Ζωή , αγώνας, τέχνη σαν … γλυκόπικρο παραμύθι

Στις 23 Μάη, το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, θα φιλοξενήσει την καλλιτεχνική και βιωματική «διαδρομή» του αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης, εικαστικού και συγγραφέα Γιώργου Φαρσακίδη

Ο Γιώργος Φαρσακίδης στο εργαστήρι – αρχείο του

Η πολιτιστική προσφορά του ΓιώργουΦαρσακίδη, «σφραγίστηκε» και με δύο σημαντικές δωρεές του στον ελληνικό λαό: Παραχώρησε το σπίτι της Φιλικής Εταιρείας στην Οδησσό και τα υπάρχοντα του πατρικού του σπιτιού,που αναβιώνουν ένα χαρακτηριστικό αστικό σπίτι της ελληνικής παροικίας της Οδησσού στις αρχές του αιώνα.

Σ’ αυτή την έκθεση, που συνδιοργανώνουν η ΠΕΑΕΑ και οι σύλλογοι των Πολιτικών Εξορίστων, εκτός από έργα του, θα εκτεθεί- μέσω προβολής βίντεο και φωτογραφιών με κειμενολεζάντες- ένα «πανόραμα» της ζωής του. Και όχι μόνο. Ο επισκέπτης θα δει σπάνιο και άγνωστουλικό των πιο μελανών σελίδων της ιστορίας μας- του Εμφυλίου Πολέμου- αποτέλεσμα κοπιαστικής έρευνας για χάρη της ιστορικής αλήθειας. Υλικό (κυρίως φωτογραφικό), συχνά ανατριχιαστικό, αλλά ιστορικά πολύτιμο.

Με αφορμή την έκθεση, συναντήσαμε τον Γ. Φαρσακίδη στο λιτό εργαστήριο – αρχείο του. Η συζήτησή μας ήταν… ένα συναρπαστικό «ταξίδι», από την προεπαναστατική Ρωσία μέχρι το σήμερα, με «στάσεις» σε σημαντικότατα γεγονότα του αιώνα μας και στη ζωή του σεμνού, αταλάντευτου αγωνιστή και υπέροχου ανθρώπου Γ. Φαρσακίδη.

Μέρες της Οδησσού

«Γεννήθηκα στην Οδησσό το 1926», διηγείται ο Γ. Φαρσακίδης. «Ο πατέρας μου, ο Αναστάσης, ήταν Κωνσταντινουπολίτης. Αποφοίτησε από τη Ρώσικη Εμπορική Σχολή Κωνσταντινούπολης, που επόπτευε ο τσάρος. Ουσιαστικά ήταν σχολή πρακτόρων της τσαρικής πολιτικής στην Ανατολή και τη Μεσόγειο. Νεαρός έγινε υποδιευθυντής του Ρωσικού Ταχυδρομείου και Ακτοπλοϊκών Εταιριών- επίκεντρο της τσαρικής επεκτατικής πολιτικής».

ΚΑΦΕΦΑΜΠΡΙΚΑ. Ακουαρέλα και σινική, έργο φιλοτεχνημένο στον Αϊ Στράτη το 1959

Η απόφαση της Τουρκίας να επιβάλλει την υποχρεωτική θητεία και στους αλλόθρησκους, ανάγκασε πολλούς επίστρατους Ελληνες να φυγαδευτούν στο εξωτερικό. Ο νεαρός Ελληνας, με τις μεγάλες επαγγελματικές προοπτικές, χρησιμοποιεί το κύρος της θέσης του και, σε συνεργασία με οργανώσεις, φυγαδεύει για την Ελλάδα επίστρατους, κρυμμένους σε βάρκες, που τους μεταφέρουν σε ρώσικα πλοία. Οταν οι Τούρκοι ανακαλύπτουν τη δραστηριότητά του, ο Αναστάσης αναγκάζεται να φυγαδευτεί και ο ίδιος στην Οδησσό. «Μάλιστα, επιστρέφοντας στην Ελλάδα το ’34, σύστησαν στον πατέρα μου να μην κατέβει στην Κωνσταντινούπολη, γιατί το όνομά του φιγουράριζε στους «μαύρους» καταλόγους των Τούρκων».

Στην Οδησσό παντρεύτηκε μια Ρωσίδα, την Ελένη. «Τον τύλιξε η μάνα μου. Τσαχπίνα ήταν, από πλούσια οικογένεια. Ο πατέρας ήταν ο ξένος -παντού έχουν πέραση οι ξένοι – μορφωμένος κι άσχημος δεν ήταν. Τον ερωτεύτηκε».

