Ο ΦίλιπποςΜαυρογιώργης γεννήθηκε το 1924 στο μικρό χωριό Δρούτσουλας της κοινότητας Ευδήλου Ικαρίας. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες και νομικά στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη επίσης σκηνοθεσία κινηματογράφου αλλά δεν ασχολήθηκε. Είναι δικηγόρος στην Αθήνα. Μαχητής της Εθνικής Αντίστασης και αντιστασιακός συγγραφέας, ποιητής, δημοσιογράφος, κριτικός. Δραστήριος μέλος του ελληνικού Κινήματος Ειρήνης – μέλος της Επιτροπής Ειρήνης Λογοτεχνών. Διευθύνει το περιοδικό «Ικαριακά», όργανο της Πανικαριακής Αδελφότητας Αθηνών που τιμήθηκε το 1987 με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών και την εφημερίδα «Νέα Ικαρία». Συνεργάζεται με ημερήσιες εφημερίδες και περιοδικά της Αθήνας. Εχει εκδώσει, μέχρι σήμερα, εννιά ποιητικές συλλογές: «Νικαριά» 1965, «Πορεία Ειρήνης» 1967, «Της φωτιάς και της δροσιάς» 1977, «Αιγαιοπελαγίτικα» 1979 (τιμητική διάκριση του βραβείου Ειρήνης «Ιπεκτσί»), «Καλημέρα αυγή» 1980, «Μνημόσυνα» 1981, «Η Μπαλάντα της Ειρήνης» 1984 (πρώτο βραβείο Ειρήνης Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, τιμητική διάκριση του βραβείου Ειρήνης «Ιπεκτσί»), «Φύλλα Δάφνης» 1985. Δημοσίευσε κριτικά δοκίμια σε εφημερίδες και περιοδικά (Κάλβος, Παλαμάς, Σεφέρης, Βάρναλης, Δημοτικό Τραγούδι) και έχει κάνει ανακοινώσεις στα Διεθνή Συμπόσια του Αιγαίου (Νικαριώτες ριβατζήδες – λαϊκοί ποιητάρηδες, Ιωάννης Τσελεπής ο μαθηματικότατος – Ικάριος εθνομάρτυρας και διαφωτιστής του Γένους, Δυο δημώδη Ικαριακά άσματα της μετ’ Ακριτικής περιόδου. Τα Ικαριακά έγγραφα και ο Σταυρινός Ζολώτας). Εχει ανέκδοτη πεζογραφική και άλλη εργασία. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.

«Ποιητικά πορτρέτα της Νικαριάς»

Το καλύτερο αύριο που διψάμε, δε γίνεται ορατό στο πρόσωπο των αγέννητων, αλλά στο πρόσωπο αυτών που ήδη γνωρίσαμε με τα μάτια της ιστορίας ή με τα μάτια μας όταν ήμασταν παιδιά, αλλά τους χάσαμε στο πέρασμα του χρόνου. Τα «Ποιητικά πορτρέτα της Νικαριάς» του ΦίλιππουΜαυρογιώργη είναι «γι’ αυτούς που έφυγαν, που αντιπροσώπευαν την καλοσύνη, την τρυφερότητα, ντομπροσύνη, τιμιότητα, φιλοξενία. Αρετές του νησιού μου – λέει ο ποιητής – που σήμερα πάνε να καταποντιστούν (…). Αυτές οι αρετές ήταν μέρος της πανοπλίας μας, συμπλήρωναν τα ιδανικά μας, μ’ αυτά αγωνιστήκαμε κι αγωνιζόμαστε, για ένα καλύτερο αύριο».

Πρόκειται για «πορτρέτα ανθρώπων και φύσης». Φύσης νεκρής, σήμερα, γιατί κι αυτή χάθηκε μαζί με κείνους τους ωραίους ανθρώπους που άφησαν τα ίχνη τους στην ιστορία ή στα παιδικά μας βιώματα. Από εκεί τους ανασύρει ο ποιητής και σκαλίζει τ’ όνομά τους στην πέτρα:

«Πάνω στην πέτρα γράψαμε τα ονόματα/ θα μείνουν πέρα απ’ τη ζωή μας./ Αλλα καλαίσθητα, κι άλλα, ακαλαίσθητα/ Ολα θα πάνε στην αιωνιότητα./Τα φτιάχναμε μικροί και έφηβοι,/ μικροί βοσκοί Απόλλωνες-/ σε ώρες ευτυχίας στη μάνα φύση./ Το σκάλισμα με το καρφί/ στη λεία μαρμαρόπετρα. Θέλει υπομονή, θέλει μεράκι/ για να βγει η αρχέγονη πνοή, η τέχνη,/ που μας εκληροδότησεν ο πρόγονος,/ της Αλταμίρας, των σπηλαίων,/(…) Η κάθε τέχνη, κι η πιο ταπεινή,/ αυτή είναι που εξυψώνει τους ανθρώπους./ Οτι μπορούν να ονειρεύονται».

Ο ΦίλιπποςΜαυρογιώργης, ακριβώς αυτή την τέχνη, που έρχεται απ’ τους αρχαίους λυρικούς, καλλιεργεί με πολύ «μεράκι». Την τέχνη απ’ τον άνθρωπο, για τον άνθρωπο. (Φιλ. Μαυρ.-Γρ. Κουσίδη 17 – Ζωγράφου).

 

Γιάννης ΚΑΡΑΒΙΔΑΣ