάδων ανδρών, γυναικών και παιδιών, η συμβολή του ΒασίληΡώτα υπήρξε καθοριστική. Με σύμφωνο το ΕΑΜ, το 1942, ίδρυσε το Θεατρικό Σπουδαστήριο, «νόμιμο καταφύγιο» για τους ΕΠΟΝίτες. Το θέατρο του Ρώτα έγινε βήμα προβληματισμού και συνειδητοποίησης, όπου νέοι μάθαιναν για το θέατρο και συμμετείχαν σε αντιστασιακές εκδηλώσεις, με παραστάσεις σε θέατρα, πλατείες, δρόμους, και κείμενα που εξύψωναν το λαϊκό φρόνημα, ενώ οι εισπράξεις πήγαιναν στο ταμείο του αγώνα.

Την ίδια εποχή, στην ελληνική επαρχία αναπτύσσεται ένα νέο είδος θεάτρου, που υπηρετεί τους σκοπούς του αντιστασιακού αγώνα. Το «Θέατρο του βουνού». Το καλοκαίρι του 1944 ο ΒασίληςΡώτας μεταφέρει το πνεύμα θεάτρου στα βουνά. Με υπόδειξη της ΠΕΕΑ ιδρύει το «Θεατρικό όμιλο της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας», ανταποκρινόμενος στο επίμονο αίτημα των αγωνιστών για θέατρο. Το θίασο αποτελούν επαγγελματίες ηθοποιοί, αλλά και ερασιτέχνες από τους αντάρτες. Μεταξύ αυτών, ο συγγραφέας Γεράσιμος Σταύρου, ο ηθοποιός Γιώργος Δήμας, οι Βάσης και Αννα Ξένου, ο Νικηφόρος Ρώτας, ο Αλ. Ξένος.

Αλλά παράλληλα και στη συνέχεια, στο νόμιμο και στον παράνομο Τύπο, ο ΒασίληςΡώτας με τα άρθρα του στηλίτευε και σάρκαζε τα κάλπικα, φώτιζε τον αναγνώστη, με σκοπό να βοηθήσει στην αυτοσυνείδησή του, να του γνωρίσει τις αληθινές αξίες της ζωής και της τέχνης. Εκείνος, ο τόσο μειλίχιος και γελαστός στις προσωπικές επαφές του, γινόταν βίαιος, σκληρός, ανελέητος, όταν έγραφε και πάλευε για ό,τι τον πονούσε.

Ο Β. Ρώτας, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, κριτικός, μεταφραστής και αγωνιστής του ΕΑΜ (φωτ. από την Αντίσταση τραβηγμένη από τον Σπύρο Μελετζή)
Το θέατρο, ωστόσο, είχε την προτίμησή του. Σ’ όλες τις εκφάνσεις του: σκηνική πράξη («Λαϊκό Θέατρο»), σκηνική διδαχή («Θεατρικό Σπουδαστήρι»), σκηνική κρίση (κριτικές μελέτες, άρθρα κλπ.). Εκεί επικέντρωνε τον περισσότερο δημιουργικό μόχθο του. Είτε με τα πρωτότυπα έργα του, είτε με τις μεταφράσεις του, είτε με τα δοκίμιά του. Και σ’ όλα τα έργα του ιστορούσε και υμνούσε τους αγώνες των Ελλήνων για αποτίναξη των κάθε είδους «ζυγών», για αυτογνωσία, για αδέσμευτη σκέψη, αφίμωτη έκφραση, αδούλωτο βίο…

Σε πολλά έργα του, ακολούθησε τη μορφή και τη δομή της ελληνικής τραγωδίας (όπως στα «Ελληνικά Νιάτα», 1946) ή των σαιξπηρικών ιστορικών δραμάτων («Ρήγας Βελεστινλής», 1936, «Κολοκοτρώνης», 1955) ή, πάλι, του Θεάτρου των Σκιών («Καραγκιόζικα», 1955).

Τεράστια στάθηκε η προσφορά του Ρώτα στη μετάφραση Ελλήνων και ξένων κλασικών: Αριστοφάνη (Ορνιθες, Ειρήνη), Σίλλερ (Μαρία Στιούαρτ, Δον Κάρλος), Χάουπτμαν (Η Χανέλα πάει στον Παράδεισο, Ρόζα Μπερντ), Καλδερόν (Ο Δήμαρχος της Θαλαμέας), Τίρσο δε Μολίνα (Ο Δον Τζιλ με το πράσινο παταλόνι).

Αλλά ο μεγάλος άθλος του ήταν πως δόθηκε σύψυχα στη μετάφραση του σαιξπηρικού έργου και μπόρεσε ν’ αποδώσει στη γλώσσα μας όλα τα δράματα, κωμωδίες, τραγωδίες του, όπως και όλα τα ποιήματα και σονέτα του. Από το 1927 ως τα τελευταία χρόνια του έστησε «ναόν περικαλλή», με την απόδοση των έργων του Σαίξπηρ, κρατώντας πιστά τη μορφή τους και με χυμώδη ποιητικό λόγο.

Την κατευθυντήρια γραμμή των μεταφράσεών του, την χάραξε στον Πρόλογο της Α’ έκδοσης του Αμλετ (Εστία, 1938): «Πρώτον η ζωντανή γλώσσα, δεύτερον η ακρίβεια, τρίτον η πληρότητα και τέταρτον, αυτό που λίγοι μεταφραστές του Σαίξπηρ στα ελληνικά το ‘χουν καταφέρει, το ύφος του μεγάλου ποιητή, ένα ύφος λαμπρό, ζωηρό, παιχνιδιάρικο, πλούσιο και γενναίο, σοφό και δυνατό, ρωμαλέο και ευκίνητο, αγαθό και ωραίο και προπαντός θεατρικό». Κι αυτή τη γραμμή ακολούθησε απαρέγκλιτα και γόνιμα ως το τέλος. Χάρη στον Ρώτα, το ελληνικό θέατρο και ο Ελληνας αναγνώστης κατέχουν πια το σύνολο του σαιξπηρικού λόγου, ως ­ ένα άλλο μέγιστο «δώρημα» για δραματουργούς, μεταφραστές, ηθοποιούς, θεατές.

Ο ΒασίληςΡώτας πιστοποιούσε με όλο του το έργο ότι μια τέχνη που αδιαφορεί για τον ανθρώπινο πόνο και δε συμβάλλει στη δημιουργία ενός κόσμου καλύτερου, πολλές φορές, άθελά της, λειτουργεί σύμφωνα με τις επιταγές της μειοψηφίας των κοινωνικά προνομιούχων. Ετσι και στην ποίησή του.

Αρκετά ποιήματά του είναι αφιερωμένα στη θυσία επώνυμων αγωνιστών, όπως το ποίημα «Ηλέχτρα», κατάλληλο και για εφήβους και νέους (ιδιαίτερα για μαθητές Λυκείου), που είναι αφιερωμένο στη θυσία της ηρωίδας της Εθνικής Αντίστασης, Ηλέκτρας Αποστόλου (…) «Και τώρα οι δυο μας,/ Ηλέχτρα./ Εμείς οι δυο/ κλεισμένοι εδώ,/ να η ζωή κι ο κόσμος./ Σε λεν Ηλέχτρα,/ με λεν Καθρέφτη./ Εσύ ‘σαι φως/ κι εγώ σκοτάδι/ και σε σβήνω./ Εσύ ‘σαι θάρρος/ κι εγώ ‘μαι φόβος/ και σε χτυπάω./ Εσύ ‘σαι ελπίδα/ κι εγώ ‘μαι αγκούσα/ και σε δαγκώνω./ Εσύ η χαρά/ κι εγώ ‘μαι η θλίψη/ και σε πατάω./ Εσύ ομορφιά/ κι εγώ η ασκήμια/ και σε στραβώνω./ Εσύ ‘σαι η αγνότη/ κι εγώ ‘μαι ασέλγεια/ και σε μολέβω./ Εσύ τιμή/ κι εγώ ντροπή/ και σε λερώνω./ – Ανόητε δούλε,/ δεν ξέρεις τι ‘σαι,/ ούτε τι κάνεις:/ το σκοτάδι δεν μπορεί/ να σβήσει το φως(…)».

(…) Στο ποίημα «Διακόσια παλικάρια» απεικονίζεται ποιητικά η εκτέλεση των διακοσίων πατριωτών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, την Πρωτομαγιά του 1942. «Μας πάνε για ντουφέκι/ χαράματα,/ κοιτάμε ένας τον άλλον/ κατάματα (…) Μας είδαν οι ραχούλες/ κι αντάριασαν,/ μας είδανε τα ουράνια/ και δάκρυσαν./ Μας είδαν οι διαβάτες/ οι πρωινοί,/ λιγοθυμιά τους ήρθε/ και συντριβή…Μας είδε ένα αηδόνι,/ Πρωτομαγιά,/ και λάλησε για ειρήνη/ και λευτεριά».

Αλλο ένα χαρακτηριστικό της προοσωπικότητάς του είναι ότι επί χούντας, σε μεγάλη ηλικία, συνελήφθη και σιδηροδέσμιος οδηγείτο στη Γυάρο. Ο υπολοχαγός που τον συνέλαβε του είπε θρασύτατα: «Ντροπή σου γέρο»! Και ο Ρώτας του αποκρίθηκε με περηφάνια: «Παιδί μου, μπορείς να με σκοτώσεις, να με κρίνεις όμως δεν μπορείς»!