Στην Οδησσό ο Αναστάσης ασχολείται με την παραδοσιακή δραστηριότητα των Ελλήνων του εξωτερικού εκείνης της εποχής. Το εμπόριο. «Ηταν όμως κακός έμπορος. Ηταν αιθεροβάμων, με τον ιδεαλισμό και τις αρχές του. Αντίθετα, η μάνα μου είχε την καπατσοσύνη του εμπορικού χώρου της. «Με τον σταυρό στο χέρι δε συντηρείται οικογένεια», του ‘λεγε. Αλλά με τις γνωριμίες, το κύρος, την εντιμότητά του, έκανε εμπόριο κι έβγαλε χρήματα».

Η έλευση της επανάστασης

«Μετά ήρθε η Οχτωβριανή Επανάσταση. Η οικογένεια καταστράφηκε οικονομικά. Αλλά ο πατέρας μου πίστεψε στην Επανάσταση, παρά τις αντιρρήσεις του σε μια σειρά πράγματα. Δεν ήταν όλα ρόδινα. Ενίοτε, μάλιστα, ήταν υπερβολικά και όχι πάντα σωστά. Ελεγε, όμως, ότι «το μεγάλο δίκιο ήταν το δίκιο της Επανάστασης». Λόγω των γνώσεών του δούλεψε σαν προγραμματιστής της παραγωγής ενός μεγάλου ελληνοαρμενικού εργοστασίου παπουτσιών, που λεγόταν «Ριζοσπάστης»».

Διαπόμπευση αποκεφαλισμένου αγωνιστή – εποχή Εμφυλίου

Ο «αστός» Αναστάσης τιμήθηκε με το βιβλιάριο του πρωτοπόρου της σοσιαλιστικής εργασίας και προτάθηκε να γίνει μέλος του Μπολσεβίκικου Κόμματος. «Αξιοπρεπέστατα αρνήθηκε, λέγοντας ότι «θα νιώθει σα να έχει καθίσει σε αλλουνού θέση». Κι η μάνα είχε ωραίες αρχές, που έφταναν στα όρια της αυταπάρνησης, αλλά λόγω της καταγωγής της έβλεπε αλλιώς τα πράγματα. Αυτή η γυναίκα, που φύλαγε αυτόγραφα αστέρων του τσαρικού θεάτρου, μας βοηθούσε αργότερα να τυπώνουμε παράνομα προκηρύξεις και να φυγαδεύουμε Ρώσους αιχμαλώτους από τη Θεσσαλονίκη».

Πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο Γιώργος θα την ευχαριστήσει που ποτέ δεν του έκανε νύξη να αποκηρύξει την κομμουνιστική ιδεολογία του, εκείνη απάντησε: «Ησουνα που ήσουνα από γεννησιμιού σου χοντροκέφαλος. Για φαντάσου να μου γύριζες και με σκυμμένο κεφάλι»…

«Οι μετεπαναστατικές συνθήκες δεν ήταν εύκολες. Το ’33 υπήρχε πείνα. Ο κόσμος σατίριζε, πως όσο ήταν ο «βλάκας ο Νικόλαος στην εξουσία το ψωμί είχε ένα πενηνταράκι. Αλλά με τους μπολσεβίκους δεν υπάρχει ούτε ψίχουλο». Ο ίδιος λαός που έκανε την Επανάσταση, στα δύσκολα χρόνια ακολούθησε αυτό που έλεγε ο Μαρξ, ότι αν δε γεμίσει το στομάχι, ο άνθρωπος θα ακολουθήσει το άμεσο συμφέρον του. Ο πατέρας μου έλεγε » εγώ είμαι αστός, αλλά είμαι σε θέση να καταλάβω την αναγκαιότητα αυτής της δύσκολης περιόδου, αφού χτίζεται ένα ωραίο μέλλον. Ενώ, αυτοί που έκαναν την επανάσταση και πολέμησαν στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού δεν είναι σε θέση να το καταλάβουν»».

