Γ. Στεφανίδης, «Οι αναγνώστες», σχέδιο (1949)
Αυτοί που διαθέτουν τα μέσα παραγωγής, διαθέτουν γι’ αυτό το λόγο και τα μέσα της πνευματικής, της πολιτιστικής παραγωγής. Αυτό πρέπει να έχουμε υπόψη μας σαν βασικό γνώμονα, μιλώντας για την εργατική τάξη σε σχέση με τη λογοτεχνία. Η πολιτιστική «παραγωγή» μιας χώρας αντανακλά, γι’ αυτό το λόγο, την προσπάθεια να εμπεδώσουν οι εκάστοτε κυρίαρχοι την κυριαρχία τους, παρουσιάζοντας τις ιδέες και τις αξίες τους σαν γενικά ισχύουσες για όλους. Ομως, σε κοινωνίες με συγκρουόμενα συμφέροντα, άρα και με συγκρουόμενες ιδέες και αξίες, κάτι τέτοιο είναι δύσκολο.

Η λογοτεχνία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας. Η λογοτεχνία προϋποθέτει διάβασμα, άρα περισσότερη εγκεφαλική προσπάθεια από άλλες μορφές τέχνης και αυτό την κάνει ήδη πιο δυσπρόσιτη για όσους εξαντλούνται σε σκληρή και πολύωρη εργασία. Μιλάμε βέβαια για κοινωνίες, όπου ο αναλφαβητισμός έχει περιοριστεί, γιατί εκεί που υπάρχει ακόμα είναι μια πολυτέλεια να μιλάμε για την εργατική τάξη σε σχέση με τη λογοτεχνία, τουλάχιστον ως αναγνώστη.

Η σχέση της εργατικής τάξης με τη λογοτεχνία δεν ήταν ποτέ αναπτυγμένη στον καπιταλισμό, αλλά σήμερα είναι ιδιαίτερα παθητική. Ακόμα έχει μειωθεί πολύ η παρουσία της εργατικής τάξης σαν πρόσωπο στη λογοτεχνία, πόσο μάλλον σαν πρωταγωνιστή, παρ’ όλη τη λεγόμενη «μαζικοποίηση» της τέχνης, άρα και της λογοτεχνίας.

Χωρίς να θέλουμε να πέσουμε στην παγίδα του αταξικού διαχωρισμού της τέχνης σε «μαζική» και «ελιτίστικη» – ενός διαχωρισμού που έχει προβληθεί πολύ τις τελευταίες δεκαετίες ιδιαίτερα στις «δυτικές» χώρες – μπορούμε να πούμε ότι η γενική τάση ήταν να κρατηθεί το καλό βιβλίο (ιδιαίτερα της κλασικής λογοτεχνίας της κάθε χώρας) για ένα μικρό, μορφωμένο στρώμα και τα ανούσια, τα εύπεπτα, η σάχλα ή απλώς η σαβούρα να προορίζεται για την ευρύτερη κατανάλωση και αυτό σήμερα μάλιστα σε συνθήκες γενικού εκφυλισμού των παλιών έστω αστικών αξιών, αντανάκλαση του γενικότερου εκφυλισμού του καπιταλιστικού συστήματος.

Οι, στον εκφυλισμό αυτό, αντίθετες αξίες, όπως εκφράζονταν στη σοσιαλιστική λογοτεχνία, στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, αλλά και στη μη σοσιαλιστική λογοτεχνία, που παρουσιάζει ωστόσο μια κοινωνικά αληθινή εικόνα με την έννοια ότι δεν αποσιωπάται η ύπαρξη της εργατικής τάξης, πέφτουν θύμα στη σύγχρονου τύπου λογοκρισία που θα την εξηγήσουμε παρακάτω. Εξαφανίζουν από το οπτικό μας πεδίο τη λογοτεχνία που ενέπνεε το προλεταριάτο, που του έδινε «αγωγή ψυχής».

Πόσο μάλλον η λογοτεχνία που είχε δημιουργηθεί από τον ίδιο το λαό (λαός και εργατική τάξη δεν είναι βέβαια ταυτόσημες έννοιες, αλλά στο παρόν θέμα είναι ανάγκη η διεύρυνση της έννοιας) σε φάσεις, στις οποίες ανέπτυσσε όλη τη δημιουργικότητά του, όπως την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης, που παρουσίαζε ένα όργιο πολιτιστικής ανάπτυξης και προσπάθειας μόρφωσης σε άκρως δύσκολες συνθήκες με δρώντα πρόσωπα λαϊκούς αγωνιστές από κοινού με καλλιτέχνες, λογοτέχνες, διανοούμενους.

Αυτές οι συνθήκες και οι ακόλουθες στις φυλακές και τις εξορίες έδωσαν στην ιστορία το παράδειγμα μιας φοβερής συνάντησης, μιας όσμωσης, ενός πρωτόγνωρου αμοιβαίου μπολιάσματος διανοουμένων και εργατικής τάξης, ευρύτερα λαού στα «πέτρινα πανεπιστήμια». Ετσι, την εποχή του Δόγματος Τρούμαν δεν είναι υπερβολικό να πούμε, ότι η ελληνικήλογοτεχνία μπαίνει στη φυλακή και στις εξορίες.

Σήμερα, υπάρχει άλλος τρόπος λογοκρισίας, άλλος τρόπος να ρίξουν στην πυρά εκείνη τη λογοτεχνία, που ξυπνάει, που δίνει αγωγή ψυχής, που αναπτύσσει τον αναγνώστη αισθητικά και κοινωνικά, που βοηθάει τη συνείδησή του να ωριμάζει, πόσο μάλλον να ριζοσπαστικοποιηθεί. Βεβαίως, επίσημα δεν απαγορεύεται τίποτα. Ολα επιτρέπονται με το πρόσχημα της πλουραλιστικής ποικιλίας. Ουσιαστικά, όμως, μένουν έξω από την προβολή, εξοστρακίζονται, κρατούνται μακριά από το πιο καταπιεσμένο κομμάτι της κοινωνίας τα βιβλία που ταρακουνούν την κοιμισμένη κοινωνική συνείδηση, που πολεμούν το καταπιεστικό καθεστώς, που είναι τα πιο θετικά στην άρνησή τους του εκμεταλλευτικού κοινωνικού συστήματος.

Μια άλλη μορφή λογοκρισίας είναι, πιο ραφιναρισμένη, να προβάλλονται μεν προοδευτικοί λογοτέχνες, ακόμα και κομμουνιστές επώνυμοι, αλλά απονευρωμένα είτε με κείμενα των νεανικών τους χρόνων ή με τα πιο ανώδυνά τους κείμενα, αποϊδεολογικοποιημένα και κυρίως αποκομμουνιστικοποιημένα, ώστε ούτε σε αυτούς η εργατική τάξη να μην μπορεί να ξαναβρεί τον ίδιο τον εαυτό της και να εμψυχωθεί κριτικά, πόσο μάλλον επαναστατικά ερμηνεύοντας σωστά τη θέση της στην οργάνωση της κοινωνίας.

Αννεκε Ιωαννάτου