Σοφία ΑΔΑΜΙΔΟΥ
Ποιητής – «οδηγητής» του λαού

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης, σήμερα, 30 χρόνων από το θάνατο του Βάρναλη, δημοσιεύουμε ένα κείμενο του Νίκου Κυτόπουλου

Με τη γυναίκα του, Δώρα Μοάτσου – Βάρναλη

Σαν σήμερα πριν τριάντα χρόνια (16/12/1974) ο λαός μας έχασε τον αθάνατο «οδηγητή» ποιητή του. Τον Κώστα Βάρναλη. Με την ευκαιρία της τριαντάχρονης απουσίας του, δημοσιεύουμε εκτενές απόσπασμα της ομιλίας που έκανε ο αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης και συγγραφέας, Νίκος Κυτόπουλος, σε πρόσφατη εκδήλωση που οργάνωσε η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, προς τιμή του Βάρναλη και του Γιάννη Ρίτσου.«Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε στον Πύργο της Βουλγαρίας το 1884. Πήρε το όνομα Βάρναλης επειδή ο πατέρας του καταγόταν από τη Βάρνα. Στα 18 του χρόνια αποφοιτά από τα «Ζαρείφια Διδασκαλεία» της Φιλιππούπολης με άριστα. Γι’ αυτό η Ελληνική Κοινότητα της Βάρνας τον στέλνει με υποτροφία στην Αθήνα να σπουδάσει Φιλολογία ή Θεολογία. Το φθινόπωρο του 1902 εισάγεται στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Παίρνει το δίπλωμά του το 1908 και διορίζεται καθηγητής στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης. Υστερα από δεκάχρονη λαμπρή θητεία στην εκπαίδευση, στέλνεται με υποτροφία στο Παρίσι για ανώτερες φιλολογικές σπουδές.

Τότε ο Βάρναλης συγκέντρωνε τα προσόντα για να τον τιμήσει με εξαιρετική διάκριση το κατεστημένο: φιλομοναρχικός, βαθύς γνώστης της αρχαιότητας και αρχαιολάτρης, έξοχος καθηγητής, θαυμαστός ποιητής, οπαδός του Παρνασσισμού. Δυστυχώς για το κατεστημένο, ο Βάρναλης είχε και «ελαττώματα». Ηταν πνεύμα ανήσυχο, με μεγάλη οξυδέρκεια, μεγάλος στοχαστής με λεπτότατη ποιητική ευαισθησία στα μηνύματα των καιρών, κι έδινε σαν άνθρωπος γενναίος κι ανιδιοτελής πάντα το «παρών». Ενα παράδειγμα, στα «Ορεστιακά» υποστήριξε τους δημοτικιστές (1903). Αργότερα (1910-14) βρίσκεται μπλεγμένος με τα «αθεϊκά» του Βόλου.

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος έληξε με τρομερή έκρηξη της οργής των λαών, με την Οχτωβριανή Επανάσταση. Ο Βάρναλης βρέθηκε τότε (1918) στο Παρίσι, στην πόλη που γεννήθηκε και πνίγηκε σε 72 μέρες στο αίμα της, η επανάσταση, με τ’ όνομα «Κομμούνα των Παρισίων».

Η Γαλλία σήκωσε το κύριο βάρος αυτού του πολέμου και το Παρίσι δοκίμασε περισσότερο το μέγεθος των καταστροφών και των πληγών του. Εκεί σημειώθηκαν οι εντονότερες αντιδράσεις στον πόλεμο, η θερμότερη υποδοχή της Οχτωβριανής Επανάστασης, με όλα τα μεγάλα μηνύματά της. Για τον Βάρναλη ήταν ένα μεγάλο σοκ. Ενα ξαφνικό ξύπνημα. Δεν ήταν μια συνηθισμένη εξέγερση δυσαρέσκειας, απ’ αυτές που ξεσπούσαν μέσα στις χιλιετίες της Ιστορίας. Ηταν η συνέχεια της «Κομμούνας του Παρισιού». Η δεύτερη απόπειρα της ανθρωπότητας να σπάσει τα δεσμά της ζούγκλας και να μπει στο στάδιο του Ανθρώπου, της ειρήνης, της δικαιοσύνης και της συναδέλφωσης των λαών.

Του έγινε συνείδηση, ότι ο σπαραγμός και η υποδούλωση ανθρώπου από άνθρωπο ξεπερνάνε την αγριότητα των θηρίων της ζούγκλας. Μπορεί να φανταστεί κανείς ένα λύκο να σπαράζει άλλο λύκο για να τον κρατάει δούλο εφ’ όρου ζωής; Δεν είναι αδιανόητο, παράλογο; Κι όμως για το ανθρώπινο είδος θεωρείται λογικό! Και κάθε αντίδραση κι αντίσταση αποτελεί ποινικό αδίκημα.

Τέτοιες σκέψεις που τον πολιορκούσαν, χάλασαν όλους τους ρυθμούς μέσα του. Και τον οδήγησαν σε βρασμό ψυχής. Πέταξεν τον παλιό εαυτό του στα σκουπίδια. Αρχισε να γράφει, να γράφει, να γράφει! Τίποτε δεν άφησε όρθιο η Μούσα του από τα παλιά του είδωλα και σύμβολα. Μέσα από τη σύγκρουση του παλιού με τον καινούργιο εαυτό του, γεννήθηκε το συνθετικό αριστούργημα «Το φως που καίει», που άλλους φώτισε κι ενθουσίασε και άλλους, ακόμα, καίει και ζεματάει με τις καταλυτικές αλήθειες του. Εκεί γεννήθηκαν και «Οι σκλάβοι πολιορκημένοι». Εκεί γράφτηκε και «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική». Στο Παρίσι κυοφορήθηκε και πήρε το πρώτο της σχήμα «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη», ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας πεζογραφίας. Στο Παρίσι βέβαια, από «Το φως που καίει», αναδύθηκε και ο «Οδηγητής», ο σαλπιγκτής των επαναστατημένων λαών όπου Γης.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της βαρναλικής δημιουργίας είναι η εναλλαγή της επικής έξαρσης με την καταλυτική σάτιρα και το βαθύ λυρισμό. Απαράμιλλο σε λυρισμό είναι το ποίημά του «Ο πόνος της Παναγιάς», από τους «Σκλάβους πολιορκημένους», όπου δίνεται ο πόνος της μάνας για το παιδί της σε μια υψηλή πανανθρώπινη συγκινησιακή δόνηση, που σπάνια συναντά κανείς.

Επιστρέφοντας από το Παρίσι στην Ελλάδα. πλήρωσε ακριβά ο Βάρναλης αυτή την επαναστατική του μεταμόρφωση. Το κράτος της μοναρχοπλουτοκρατίας τον υποδέχτηκε με πολύ σκληρά μέτρα. Οχι μόνο τον απέλυσε από τη θέση του (1925), με την κατηγορία του άπατρι, αλλά και τον εξόρισε, αφαιρώντας του και το δικαίωμα να υπογράψει τα κείμενά του, τις ιδέες του! Ωστόσο κανένα μέτρο σ’ όλα τα πολυτάραχα χρόνια που επακολούθησαν δε στάθηκε ικανό να τον λυγίσει. Εμεινε όρθιος, ατρόμητος, αδιάλλακτος. Υπερασπιζόμενος με το ίδιο πρώτο πάθος τα ιδανικά του. Στηλιτεύοντας κάθε βία και καταπίεση της κυρίαρχης τάξης, σαλπίζοντας το συναγερμό των συνειδήσεων, πάντα με την πρώτη του ορμή. Υπηρετώντας πάντα τη μεγάλη τέχνη κι αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι η μεγάλη ποίηση, η μεγάλη πεζογραφία, θέλει πάντα μεγάλες ιδέες, μεγάλες αλήθειες, μεγάλα οράματα, μεγάλους αγώνες.

Πάρα πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν για την ποίηση του Βάρναλη, αλλά έχει και μεγάλο κι απαράμιλλο σε ποιότητα πεζογραφικό έργο και πρέπει κάτι να πούμε και γι’ αυτό. Ενα απ’ αυτά, όπως «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη», κυκλοφόρησε το 1931. Η απολογία του Σωκράτη, που μας κληροδότησε η Αρχαιότητα, είναι κατά τον Βάρναλη κατασκευασμένη από τον Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα, για να στηρίξουν το κατεστημένο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Η σάτιρα του Βάρναλη αντιστρέφει τα γεγονότα και το κατηγορητήριο με μαεστρία θαυμαστή, δείχνοντας το βάθος της αρχαιογνωσίας του.

Στο τέλος της «Απολογίας» του ο βαρναλικός Σωκράτης λέει: «Γι’ αυτά που δίδαξα θα έπρεπε να με κάνετε χρυσόνε και να με προσκυνήσετε. Γι’ αυτά που θα ‘κανα αν εζούσα θα έπρεπε, με το δίκιο σας, όχι να με σκοτώσετε μονάχα, μα να με κοπανίσετε ζωντανό μέσα στο γουδί, όπως ο τύραννος Νέαρχος θα κοπανίσει το Ζήνωνα τον Ελεάτη». Αυτά που θα ‘κανε βέβαια ήταν ο ξεσηκωμός δούλων κι ελεύθερων για την ανατροπή της δουλοκτητικής δημοκρατίας.

Το θαυμάσιο αυτό κομμάτι της απολογίας του βαρναλικού Σωκράτη εκδόθηκε το 1931, σαν ένα είδος διαμαρτυρίας ενάντια, όπως λέει κι ο ίδιος, «στην τοτεσινή δημοκρατία του ιδιώνυμου, του Καλπακίου και των διαφόρων στρατιωτικών κινημάτων».

Οχι μόνο η απολογία, αλλά όλο το πεζογραφικό έργο του εμπνέεται από την καυτή επικαιρότητα. Ετσι γράφτηκαν «Οι δικτάτορες», για να στηλιτεύσουν το φασισμό του Μουσολίνι, το 1941, σε επιφυλλίδες, και το 1956 έγιναν βιβλίο. Από την άλλη «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική» που γράφτηκε στο Παρίσι, ήταν απάντηση σε σχετική μελέτη του Αποστολάκη.