Ο νεαρός Γιώργος θα φοιτήσει στο ελληνικό σχολείο της Οδησσού. Ομως, η οικογένεια αποφασίζει να φύγει στην Ελλάδα, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Το ότι ο πατέρας δεν έχασε την ελληνική υπηκοότητά του βοήθησε και να φύγουν και να μεταφέρουν όλα τους τα πράγματα. Αυτά τα πράγματα που δώρισε ο Φαρσακίδης στο «Κέντρο Μελέτης και Ανάπτυξης του Ελληνικού Πολιτισμού», και με τα οποία αναπαριστάται πλήρως ένα τυπικό αστικό σπίτι της ελληνικής παροικίας της Οδησσού. Αν, βέβαια, το Κέντρο αποφασίσει, επιτέλους, να αξιοποιήσει αυτή τη σημαντική προσφορά…

Κατοχή
Εκτέλεση αγωνιστή από παρακρατικό με τσεκούρι – εποχή Εμφυλίου

Ξεσπά ο πόλεμος. Το μέτωπο, μετά τη γερμανική επίθεση καταρρέει. Ο Γιώργος θυμάται τους φαντάρους, που, επιστρέφοντας, πετούσαν τα όπλα τους στο Καραμπουρνάκι. «Προσπαθήσαμε να τα σπάσουμε, αλλά επειδή δεν τα καταφέρναμε τα πετάγαμε στη θάλασσα. Είχα πάρει και ένα μακρύκαννο όπλο, είχα πάρει και σφαίρες, για όποτε γινόταν η επανάσταση.Το κρύψαμε μέσα σε ένα μπιλιάρδο του πατέρα μου. Οταν βγήκε η ανακοίνωση των Γερμανών ότι θα εκτελείται όλη η οικογένεια αν βρισκόταν όπλο, το λαδώσαμε, το τυλίξαμε σε κουρέλια και το παραχώσαμε σε έναν κήπο. Υστερα από χρόνια το βρήκαν οι πιτσιρικάδες, σκουριασμένο βέβαια, και παίζανε».

Η Κατοχή τον βρίσκει να δουλεύει στο μύλο του «Αλατίνη». «Εκεί ήταν τα γερμανικά αρτοποιεία. Δουλεύανε και στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, αλλά δε με είχαν δεχτεί γιατί δεν είχα ταυτότητα της ΕΟΝ. Δουλεύαμε μέρα – νύχτα, σε τρεις βάρδιες. Εκεί αναπτύχθηκαν οι πρώτοι αντιστασιακοί πυρήνες. Εκεί έκανα και μια σειρά γελοιογραφίες. Απ’ ό,τι ξέρω, είναι οι μοναδικές που υπάρχουν από εκείνη την περίοδο. Υπήρχε άνθηση της γελοιογραφίας στον ιταλικό πόλεμο, αλλά στην Κατοχή αναπτύχθηκαν άλλα είδη και όχι η γελοιογραφία. Στην αρχή σατίριζα τους Γερμανούς του εργοστασίου, και μετά τα γεγονότα. Κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι και μερικές τυπωμένες σε πολύγραφο. Αλλες έγιναν ταμπλό και κρεμάστηκαν».

Σκίτσο του ΕΠΟΝίτη Γ.Φαρσακίδη φιλοτεχνημένο στο βουνό

Το καλοκαίρι του ’44 εντάσσεται στον ΕΛΑΣ Χαλκιδικής. «Στον ΕΛΑΣ ζωγραφίζω και κρατώ ημερολόγιο, το οποίο δεν επιτρεπόταν για λόγους περιφρούρησης». Σε μια μάχη με ένα βουλγάρικο τάγμα στον Αγιο Πρόδρομο Χαλκιδικής, ο Γιώργος χάνει το σακίδιο, όπου είχε τα σκίτσα του. Δεκαετίες αργότερα, στη μεταπολίτευση, θα διαβάσει στο «Ριζοσπάστη» για τα «Σκίτσα ενός άγνωστου ΕΛΑΣίτη, προσφορά από τη ΛΔ της Βουλγαρίας»! Τι είχε συμβεί; «Ο Βούλγαρος που τα βρήκε ήταν σιτιστής εκείνου του τάγματος, με το οποίο συγκρουστήκαμε. Μάλιστα, σε μερικά από τα σκίτσα είναι γραμμένοι και λογαριασμοί για το συσσίτιο. Μετά από 30 χρόνια τα παρέδωσε στην Ελληνική Λέσχη της Σόφιας».