Και το ποίημά του «Λευτεριά» (Δεκέμβρης 1922) ήταν απάντηση στους «Λύκους» του Παλαμά, που δημοσιεύτηκαν το Σεπτέμβρη του 1922. Το ποίημα αναφέρεται πρώτα στον ιδεαλιστή ποιητή που καταφεύγει στη «Νύχτα ονειρομάνα» να ζητήσει το χρησμό της για να τη μεταδώσει στον κόσμο. Ομως σαν απάντηση ακούεται μια φωνή, η φωνή του Βάρναλη, που του λέει αρχικά:

«Τη λευτεριά δεν τη ζητάνε με παρακάλια

την παίρνουνε

με τα ίδια χέρια μοναχοί!»

Και τελειώνει με ένα τετράστιχο, που δίνει την εικόνα της επανάστασης:

«Μέσα σε φλόγες και καπνούς ανάμαλλ’ είδα να ξετρέχει

του Ανομους γιγάντια Δίκη,

ξάφνου του σάλαγου κοπή, γέλια με φτάσανε στριγκά:

σπαράζαν τους μωρούς Ποιητές οι Λύκοι

Αγαπητοί συνάδελφοι, φίλοι και καλεσμένοι».

Τι να πρωτοεπισημάνει κανείς για το έργο του Βάρναλη! Είναι με λίγα λόγια ο επαναστάτης ποιητής, ο μαχητής, ο πρωτοπόρος του 20ού αιώνα, μ’ ένα έργο με πανανθρώπινες προεκτάσεις, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν το 1959 με το βραβείο Λένιν.

Εκείνο που πρέπει να επισημάνουμε ιδιαίτερα είναι ότι η ποίησή του είναι δεμένη με τον 20ό αιώνα, όταν η ανθρωπότητα δοκίμασε να σπάσει τα δεσμά του θηρίου και να ανέβει στο επίπεδο του Ανθρώπου. Ο Βάρναλης σαν άνθρωπος, στοχαστής και ποιητής αφιέρωσε όλη τη ζωή και το ταλέντο στο όνειρο αυτό. Και ήταν από τους πρώτους στη χώρα μας. Και μοναδικό παράδειγμα στο κάλεσμα της δικής του εποχής».

Εντάξει σε αυτά τα θέματα δε θα ‘χουμε σκληρή ιδεολογική γραμμή ακόμα. Οι Maiden ήταν κορυφαίοι στο είδος τους την περίοδο 80-92. Πολλά καινούργια κομμάτια,πολύ πιτσιρικαρία, επιτηδευμένη θεατρικότητα. Όταν λεγανε τα παλιά τους όμως άλλη μπάντα. Κρατάνε ακόμα αλλά όχι για πολύ. Τα 18χρονα ξέρανε αρκετούς στίχους απ το 2000 και μετά οταν όμως είπαν το Trooper καμιά δεκαριά έπεσαν στο pit. Ευτυχώς λειτουργήσαμε περιφρουρημένα και τα βγάλαμε. Μπήκα ελαφρά και στα  hallowed be thy name, fear of the dark. Μεγαλώσα.

Λεύκωμα με ποιήματα του κορυφαίου Γάλλου ποιητή για το ΔΣΕ

 

«Τα χέρια των ηρώων και των θυμάτων/ έχουνε σφίξει τα δικά μου χέρια./ Η φωνή τους έχει πλάσει τη φωνή μου./ Μέσα σ’ έναν αδελφικό καθρέφτη/ και τα χέρια μου σφίγγουν τα χέρια/ των ανθρώπων που αύριο θα γεννηθούνε. Και πού τους μοιάζουν τόσο/ που πιστεύω τον εαυτό μου αιώνιο». Αυτό έγραφε ένας από τους κορυφαίους Γάλλους ποιητές του 20ού αιώνα, ο κομμουνιστής Πωλ Ελυάρ, σε ένα ποίημά του, το οποίο σε μετάφραση Γιάννη Ρίτσουπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Μελετήματα» («Κέδρος»).

Τα χέρια των ηρώων – μαρτύρων για λευτεριά, ανεξαρτησία, ειρήνη, σοσιαλιστική προκοπή των λαών «έσφιξαν», παντοτινά τα χέρια του Πωλ Ελυάρ. Με τη φωνή τους πλάστηκε η ποιητική φωνή του. Απόδειξη τα ποιήματά του και για την Εθνική Αντίσταση του λαού μας και για τον αγώνα του ενάντια στην ιμπεριαλιστική αγγλοαμερικανική επέμβαση.

«Λαέ βασιλιά, λαέ απελπισμένε,/ δεν έχεις πια να χάσεις/ παρά τη λευτεριά σου (…)», έλεγε στο τραγούδι του «Η Μάχη της Αθήνας», για τον αγώνα του λαού το Δεκέμβρη του ’44. Ποίημα που έμαθε ο λαός μας, όταν το Μάη του 1946, με πρόσκληση του ΕΑΜ, ο Ελυάρ ήρθε στην Ελλάδα και συμμετείχε σε ΕΑΜικές εκδηλώσεις στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.

Ηταν γνωστό ότι ο Ελυάρ, αν και άρρωστος (η παλιά φυματίωσή του είχε υποτροπιάσει), επισκέφθηκε στα τέλη του Μάη του 1949 το Γράμμο, από όπου έφυγε στις 4 Ιούνη. Στους μαχητές του ΔΣΕ ήταν γνωστό ότι κατά τη βδομαδιάτικη παραμονή στο Γράμμο ύμνησε τον αγώνα του ΔΣΕ, με μια σειρά ποιημάτων, με γενικό τίτλο «Ελλάδα, ρόδο του λόγου μου» (όπως τον απέδωσε ο Τίτος Πατρίκιος, στο λήμμα του για τον Ελυάρ στο «Βιογραφικό Λεξικό» της «Εκδοτικής Αθηνών»).

 

Τα ποιήματα αυτά, όμως, παρέμειναν άγνωστα στο λαό μας. Οπως άγνωστο παρέμενε και το γεγονός ότι έξι από αυτά τα ποιήματα, αμέσως μετά την επιστροφή του Ελυάρ από το Γράμμο, κυκλοφόρησαν το 1949 στο Παρίσι, σε ένα λεύκωμα, με τίτλο «Grece, ma rose de raison», εικονογραφημένο με έξι χαρακτικά της Ζιζής Μακρή, το οποίο τύπωσε στο χέρι, σε 50 μόνον αντίτυπα, ο σύντροφός της, ο αξέχαστος γλύπτης Μέμος Μακρήςκαι τα οποία διακινήθηκαν χέρι – χέρι, για την ενημέρωση των προοδευτικών Γάλλων διανοουμένων σχετικά με τον άνισο, ηρωικό αγώνα του ΔΣΕ.

Το λεύκωμα με τα έξι ποιήματα του Ελυάρ και τα χαρακτικά της Ζιζής Μακρή, διέσωσε από τη λήθη η πρόσφατη ανατύπωσή του στα ελληνικά, με τίτλο «Ελλάδα, ρόδο του λογικού μου», σε μετάφραση της καθηγήτριας της Ιστορίας στο Παρίσι, Ελένης Μπιμπίκου -Αντωνιάδου. Η ελληνική έκδοση του λευκώματος, σε 1.000 αριθμημένα αντίτυπα («Ελληνικά Γράμματα»), σε καλλιτεχνική επιμέλεια του Διονύση Βαλάση, περιλαμβάνει τα ποιήματα και στα γαλλικά, ενώ τα γράμματα στην ελληνική γλώσσα σχεδίασε η Μάνια Βασιλάκη, ακολουθώντας τον αισθητικό τρόπο χάραξης των γαλλικών γραμμάτων.

Υμνος στη λευτεριά και τη ζωή

Καθώς ο «Ρ» στις 10/5 αναφέρθηκε στο «χρονικό» της γαλλικής έκδοσης, της διάσωσης αντιτύπων της από τη Ζ. Μακρή και την Ε. Μπιμπίκου – Αντωνιάδου, σήμερα δίνουμε δείγματα του ύμνου του Ελυάρ για το δεύτερο, διπλά ηρωικό, αγώνα των μαχητών και μαχητριών του ΔΣΕ για τη λευτεριά, ανεξαρτησία, ειρήνη, σοσιαλιστική προκοπή του λαού και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Ο Ελυάρ, ήταν επικεφαλής μιας γαλλικής αντιπροσωπείας, στην οποία – σύμφωνα με μαρτυρία του Βασίλη Μπαρτζώτα (Πολιτικού Επιτρόπου του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ στο Γράμμο) στον υπό έκδοση από τη «Σύγχρονη Εποχή» β’ τόμο του βιβλίου του «Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας», (ο οποίος περιέχει και φωτογραφίες από την επίσκεψη της αντιπροσωπείας στο Γράμμο), συμμετείχαν: Ο Υβ Φαργκ (τέως υπουργός, μέλος της Μόνιμης Επιτροπής του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ειρήνης), ο Ζαν – Μωρίς Ερμάν (ηγετικό στέλεχος του Αριστερού Σοσιαλιστικού Κόμματος Γαλλίας), ο Ανρί Μπασί (δάσκαλος, μεταφραστής πολλών ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, με τη βοήθεια της Μέλπως αξιώτη και Γραμματέας της Επιτροπής Βοήθειας του Γαλλικού Λαού για τον αγώνα του Ελληνικού Λαού). Η γαλλική αντιπροσωπεία ήρθε στην Ελλάδα, μέσω Αλβανίας. Μετά από επίσκεψή της στο Βίτσι, η γαλλική αντιπροσωπεία, συνοδευόμενη από τον Πέτρο Κόκκαλη, έφθασε στο Γράμμο, όπου παρέμεινε περίπου μια βδομάδα. Υπάρχουν μαρτυρίες μαχητών του ΔΣΕ (δημοσιευμένες και στο «Ρ» επώνυμα) για την ακάματη καθημερινή περιήγηση του Ελυάρ παντού. Στην πρώτη γραμμή του μετώπου, όπου με τηλεβόα έστειλε το μήνυμά του στους στρατιώτες της άλλης πλευράς. Σε μικρές και μεγάλες μονάδες του ΔΣΕ. Στη Σχολή Αξιωματικών του ΔΣΕ, σε κορυφογραμμές και πεδιάδες, σε αγροτικούς συνεταιρισμούς, σε χωριά, σχολεία και γλέντια των μαχητών με κατοίκους. Εικόνες συνταρακτικές, που αποτύπωνε η ψυχή του και η πένα του.

 

Αντικρίζοντας το βουνό, στο ποίημα «Ο Γράμμος»έλεγε:

«Ο Γράμμος είν’ λίγο τραχύς

οι άνθρωποι τον γλυκαίνουν

Τους βάρβαρους σκοτώνουμε

μικραίνουμε τη νύχτα

Κι απ’ το μπαρούτι πιο κουτοί

μας αγνοούν οι εχθροί μας

Δεν ξέρουν τίποτα απ’ τον άνθρωπο

ούτε απ’ την έξοχη τη δύναμή του

Η καρδιά μας στιλβένει την πέτρα».

Ο ποιητής μαγεμένος από την πανώρια φύση και τον αγώνα του ανθρώπου στο «Παρθένο βουνό» έγραφε:

«Τα χορτάρια και τα λουλούδια

δε με εγκαταλείπουν

Η μυρουδιά τους ακολουθάει τον άνεμο

Τα κατσίκια παίζουν με τη νιότη τους

Ενας αητός ζυγιάζεται

στον ουρανό τον δίχως μυστικά

Ο ήλιος είναι ζωντανός

τα πόδια του πατάνε στη γη

Τα χρώματά του φτιάχνουν τα μάγουλα

που κοκκινίζουν απ’ τον έρωτα.

* * *

Και το ανθρώπινο φως διαστέλλεται από άνεση

Ο άνθρωπος μεγεθυμένος

στην καρδιά ενός άφθαρτου κόσμου

εγγράφει τον ίσκιο του στον ουρανό

και πάνω στη γη τη φλόγα του».

Ο ποιητής στο πρόσωπο των νέων μαχητών του ΔΣΕ είδε την «Αρχαία νεότητα»:

«Μπρος στην πηγή

τη φίλησε στο στόμα

Κάτω απ’ τον άδειον ουρανό της έδωσε

τα δέκα δάχτυλά του και τα μάτια του

Στο κύλισμα του χρόνου της έδωσε

την ίδια τη ζωή του και τα παιδιά του

Πιστή η ηχώ

ατέλειωτα ξανάλεε το τραγούδι

Του ανθρώπινου κορμιού καθάριος

ο καθρέφτης μιαν ανθοδέσμη έφτιασε

Τρόπος ζωής, ύπαρξης τρόπος

κι ο λόγος ο μοναδικός

ν’ αμύνεται κανείς

χωρίς να αμφιβάλλει για την αιωνιότητά του».

Τον Ελυάρ συγκλόνισαν οι μάνες και οι χήρες των αγωνιστών. Αυτές τίμησε στο ποίημα «Προσεύχονται οι χήρες και οι μανάδες»:

«Είχαμε δώσει τα χέρια μας

και τα μάτια μας γελούσαν δίχως λόγο

Με τα όπλα και με το αίμα

λυτρώστε μας από το φασισμό

Νανουρίζαμε ολάκερο το φως

και τα στήθη μας φούσκωναν γάλα

Αφήστε μας να πάρουμε ντουφέκι

να βάλουμε σημάδι τους φασίστες

Ημασταν η πηγή και ο ποταμός

κι ωκεανός να γίνουμε όνειρό μας

Τον τρόπο μόνο δώστε μας

μην πάρουν χάρην οι φασίστες

Από τους νεκρούς μας είν’ λιγότεροι

κανένα δεν είχαν σκοτώσει οι νεκροί μας.

Αγαπιόμαστε δίχως να το σκεφτούμε

Τίποτα δεν καταλαβαίνουμε έξω από τη ζωή

Αφήστε μας να πάρουμε ντουφέκι

κι ενάντια θα πεθάνουμε στο θάνατο».

Ομορφότερο πρόσωπο από της μάνας, της αδελφής, της γυναίκας, της αγαπημένης που πενθεί για τον όλεθρο και το θάνατο που σπέρνει ο πόλεμος δεν υπάρχει. Και ο Ελυάρ το τραγούδησε με το ποίημα «Μάτια που υποφέρουν πολύ στ’ αλήθεια να κοιτάζουν»:

«Ομορφότερο πρόσωπο δεν μπορεί να θρηνεί

πιο δυνατά για του πολέμου τις αγριάδες

Ομορφότερα μάτια μαύρα δεν μπορεί να καλύψει

πιο απαλά νεκρώσιμο πέπλο

κι ακόμα ζωντανά τα ενταφιάζει η λύπη».

Αρ. ΕΛΛΗΝΟΥΔΗ
Ο Πωλ Ελυάρ με τον Βασίλη Μπαρτζιώτα

«Θα πολεμήσουμε γι’ αυτή τη μικρή ελιά

Καταμεσής στον κάμπο,

Γι’ αυτήν την πέτρα, που δροσίζει η πρωινή πάχνη.

Θα πολεμήσουμε για το χαμόγελο του κοριτσιού

Καταμεσής στην άνοιξη.

Θα πολεμήσουμε για τα χαρούμενα παιδικά παιχνίδια,

Στις γαλανές ακρογιαλιές,

Για την καυτερή άμμο, γι’ αυτόν το σβώλο

απ’ το παχύ ματωμένο πατρικό χώμα.

Θα πολεμήσουμε…»

Δήμος Ρεντής1

Την 1η του Ιούνη του 1949 το Πρακτορείο Ειδήσεων του αντάρτικου κινήματος «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ» εξέδωσε μία ανακοίνωση στην οποία αναφερόταν: «Γαλλική αντιπροσωπεία που αποτελείται από τους κυρίους Πωλ Ελυάρ, τον ένδοξο Γάλλο ποιητή2, Υβ Φαρζ, τέως υπουργό, μέλος της μόνιμης επιτροπής του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης, Ζαν Μορίς Ερμαν, ηγετικό στέλεχος του αριστερού σοσιαλιστικού κινήματος της Γαλλίας και Ανρύ Μπασίς, Γραμματέα της Επιτροπής Βοήθειας για την Ελλάδα, βρίσκεται από χθες στην περιοχή της Ελεύθερης Ελλάδας. Η αντιπροσωπεία έγινε δεχτή στην Εδρα του Γ.Α. (σ.σ. Γενικού Αρχηγείου)…»3.

Η γαλλική αντιπροσωπεία, σύμφωνα με μαρτυρίες που υπάρχουν4, ήρθε στο Βουνό μέσω της Αλβανίας ως ένδειξη αλληλεγγύης όχι μόνο του γαλλικού αλλά και του διεθνούς προοδευτικού κινήματος προς τον αγωνιζόμενο και δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό. Ρίχνοντας όμως μια πιο προσεκτική ματιά στη συγκυρία της εποχής μέσα στην οποία διεξαγόταν ο αγώνας του ΔΣΕ, δε χωράει αμφιβολία ότι η επίσκεψη των επιφανών αυτών Γάλλων στην Ελεύθερη Ελλάδα είχε και ως στόχο να ενισχύσει το διεθνές κύρος του ΔΣΕ και της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης στο πλαίσιο διεργασιών που βρίσκονταν εν εξελίξει για μια δημοκρατική συμφωνία ειρήνης, η οποία θα έθετε τέρμα στον εμφύλιο πόλεμο. Για του λόγου το αληθές θα επιχειρήσουμε να δώσουμε μια εικόνα της κατάστασης που επικρατούσε – τότε – στις αρχές του καλοκαιριού του 1949.

Ο εμφύλιος πόλεμος υπό το πρίσμα των διεθνών εξελίξεων στο πρώτο εξάμηνο του 1949
 

Το 1949 ήταν χρόνος πρωτοφανούς όξυνσης της διεθνούς κατάστασης. Πέραν των όσων άλλων συνέθεταν το παγκόσμιο σκηνικό εκείνης της εποχής, η δημιουργία του ΝΑΤΟ είναι αρκετή απόδειξη για να κατανοήσει κανείς ποια ήταν η νέα κατάσταση που δημιουργούνταν. Το σύμφωνο του ΝΑΤΟ υπογράφτηκε στην Ουάσιγκτον, στις 4 του Απρίλη του 1949, από τις κυβερνήσεις των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας, του Καναδά, της Ιταλίας, της Πορτογαλίας, του Βελγίου, της Ολλανδίας, του Λουξεμβούργου, της Ισλανδίας, της Δανίας και της Νορβηγίας. Με την υπογραφή αυτού του συμφώνου τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη έθεταν τις στρατιωτικές τους δυνάμεις κάτω από τον αποφασιστικό έλεγχο του αμερικανικού Πενταγώνου. Ολες οι προαναφερόμενες κυβερνήσεις υπέγραψαν διμερείς στρατιωτικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ, στις οποίες καθορίζονταν οι όροι για την παροχή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας, ο εξοπλισμός των Ενόπλων Δυνάμεών τους, κ.ά. Τέλος, τα στρατιωτικά τους δόγματα ενιαιοποιήθηκαν σ’ ένα κοινό αμερικανόπνευστο στρατιωτικό δόγμα, αυτό της Ατλαντικής Συμμαχίας. Με τη δημιουργία του ΝΑΤΟ ολοκληρώνεται η ανασυγκρότηση του διεθνούς ιμπεριαλισμού με ηγέτη τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια ανασυγκρότηση που είχε ξεκινήσει σε οικονομικοπολιτικό επίπεδο με το «Δόγμα Τρούμαν» και το «Σχέδιο Μάρσαλ».

Η εξέλιξη αυτή δεν μπορούσε να μην έχει καθοριστική επίδραση στα ελληνικά πράγματα, αν και η Ελλάδα μπήκε στο ΝΑΤΟ τρία χρόνια αργότερα.

Τον Απρίλη του 1949 ο Δημοκρατικός Στρατός ανακατέλαβε το Γράμμο, που από την αρχή του Εμφυλίου – και μέχρι το καλοκαίρι του ’48 – θεωρούνταν το άπαρτο φρούριο των ανταρτών. Η ανακατάληψη διασφαλίστηκε με την επιτυχημένη μάχη στα Πατώματα (30-5 – 2/6/49). Επρόκειτο για σημαντική επιτυχία αλλά ταυτόχρονα ο ΔΣΕ είχε υποστεί συντριπτική ήττα στην Πελοπόννησο ενώ από τις αρχές Μάη του 1949 οι δυνάμεις του δέχτηκαν ισχυρό πλήγμα στη Ρούμελη και στη Θεσσαλία, με αποτέλεσμα τον Ιούλη του ίδιου έτους να ελιχθούν στο Γράμμο και το Κλιμάκιο του Γενικού Αρχηγείου Νοτίου Ελλάδος (ΚΓΑΝΕ) να διαλυθεί λίγες μέρες αργότερα6.

Στο Λέσιτς Βίτσι πορεία, ο πρώτος είναι ο Γάλλος ποιτητής Πωλ Ελυάρ

Παράλληλα με τις επιχειρήσεις σε Θεσσαλία και Ρούμελη, ο κυβερνητικός στρατός πραγματοποίησε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στη Μακεδονία και τη Θράκη. Το Μάη και τον Ιούνη πραγματοποιήθηκαν επιθέσεις εναντίον του ΔΣΕ στα Κεδρύλια, στη Χαλκιδική, στο Μπέλες, στην περιοχή Κομοτηνής-Εβρου. Τον Ιούλη εκκαθαριστικές επιχειρήσεις έγιναν στο Καϊμακτσαλάν. Ακόμη, δυνάμεις του Α΄ Σώματος Στρατού επιτέθηκαν στην περιοχή του Σουλίου αναγκάζοντας την 159η ταξιαρχία του Δημοκρατικού Στρατού να ελιχθεί προς το Γράμμο. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων ήταν να εξοντωθεί μεγάλο μέρος των δυνάμεων του ΔΣΕ στη Νότια, Κεντρική και Ανατολική Ελλάδα, να στριμωχτούν ουσιαστικά οι δυνάμεις του στο Γράμμο και στο Βίτσι και να απελευθερωθούν ισχυρές κυβερνητικές στρατιωτικές δυνάμεις για την τελική σύγκρουση. Επιπλέον, το μεγάλο μειονέκτημα του Δημοκρατικού Στρατού ήταν ότι δε διέθετε τις απαραίτητες εφεδρείες για να αντιστρέψει την κατάσταση και είχε δεχτεί ισχυρό πλήγμα στα νώτα του, δεδομένου ότι η Γιουγκοσλαβία είχε έρθει σε συνδιαλλαγή με τον αγγλοαμερικανικό ιμπεριαλισμό, υπονομεύοντας απροκάλυπτα τον αγώνα των Ελλήνων ανταρτών.

Η νέα διεθνής κατάσταση που δημιουργήθηκε το 1949, οι ανακατατάξεις στα Βαλκάνια και η γενικότερη μειονεκτική κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο ΔΣΕ ήταν τα στοιχεία που θορύβησαν την ΕΣΣΔ και την ώθησαν, τον Απρίλη του 1949, να πάρει την πρωτοβουλία και να προτείνει στο ΚΚΕ τον τερματισμό της ένοπλης πάλης στην Ελλάδα7. Λίγο αργότερα όμως κάθε προετοιμασία για υποχώρηση του ΔΣΕ σταμάτησε για το λόγο ότι στο πλαίσιο του ΟΗΕ εμφανίστηκαν πρωτοβουλίες για ειρηνική διευθέτηση του ελληνικού ζητήματος. Με επίσημη μάλιστα ανακοίνωση του σοβιετικού πρακτορείου ΤΑΣ και αρθρογραφία στην ΠΡΑΒΔΑ διευκρινίστηκε τότε ότι την πρωτοβουλία ειρηνικής διευθέτησης είχαν λάβει οι Αγγλοαμερικανοί, κάτι που επιβεβαιώνει και ο Αμερικανός ιστορικός Λόρενς Γουίτνερ8. Οι σχετικές συζητήσεις γύρω από την αγγλοαμερικανική πρωτοβουλία ειρήνης κατέληξαν τελικά σε ναυάγιο, αν και η Σοβιετική Ενωση συνέχιζε – χωρίς αποτέλεσμα – να πιέζει για ειρηνική διευθέτηση του ελληνικού ζητήματος και κατά την τετραμερή διάσκεψη (Σοβιετική Ενωση, ΗΠΑ, Αγγλία, Γαλλία) για το γερμανικό ζήτημα, που άρχισε στο Παρίσι στις 23 του Μάη του 1949 και τελείωσε στις 20 του Ιούνη του ίδιου έτους. Οι Αγγλοαμερικάνοι δεν επιθυμούσαν μια δημοκρατική ειρηνική λύση στο ελληνικό ζήτημα, ιδιαίτερα μάλιστα από τη στιγμή που σε κείνη τη χρονική συγκυρία κατάφεραν να εξασφαλίσουν τη συμφωνία του Τίτο για πλήρη απεμπλοκή της Γιουγκοσλαβίας από τα ελληνικά ζητήματα και κλείσιμο των συνόρων. Παρ’ όλα αυτά, για το θέμα που εξετάζουμε οφείλουμε να κρατήσουμε το γεγονός ότι η γαλλική αντιπροσωπεία με τον Πωλ Ελυάρ έρχεται στην Ελεύθερη Ελλάδα τέλη Μάη του 1949, όταν στο Παρίσι διεξάγεται η τετραμερής Διάσκεψη. Δεν είναι τυχαίο, επίσης, ότι η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση με ανακοίνωσή της στις 31/5/1949 χαιρέτισε «την ειλικρινή προσπάθεια της μεγάλης χώρας του Σοσιαλισμού να βοηθήσει το μικρό λαό μας να βρει την ειρήνη και την ησυχία του»9.

 

Με αυτή τη σημείωση ας επιστρέψουμε στο αρχικό μας θέμα για να δούμε αναλυτικά την παρουσία και δράση της γαλλικής αντιπροσωπείας στο Βουνό, όπως αυτή καταγράφτηκε στον Τύπο του ΔΣΕ.

Στην έδρα του Γενικού Αρχηγείου

Οπως προκύπτει από την ανακοίνωση του Πρακτορείου Ειδήσεων «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ», που παραθέσαμε στην αρχή, η γαλλική αντιπροσωπεία έφτασε στο Βουνό στις 31 του Μάη του 1949. Για λόγους συνωμοτικότητας πιθανότατα τότε να μη δημοσιοποιήθηκαν οι πραγματικές ημερομηνίες. Πάντως, είναι επιβεβαιωμένο ότι το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιούνη του 1949 η γαλλική αντιπροσωπεία περιοδεύει στην Ελεύθερη Ελλάδα και στα πολεμικά μέτωπα.

Στην έδρα του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ την υποδέχτηκαν μέλη της ΠΔΚ. Σύμφωνα, όμως, με τον Τύπο του ΔΣΕ, στην εκδήλωση υποδοχής συμμετείχαν επίσης «ο διευθυντής των μειονοτήτων στο υπουργείο εσωτερικών συν. Κότσεφ, αντιπροσωπεία της ΠΔΕΓ (σ.σ. Πανελλαδική Δημοκρατική Ενωση Γυναικών) από τις συν. Ρούλα, Ρίτα και Ουρανία, ο Γραμματέας της ΕΠΟΝ συν. Ακριτίδης, οι συν. Λουλές και Γρίβας του ΑΚΕ και αντιπρόσωποι της Λαϊκής Εξουσίας συν. Γιάμου και η συν. Κάτια Γιάμου»10. Η ατμόσφαιρα ήταν συγκινητική και ο Πωλ Ελυάρ δεν μπόρεσε, στην πρώτη του επαφή με τους μαχητές του ΔΣΕ, να πει παρά μόνο τις παρακάτω λίγες φράσεις: «Εχω ξαναπεί πολλές φορές και θα το πω και τώρα ότι οι Ελληνες είναι αυτοί που απέδειξαν πως η λέξη λευτεριά δε μεταφράζεται στα εγγλέζικα. Ημουν στην Ελλάδα και το ’46. Γνώρισα το λαό της Αθήνας και της Σαλονίκης. Ομως, η τωρινή μου συγκίνηση είναι εντελώς διαφορετική».

 

Στη λιτή εκδήλωση που ακολούθησε, τους εκλεκτούς φιλοξενούμενους χαιρέτισε ο πρόεδρος της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης Μήτσος Παρτσαλίδης, ο οποίος είπε ανάμεσα σε άλλα: «Ο σύντροφός μας Ελυάρ θα θυμάται τι γράψανε πάνω σ’ ένα πανί με το αίμα των σκοτωμένων και πληγωμένων συντρόφων τους οι διαδηλωτές της Πλατείας Συντάγματος στις 3 του Δεκέμβρη 1944. «Οταν ένας λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα». Μπροστά σ’ αυτό το δίλημμα βρίσκεται χρόνια τώρα ο ελληνικός λαός. Και δε συνήθισε να διστάζει ο ελληνικός λαός μπροστά σε τέτοια διλήμματα. Εκανε και κάνει αυτό που προστάζει η ιστορία του και η μοίρα του. Ξετινάζει και κατακουρελιάζει την αντιδραστική ουτοπία, ότι είναι δυνατό ένα καθεστώς τρόμου και αίματος να εξασφαλίσει στην Ελλάδα ησυχία και σίγουρο προγεφύρωμα για τα σκοτεινά σχέδια του ιμπεριαλισμού. Μα, ο πόλεμος είναι πόλεμος, με τη φρίκη του, τις καταστροφές του και την ερήμωσή του. Εμείς αφού κάμαμε ό,τι έβγαινε από το χέρι μας για να μη φτάσουμε στο σκληρό αδελφοκτόνο πόλεμο, καταβάλαμε πολλές προσπάθειες και ύστερα από το ξέσπασμά του για να τον σταματήσουμε. Με ικανοποίηση διαπιστώνουμε πως η τελευταία έκκλησή μας στο Παγκόσμιο Συνέδριο της Ειρήνης και στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ βρήκε βαθιά απήχηση στην Παγκόσμια Δημοκρατική κοινή γνώμη. Ο ελληνικός λαός με μεγάλες ελπίδες χαιρέτισε τις προτάσεις της Σοβιετικής Ενωσης για την ειρήνευση στην Ελλάδα. Πιστεύουμε πως η συμπαράστασή σας, συμπαράσταση πιστών και ειλικρινών φίλων του λαού μας, θα βοηθήσει για να αληθέψουν οι ελπίδες του πολύπαθου λαού μας και να καταρρεύσουν τα σχέδια του μοναρχοφασισμού που θέλει συνέχιση της αδελφικής αιματοχυσίας».

Στην αντιφώνησή του ο Πωλ Ελυάρ σημείωσε: «Θέλω να σας πω πως πολλοί Γάλλοι και πολλοί άνθρωποι σ’ όλο τον κόσμο θα θέλανε να βρίσκονται εδώ μαζί σας όπως βρισκόμαστε κι εμείς απόψε. Είχα την τιμή να έρθω στην Ελλάδα το 1946 με πρόσκληση της ΕΠΟΝ. Από παλιά, το φως της Ελλάδας ήταν το φως της ειρήνης και της σκέψης. Ακόμα κι αυτοί που είναι ενάντιά σας ξέρουν πως τον πόλεμο, που σας επέβαλαν, τον διεξάγετε με καταπληκτική παλικαριά. Νικήσατε τους Ιταλούς και Γερμανούς. Θα νικήσετε κι όσους Αγγλοσάξονες ονειρεύονται να μετατρέψουν σε παγκόσμιο πόλεμο τον πόλεμο που σας κηρύξανε. Και θα ‘στε σεις πάλι που με τη νίκη σας θα σώσετε την ειρήνη ολόκληρου του κόσμου. Κάθε βρισιά ενάντια στον ελληνικό λαό είναι βρισιά ενάντια σε κάθε τίμιο άνθρωπο σ’ όλο τον κόσμο. Ξαναεπαναλαμβάνω αυτό που είπα το 1944 κι αργότερα το 1946, όταν ήρθα στην Ελλάδα. Η λέξη λευτεριά δεν μπορεί να μεταφραστεί στα εγγλέζικα.

 

Σκοπός του ταξιδιού μας δεν είναι να διαπιστώσουμε μονάχα τι κάνατε, παρά να βοηθήσουμε τη νίκη σας διαδηλώνοντας στον κόσμο αυτά που θα δούμε. Η λευτεριά είναι αδιαίρετη. Αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα αφορούν όλους τους ανθρώπους. Ελπίζω πως θα κάνουμε ολοένα και περισσότερα για σας που είστε ήρωες του πιο δίκαιου ιδανικού και υπέροχοι αγωνιστές της λευτεριάς και της ειρήνης. Για άλλη μια φορά, σας ευχαριστώ για την πρόσκλησή σας. Με το φωτεινό βλέμμα σας, μας καλωσορίζει το μέλλον. Ενα μέλλον δικαιοσύνης και ευτυχίας σε μια ζωή αξιοπρέπειας και αδελφοσύνης.

Ζήτω η Ελεύθερη Δημοκρατική Ελλάδα – Ζήτω η Λευτεριά»11.

Μετά τον Ελυάρ το λόγο πήραν και οι υπόλοιποι Γάλλοι φιλοξενούμενοι. Ο Υβ Φαρζ τόνισε: «Πατώντας το χώμα της Ελεύθερης Ελλάδας χαιρετώ τους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού. Η μάχη για τη λευτεριά είναι κοινή μας υπόθεση. Προχωρούμε βήμα στο βήμα, κρατώντας όπλα στα χέρια μας κάθε φορά που μας το επιβάλλουνε, πάντοτε όμως με τη θέληση να κατακτήσουμε ειρηνικά το δίκαιο και τη λευτεριά. Είστε άνδρες και γυναίκες αφοσιωμένοι στα ιδανικά των προγόνων σας, που δέχεστε κάθε θυσία, κάθε πειθαρχία για το ιδανικό της δημοκρατίας».

Ο Ανρύ Μπασσίς μεταξύ άλλων υπογράμμισε: «Ο ελληνικός λαός συσπειρωμένος γύρω στο Δημοκρατικό Στρατό και στην Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση, εμποδίζοντας τους Αμερικάνους ιμπεριαλιστές να μετατρέψουν την Ελλάδα σε προγεφύρωμα και βάση εξόρμησης για τα επιθετικά τους σχέδια ενάντια στη Σοβιετική Ενωση, ενάντια στις Λαϊκές Δημοκρατίες, ενάντια στους λαούς, προσφέρει μιαν ανεκτίμητη συνεισφορά στην υπόθεση της ειρήνης σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Βοηθώντας τον ελληνικό λαό υπερασπιζόμαστε την ειρήνη. Ζήτω ο Δημοκρατικός Στρατός της Ελλάδας – Ζήτω η ελεύθερη κι ανεξάρτητη Ελλάδα!!!».

Σκίτσο ανταρτοεπονίτη στο ΔΣΕ δημοσιευμένο στο περιοδικό «ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ» της ΕΠΟΝ

Τέλος, ο Ζαν Ερμαν είπε ανάμεσα σε άλλα: «Η απειλή μιας καινούριας καταστροφής πλανιέται πάνω από ολάκερη την ανθρωπότητα. Το πρώτο θύμα ήταν ο ελληνικός λαός. Και ο ελληνικός λαός είναι ο πρώτος που ορθώθηκε στον καινούριο αγώνα για τη λευτεριά. Τον ελληνικό λαό τον συνοδεύουν οι ευχές κι οι ελπίδες όλων των εργαζομένων κι όλων των δημοκρατών του κόσμου απαράλλαχτα όπως κι όταν εδώ και 8 χρόνια τσάκιζε πρώτος τους φασίστες εισβολείς. Αυτό είναι που ‘χαμε να σας πούμε. Αυτό είναι που θα επαναλάβουμε όταν γυρίσουμε στη χώρα μας. Ζήτω η λεύτερη δημοκρατική Ελλάδα – Ζήτω ο στρατός σας – Ζήτω η λευτεριά»12.

Στις λαϊκές συγκεντρώσεις και στην πρώτη γραμμή του μετώπου

Η γαλλική αντιπροσωπεία μετά την τελετή υποδοχής ήρθε σε επαφή με τους απλούς ανθρώπους της Ελεύθερης Ελλάδας και άκουσε από πρώτο χέρι την κατάσταση του πολέμου που βίωναν. Μίλησε με τις μανάδες, με τους ξεσπιτωμένους, με τους καταδιωκόμενους που είχαν φύγει από τις περιοχές που κατείχε ο αστικός στρατός για να γλιτώσουν από τις διώξεις και το συνεχές κυνηγητό. Ακουσε για τα καμένα χωριά, για τα παιδιά που οι γονείς τους τα έστειλαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες για να σωθούν, για τις συνθήκες του πολέμου και είδε τη φλόγα της λευτεριάς και της κοινωνικής δικαιοσύνης στις καρδιές αυτών των ανθρώπων να τους αγκαλιάζει ολόκληρους. Τις επόμενες μέρες, η αντιπροσωπεία, συνοδευόμενη από μέλη της ΠΔΚ, περιόδευσε στην περιοχή του Βίτσι, συμμετείχε σε λαϊκές συγκεντρώσεις, μίλησε με τον απλό κόσμο, επισκέφθηκε τα νοσοκομεία του ΔΣΕ, στάθηκε δίπλα στους μαχητές του στην ώρα της μάχης και τα μέλη της δε δίστασαν, σε στιγμές πολεμικής ανάπαυλας, να πάρουν τον τηλεβόα και να απευθυνθούν στους φαντάρους. Παράλληλα συμμετείχε και σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις που οργανώθηκαν προς τιμή της. Σε μία από αυτές ο ηθοποιός Γ. Βεάκης απάγγειλε το ποίημα του Ελυάρ «Αθήνα», που ο ποιητής είχε γράψει στις 9 Δεκεμβρίου του ’44:

 

«Ελληνα λαέ βασιλιά απελπισμένε/ Να χάσεις άλλο πια δεν έχεις πάρεξ τη λευτεριά/ Τον έρωτά σου για τη λευτεριά και για τη δικαιοσύνη/ Και τον άπειρο σεβασμό του ίδιου του εαυτού σου…»

Σε μιαν άλλη εκδήλωση, οι φιλοξενούμενοι παρακολούθησαν την προβολή της πρώτης ελληνικής ταινίας που γύρισαν σε συνθήκες πολέμου ο σκηνοθέτης Γ. Σεβαστίκογλου με τους Μάνο Ζαχαρία και Α. Μουσούρη13.

Ξεχωριστή στιγμή από την παραμονή της αντιπροσωπείας στο Βίτσι ήταν η μεγάλη λαϊκή συγκέντρωση που πραγματοποιήθηκε προς τιμήν της στις 4 Ιούνη. Τη συγκέντρωση οργάνωσε η Πανελλαδική Επιτροπή για την Ειρήνη και οι υπόλοιπες οργανώσεις του αντάρτικου κινήματος. Οπως έγραψε η εφημερίδα «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ», στη συγκέντρωση συμμετείχαν «πάνω από 8.000 λαός της ελεύθερης περιοχής του Βίτσι και αντιπροσωπείες απ’ τά τμήματα και τους σχηματισμούς του ΔΣΕ». Εκ μέρους της Πανελλαδικής Επιτροπής, τη γαλλική αντιπροσωπεία χαιρέτισε ο υπουργός της ΠΔΚ Πέτρος Κόκκαλης και εκ μέρους των Γάλλων χαιρέτισε ο Υβ Φαρζ, λέγοντας μεταξύ άλλων: «Θα φύγουμε απ’ την Ελλάδα με μαρτυρίες τρανταχτές. Και σας υποσχόμαστε πως μόλις φτάσουμε στο Παρίσι μπροστά σε όλους τους λαούς θα ντροπιάσουμε τους Αγγλοαμερικάνους ιμπεριαλιστές»14.

Στις 5 του Ιούνη, η αντιπροσωπεία συναντήθηκε με τους αντάρτες της ΕΠΟΝ. «Αξέχαστες θα μείνουν, έγραψε η ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ – για τους μαχητές του ΔΣΕ του Γράμμου και του Βίτσι, τους Επονίτες – Επονίτισσες, οι μέρες που ανάμεσά μας βρέθηκαν οι διαλεχτοί φίλοι του λαού μας, αντιπρόσωποι του γαλλικού λαού. Ηταν μια ακόμη χειροπιαστή απόδειξη για την παγκόσμια αλληλεγγύη. Μια ακόμα απόδειξη για το ότι στο σκληρό και δίκαιο αυτό αγώνα δεν είμαστε μόνοι». Να τι έγραψε ο Πωλ Ελυάρ για την ελληνική νεολαία και την ΕΠΟΝ εκείνες τις ώρες15: «Οι νέοι και οι νέες της Ελλάδας είναι γεροί. Και θέλουν την ευτυχία της χώρας τους. Και η χώρα τους θα βρει την υγεία της, την ευτυχία της με τη νίκη. Η νεολαία της Ελλάδας παρασέρνει τραγουδώντας τη νεολαία του κόσμου στον απελευθερωτικό αγώνα. Μέσα στον πόνο και στον αγώνα χαμογελάει στο μέλλον, στις θαυμαστές μέρες που δε θα σκοτώνουν και όπου δε θα υπάρχουν πια εχθροί, όπου όλοι οι άνθρωποι θα ‘ναι αδέλφια. Ζήτω η ενότητα».

Με τους αετούς του Γράμμου
 

Στις 6 Ιούνη, ο ΔΣΕ υποδέχτηκε τη γαλλική αντιπροσωπεία στο Γράμμο. Η εφημερίδα «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ» μας πληροφορεί16: «Η γαλλική αντιπροσωπεία επισκέφθηκε διάφορες θέσεις του μετώπου του Γράμμου και τα μέλη της μίλησαν προς τους μαχητές, μαχήτριες και αξιωματικούς μας. Η συγκίνηση που δοκίμασαν οι Γάλλοι ηγέτες αντικρίζοντας το θρυλικό Γράμμο και τους ηρωικούς υπερασπιστές του ήταν απερίγραπτη. Μιλώντας προς τους μαχητές μας, ο Πωλ Ελυάρ είπε: «Για δεύτερη φορά έρχομαι στην Ελλάδα. Το 1946 στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, το 1949 στο Βίτσι και στο Γράμμο. Βρίσκω πολύ πιο ανώτερο το πνεύμα και τη θέληση αντίστασης και πάλης για λευτεριά, ανεξαρτησία, ειρήνη σήμερα. Νικήσατε τους Ιταλούς, Γερμανούς. Θα νικήσετε και τους Αγγλοαμερικάνους. Χρειάζονται θυσίες για τη νίκη. Και σεις ξέρετε να τις δίνετε, όπως ξέρετε τι θα κερδίσει η Ελλάδα κι όλος ο κόσμος με τη νίκη σας. Χαιρετίζω όλο τον ελληνικό λαό που λαχταρά τη νίκη σας. Χαιρετίζω το λαό σας και το στρατό του και την κυβέρνησή σας που διεξάγουν ένα ηρωικό αγώνα με οδηγητή τον πολυαγαπημένο αρχηγό Νίκο Ζαχαριάδη». Υστερα από τον Πωλ Ελυάρ, χαιρέτισαν τους μαχητές ο Ερμαν και ο Μασσίς, ενώ τους ξένους επίσημους προσφώνησε ο πολιτικός επίτροπος του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ Βασίλης Μπαρτζώτας, ο οποίος αναφέρθηκε στους αγώνες του ΔΣΕ στο Γράμμο17.

 

Από τις πιο συγκινητικές στιγμές της επίσκεψης της αντιπροσωπείας στο Γράμμο ήταν η τελετή κατά την οποία απονεμήθηκε στον Ελυάρ μετάλλιο από νεκρό μαχητή της μάχης του Λιτόχωρου. Ας παρακολουθήσουμε την τελετή όπως την απαθανάτισε η εφημερίδα «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ»18: «Στο πυκνό δάσος που ποτέ μια αχτίνα ήλιου δεν περνάει είναι ένα ίσωμα σαν πλατεούλα κι ένας διάδρομος ανάμεσα απτά δένδρα. Ελατοκλώναρα ολόγυρα και συνθήματα. Εκεί συγκεντρώθηκαν τα τμήματα της ΙΧ Μεραρχίας. Λίγο πιο κάτω μια χαραδρούλα κι από κει ο εχθρός. Δεξιά, αριστερά απτό διάδρομο παραταγμένοι οι μαχητές και οι μαχήτριες. Μια ομάδα με ομοιόμορφη στολή παρουσιάζει όπλα. Η μουσική παίζει τον ύμνο του ΕΛΑΣ. Περνάει η αντιπροσωπεία, ο υπουργός σ. Κόκκαλης και η διοίκηση της Μεραρχίας χαιρετίζοντας. Στην πλατεούλα με γρηγοράδα και τάξη το τμήμα. Δίνονται παραγγέλματα. Ο στρατηγός σ. Παλαιολόγου παίρνει αναφορά και δίνει στον υπουργό. Και ύστερα ξεσπάνε τα τραγούδια, τα συνθήματα, οι φωνές και τα χειροκροτήματα. Οι φαντάροι ακούν το βοητό σα νεροποντή. Ακούν τον αχό του τραγουδιού σα μήνυμα ειρήνης. Δύο κόσμοι ανταμώθηκαν για μια φορά ακόμα στις 2.30 η ώρα στις 8 του Ιούνη. Ο ένας τραβάει προς τον τάφο, το σκοτάδι. Ο άλλος προς το φως, τη ζωή, σκορπώντας γύρω χαρά, τραγούδια. Υστερα σιγή. Τίποτα δε σαλεύει. Ο στρατηγός προχωράει στον Ελυάρ. Χαιρετά και καρφιτσώνει το παράσημο «Λιτόχωρο» και αργά, καθαρά χτυπητά σα να θέλει να φτάσουν τα λόγια ως τα κατάβαθα της ψυχής, να πετάξουν ως τις άκρες της γης, λέει: «Η λεύτερη Ελλάδα μέσω της ΙΧης Μεραρχίας σας προσφέρει το παράσημο «Λιτόχωρο» παρμένο απτό νωπό τάφο του ήρωα νεκρού μας ταγματάρχη Ανδρεάδη (ήταν από τους πρωτεργάτες της μάχης του Λιτοχώρου)»…

Φωτογραφία του Π. Ελυάρ με αυτόγραφη αφιέρωση στου αντάρτες της ΕΠΟΝ

Οταν ήρθε η σειρά του να μιλήσει, ο Ελυάρ είπε: «Σύντροφοι σας ευχαριστώ για το μετάλλιο. Νιώθω πως δεν αξίζω. Μα το δέχομαι γιατί θα το φορώ στ’ όνομα όλων των Γάλλων που παλεύουν και πάλεψαν όπως εσείς. Σας δίνω όρκο πως το μήνυμα του νεκρού συντρόφου σας Ανδρεάδη θα γίνει γνωστό σ’ όλο τον κόσμο… Απ’ όλο τον κόσμο στην Ελλάδα είδα τα πιο ξεκάθαρα μάτια. Θα τα δείξουμε σ’ όλο τον κόσμο… Στη Γαλλία θα φέρουμε ελπίδα και δύναμη απ’ το Γράμμο. Ζήτω το ΚΚΕ. Ζήτω ο σ. Ν. Ζαχαριάδης. Ζήτω η νίκη κι ο θρίαμβος των λαών πάνω στη γη».

Το μήνυμα

Λίγες ημέρες αργότερα η γαλλική αντιπροσωπεία εγκατέλειψε την Ελεύθερη Ελλάδα και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Ο Ζαν Μορίς Ερμαν άφησε πίσω του ένα ποίημα με τίτλο «Γράμμος», που απόσπασμά του δημοσιεύτηκε στον Τύπο του ΔΣΕ σε ελεύθερη απόδοση στα ελληνικά από τους Γιώργη Σεβαστίκογλου και Μάνο Ζαχαρία19:

«Βουνά της Ελλάδας, όπου πετάνε σταυραετοί/ βουνά της Ελλάδας όπου ζούνε οι δυνατοί/ βουνά που σείεστε απτίς βροντές κι από τα πολυβόλα/ βουνά χρυσαφένια που στις κορφές σας τραγουδάν, χορεύουν και πεθαίνουν.

Βουνά με τα παχιά βελούδινα λιβάδια, βουνά δασοντυμένα/ βουνά γυμνά με τα τραχιά, σταχτιά ηλιόδαρτα τσουγκάρια/ βουνά χιονοστεφανωμένα, όπου κάθονταν οι θεοί/ βουνά όπου αναβρύζουν γάργαρα νερά και γιόζουν απτό αίμα/ βουνά χαράς, βουνά οργής.

Ολα εσείς τα βουνά πούχετε πάρει τάξη μάχης./ Είστε του κόσμου η απαντοχή και της καρδιάς μας η αγάπη».

Αναχωρώντας ο Πωλ Ελυάρ άφησε πίσω του τούτο το χαιρετισμό στους μαχητές του ΔΣΕ20: «Το Βίτσι και ο Γράμμος, οι δυο αυτές κορφές του λεύτερου κόσμου, δεν είναι καθόλου πιο κάτω από κει που τις είχε βάλει η φαντασία μου. Αντίθετα, γιατί είδα εκεί τους μαχητές που τις στολίζουν με τον απίστευτο ηρωισμό τους, τους μαχητές πούναι η φωτιά των βουνών και ολόκληρης της Ελλάδας, τιμή για τον πολιτισμένο κόσμο που δε θέλει να πεθάνει κάτω απ’ την ασφυκτική πίεση μιας μειοψηφίας εκμεταλλευτών, εμπρηστών του πολέμου. Ο ήλιος και η γης είναι ολότελα δικοί τους.

 

Αδελφοί μου, αδελφές μου με το καλοσυνάτο και ωραίο χαμόγελο, πόσες φορές δε δάκρυσα ακούγοντας σας να τραγουδάτε, βλέποντας όλους έτσι ενωμένους στην αγάπη για την πατρίδα σας, στην εμπιστοσύνη σας για το μέλλον. Μισούμε τον πόλεμο αλλά δυστυχία σε κείνους που θα μας τον επιβάλλουν.

Φεύγω και φυλάω στην καρδιά μου σαν διαμάντι την αξέχαστη θύμηση της σωματικής και ψυχικής σας υγείας, τον ενθουσιασμό σας, την αδελφοσύνη σας, την πίστη σας για τη νίκη. Το μέλλον είναι δικό σας. Επειδή είσαστε ενωμένοι τα καταπιεσμένα αδέλφια σας αύριο θάρθουνε μαζί σας. Η λευτεριά και η αδελφοσύνη είναι μεταδοτικές. Δεν μπορούν να κάνουν τίποτα ενάντια σ’ ένα λαό πούναι ενωμένος. Κι η θάλασσα καρτερικά θα δεχτεί τους σκλάβωνές σας.

Ζήτω η Ελλάδα ενωμένη και λεύτερη!

Ζήτω η αδελφοσύνη των λαών!

Ζήτω η ειρήνη που χτίζεται!

Με σεβασμό σας χαιρετώ

Πωλ Ελυάρ».

Λίγες ημέρες αργότερα στις 18 Ιούνη του 1949 ο μεγάλος Γάλλος ποιητής μίλησε στο Εθνικό Ουγγρικό Συνέδριο για την Ειρήνη στη Βουδαπέστη. Ολόκληρο το λόγο του τον αφιέρωσε στο Δημοκρατικό Στρατό και στην Ελεύθερη Ελλάδα.

«Δε μου ήταν δυνατό – είπε21 – να μιλήσω για οτιδήποτε άλλο παρά γι’ αυτό που έζησα δυο βδομάδες στην Ελλάδα. Δυο βδομάδες που ήταν για μένα ολόκληρη ζωή που θ’ αποτελέσει το σημαντικότερο μέρος της ζωής μου. Επιστρέφω από μια χώρα όπου η ζωή δεν έχει τίποτα το κοινό με την υποταγή. Σε κανένα μέρος του κόσμου δε θα μπορούσε να αιστανθεί κανένας πιο έντονα ότι ο αγώνας για λευτεριά και ειρήνη είναι ο μοναδικός φυσικός δρόμος του πολιτισμένου ανθρώπου. Σε κανένα μέρος του κόσμου δε θα μπορούσε να καταληφθεί από έναν τέτοιο σεβασμό μπροστά στα νικηφόρα νιάτα του ανθρώπου, μπροστά σε μια τέτοια εμπιστοσύνη στον άνθρωπο. Υπάρχουν δύο πραγματικότητες στην Ελλάδα. Η μία είναι των δημίων και της φρίκης και η άλλη της ελπίδας και των ηρώων… Και αν ρωτήσεις όλες αυτές τις μαυροφορεμένες γυναίκες που βρήκαν καταφύγιο στην Ελεύθερη Ελλάδα, πάντα θ’ ακούσεις την ίδια τραγική απάντηση. «Χωροφύλακες σκότωσαν τους δικούς μου, έδειραν, βίασαν γυναίκες, έκαψαν το χωριό, ο γιος μου σκοτώθηκε κλπ.».

Δεν είναι πια αυτά παράπονα, αλλά η εξιστόρηση της πιο βαριάς προσβολής που μπορεί να γίνει στον άνθρωπο. Το φως σχεδόν έσβησε στα μάτια αυτών των γυναικών που τόσο πόνεσαν και που τόσο υπέφεραν. Ομως τα χείλη γελούν ακόμα για να σας βεβαιώσουν. «Θα σωθεί η χώρα μας. Πρέπει να τσακιστεί ο φασισμός. Αν το πείτε στη δική σας χώρα τότε και η δική μας θα σωθεί».

Αυτή είναι η μία πραγματικότητα. Ενας ολόκληρος κόσμος ορθώνεται και βροντάει τ’ άρματα, γεμάτος πίστη στη νίκη. Είναι μια στρατιά γιγάντων ηρώων που μισεί τον πόλεμο και που δεν πιστεύει παρά στα όπλα του.

Νέοι και γέροι, Ελληνες και Σλαβομακεδόνες, αξιωματικοί και μαχητές αδελφικά ενωμένοι αγωνίζονται ενάντια στον πόλεμο, ενάντια στην τελευταία φρουρά της βαρβαρότητας.

Ο ΔΣΕ είναι ένας στρατός της ειρήνης. Είδα τόσο στο μέτωπο όσο και στα μετόπισθεν με τι σεβασμό προς τον άνθρωπο φέρεται και στους αιχμαλώτους».

Και ο Πωλ Ελυάρ κατέληξε λέγοντας: «Πρέπει να είμαστε ευγνώμονες προς τον ηρωικό λαό της Ελλάδας που συνδέει την πατρίδα του με τη δική μας την ανθρώπινη πατρίδα. Ο αγώνας τους είναι και δικός μας, όλων των απλών ανθρώπων που αγωνίζονται για την ειρήνη και δουλεύουν με όλες τις δυνάμεις για την ευτυχία πάνω στη γη. Και κανένας άνθρωπος στον κόσμο, κανένας που λέγεται άνθρωπος δεν μπορεί σήμερα αν δε θέλει να αυτοκτονήσει να μείνει αδιάφορος μπροστά στις ελπίδες που έρχονται από τα νικηφόρα τραγούδια της Ελεύθερης Ελλάδας».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Απόσπασμα από το ποίημα του Δήμου Ρεντή «Θα Πολεμήσουμε», όπως δημοσιεύτηκε στο οπισθόφυλλο του τρίτου τεύχους (Ιούλης 1949) του Περιοδικού «ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ της ΕΠΟΝ», που εκδιδόταν τότε στην Ελεύθερη Ελλάδα.

2. O Πωλ Ελυάρ (το πραγματικό του όνομα ήταν Ευγένιος -Αιμίλιος – Πωλ Γκρεντέλ), γεννήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1895 κοντά στο Σηκουάνα. Υπήρξε ποιητής παγκοσμίου ακτινοβολίας, κορυφαίος εκπρόσωπος της σχολής του υπερρεαλισμού μέχρι το 1938. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου συμμετείχε στην Αντίσταση, από τις τάξεις του Γαλλικού ΚΚ. Πέθανε στις 18 Νοεμβρίου 1952 από καρδιακή προσβολή.

3. Ολόκληρη η ανακοίνωση στην καθημερινή εφημερίδα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ», αριθμός φύλλου 106, 2 του Ιούνη 1949 (τα φύλλα της εφημερίδας «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ» που παρατίθενται σ’ αυτό το άρθρο βρίσκονται στο Αρχείο του ΚΚΕ).

4. Βλέπε μεταξύ άλλων: «Ριζοσπάστης», Κυριακή 27 Μάη 2001.

5. Περί τους 3.400 αντάρτες αντιμετώπισαν μια δύναμη πάνω από 70.000 ανδρών αστικού στρατού, που επίσης διέθετε 140 πυροβόλα, 60 αεροπλάνα και σημαντικό αριθμό αρμάτων μάχης.

6. «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ», εκδόσεις Σ.Ε. τόμος Α’, σελ. 610.

7. Για το θέμα βλέπε μεταξύ άλλων τις μαρτυρίες των τότε ηγετικών στελεχών του κόμματος: Β. Μπαρτζιώτας: «Ο αγώνας του ΔΣΕ», εκδόσεις Σ.Ε. σελ. 88, Μ. Παρτσαλίδη: «Διπλή αποκατάσταση της Εθνικής Αντίστασης», Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ, σελ. 199 και Γ. Βοντίτσιος – Γούσιας: «Οι αιτίες για τις ήττες, τη διάσπαση του ΚΚΕ και της Ελληνικής Αριστεράς», εκδόσεις «Να υπηρετούμε το λαό», τόμος Α’, σελ. 500-502, 504, 507.

8. Λώρενς Γουίτνερ: «Η αμερικάνικη επέμβαση στην Ελλάδα», εκδόσεις Βάνιας – Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 358.

9. Βλέπε ολόκληρη την ανακοίνωση της ΠΔΚ στην εφημερίδα του ΔΣΕ «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ», αριθμός φύλλου 107, 3 του Ιούνη 1949.

10. «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ». αριθμός φύλλου 107, 3 του Ιούνη 1949.

11. «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ», αριθμός φύλλου 107, 3 του Ιούνη 1949.

12. «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ», αριθμός φύλλου 108, 4 του Ιούνη 1949.

13. «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ», αριθμός φύλλου 110, 6 του Ιούνη 1949.

14. «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ», αριθμός φύλλου 111, 7 του Ιούνη 1949.

15. Περιοδικό «ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ», τεύχος 3, Ιούλης 1949. Το τεύχος αυτό βρίσκεται στις αρχειακές συλλογές του ΕΛΙΑ.

16. «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ», αριθμός φύλλου 112, 8 του Ιούνη 1949.

17. «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ», αριθμός φύλλου 113, 9 του Ιούνη 1949.

18. «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ», αριθμός φύλλου 117, 13 του Ιούνη 1949.

19. «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ», αριθμός φύλλου 120, 16 του Ιούνη 1949.

20. «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ», αριθμός φύλλου 121, 17 του Ιούνη 1949.

21. «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ», αριθμός φύλλου 125, 21 του Ιούνη 1949.

Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