Ξεδιψώντας με τον ιδρώτα

Ο Γ. Φαρσακίδης θα τραυματιστεί βαριά και στα δυο χέρια, σε μια μάχη κοντά στο Σπήλαιο Πετραλώνων, στο χωριό Κρήνη. Η Υποδειγματική Διμοιρία της ΕΠΟΝ, της οποίας έγινε μέλος, έπρεπε να εφορμήσει μετά από αντιπερισπασμό του λόχου εναντίον ενός γερμανικού στρατοπέδου. Οι αντάρτες είχαν μόνο δύο πολυβόλα, από τα οποία το ένα έπαθε εμπλοκή, ενώ στην Υποδειγματική Διμοιρία, που ήταν ομάδα κρούσης μοιράστηκαν μόνο 45 σφαίρες στον καθένα. Με αυτά τα «όπλα» έπρεπε να νικήσουν 6 πολυβολεία με βαριά πολυβόλα, 40 κάρα με οπλισμό, 80 Γερμανούς εξοπλισμένους σαν «αστακούς». «Ακροβολιστήκαμε. Υποτίθεται πως θα τους αιφνιδίαζε ο λόχος μας κι εμείς, όταν χτυπούσε η σάλπιγγα οπισθοχώρηση, θα κάναμε επίθεση με τις ξιφολόγχες… Οταν βάζανε ριπή τα γερμανικά πολυβόλα, τα χορταράκια τα θέριζε, λες και περνούσε κόσα», θυμάται. Μια από αυτές τις ριπές του «θέρισε» τα κόκαλα του αριστερού του χεριού, τραυματίζοντας και το δεξί.

Με φίλους του ΕΠΟΝίτες (πρώτος αριστερά), στη Θεσσαλονίκη

«Δεν πονούσα στην αρχή. Ενιωθα το αίμα να με ζεσταίνει σα χλιαρό νερό. Σηκώθηκα και είδα το χέρι μου να κουνιέται κρεμασμένο. Σκέφτηκα ότι θα μου πέσει και θα το φάνε τα σκυλιά του χωριού. Ηταν καλύτερα το νυστέρι».

Ο επικεφαλής της «υποδειγματικής», ο Βαγγέλης Παντελάκος, χρειάστηκε να τον βρίσει για να πάψει να επιμένει να τον αφήσουν εκεί. Ενιωσε ανακούφιση μ’ αυτό το βρίσιμο. Ο ίδιος τον μετέφερε, κουβαλώντας τον στην πλάτη του. «Η δίψα αφόρητη. Εγλειφα τον ιδρώτα του από το λαιμό του, για να ξεδιψάσω…»

Ο Γ. Φαρσακίδης πήρε το «δρόμο» των χιλιάδων συναγωνιστών του μετά την απελευθέρωση. Βασανιστήρια φρικτά και εξορίες.Από το ’49 μέχρι το ’61 (με ένα μικρό διάλειμμα το ’56) και άλλα 3,5 χρόνια στη διάρκεια της χούντας θα «επισκεφθεί» τη Μακρόνησο, τον Αϊ Στράτη, τη Γυάρο και τη Λέρο. Συνολικά 16,5 χρόνια εξορίας. Θα «γευτεί» όλα τα γνωστά βασανιστήρια, αλλά και μερικά που εφαρμόζονταν για πρώτη φορά. Στην εξορία, όμως, θα αναπτύξει και το ταλέντο του δίπλα σε ανθρώπους όπως ο Ρίτσος, και ο Χρήστος Δαγκλής, ο «δάσκαλος» στη ζωγραφική .

«Δε θα άλλαζα τη ζωή μου»

Θα ήθελε να ήταν αλλιώς η ζωή του; «Είναι μια ζωή, την οποία ποτέ δε θα ‘θελα ν’ αλλάξω. Οπως δεν άλλαξα και την πίστη μου κι ας απομυθοποιήθηκαν κάποια πράγματα. Το ιδανικό παρέμεινε το ίδιο. Ο Λένιν έλεγε ότι κομμουνιστής είναι εκείνος που συμβάλλει, ώστε να προωθηθούμε, έστω κι ένα βηματάκι, προς την επανάσταση. Ούτε μεγάλα λόγια, ούτε εξάρσεις. Απλώς, πρακτικά, να συμβάλεις με ένα μικρό λιθαράκι. Αυτό που μπορεί να προσφέρει ο καθένας. Για μένα οι ιδέες του σοσιαλισμού συνοψίζονται στη φράση «να ανθρωπέψει ο άνθρωπος». Για μένα, θα υπάρχει πάντα η «Ιθάκη» μου, η ιδεολογία μου. Ποτέ δε θα ‘θελα να κάνω συμβιβασμό, να κάνω πίσω, να αρνηθώ. Αυτό ποτέ δε θα το κάνω».

 

Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑΣ