Αναδημοσίευση από ypatia-clothsofheaven.blogspot.com

Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί για την αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, τα οποία εξαντλούν την κακόβουλη συνομωσιολογία και πολλές φορές καταλήγουν σε ανυπόστατες εικασίες και θεωρίες. Παραθέτω απόσπασμα από το βιβλίο » Λίλι Μπρίκ με τον Μαγιακόφσκι» εκδ. Θεμέλιο. Κρίνω πως η για χρόνια σύντροφος και απ’τους πιο στενούς φίλους του Μαγιακόφσκι, Λίλι Μπρικ, μπορεί καλύτερα απ’ τον οποιοδήποτε να βοηθήσει στην διερεύνιση των αιτιών της αυτοκτονίας του.

«Ο Μαγιακόφσκι αγαπόυσε με πάθος τη ζωή σε όλες τις πλευρές της. Αγαπούσε την επανάσταση, την τέχνη, τη δουλιά, εμένα, τις γυναίκες, το πάθος του παιχνιδιού, τον αέρα που ανέπνεε. Η θαυμαστή του ενεργητικότητα ξεπερνούσε όλα τα εμπόδια… Ήξερε όμως πως δεν θα μπορούσε να νικήσει τα γηρατιά, και με νοσηρό τρόμο τα περίμενε από νέος.
Ο Βολόντια μιλούσε συχνά για αυτοκτονία. Ήταν μια έμμονη ιδέα. Μια φορά το 1916, με ξύπνησε πολύ νωρίς το πρωί το τηλέφωνο. Με υπόκωφη και σιγανή φωνή ο Βολόντια είπε «Αυτοκτονώ. Αντίο Λίλικ». «Περίμενε!» φώναξα και αφού πέταξα κάτι πάνω από το νυχτικό μου όρμησα στις σκάλες. Ικέτεψα τον αμαξά να κάνει γρήγορα, τον παρακινούσα χτυπώντας τον με τις γροθιές μου στην πλάτη. Ο Μαγιακοφσκι άνοιξε. Πάνω στο τραπέζι ήταν ένα πιστόλι. «Τράβηξα τη σκανδάλη μία φορά» είπε, «δεν τα κατάφερα. Δεν αποφάσισα να ξαναδοκιμάσω. Σε περίμενα».Ήμουν κατατρομαγμένη. Δεν μπορούσα να συνέλθω. Πήγαμε στο σπίτι μου, στην οδό Ζουκόφσκι, όπου με ανάγκασε να παίξω μαζί του χαρτιά. Χτυπηθήκαμε με λύσσα. Εγώ έχανα προς μεγάλη του χαρά. Με ζάλισε το ταπεραμέντο του, μου αφαιρούσε κάθε δύναμη με την ασταμάτητη απαγγελία του:

Και κάποιος αόρατος στα σκοτάδια των δέντρων

έκανε να τρίξουν τα πεσμένα φύλλα.
Και φώναξε: πως σ’ έχει κάνει ο αγαπημένος,

για δες ο αγαπημένος σου πως σ’ έκανε.
Έτσι συνέχεια, με την Αχμάτοβα και με άλλους ποιητές, χωρίς τέλος…

η αφίσα με τον Osip Brik

Ο Ρομάν Γιάκομπσον, όταν ήρθε στη Μόσχα το 1956, μου θύμισε μια συζήτηση μας του 1920. Περπατούσαμε στην Οχότνι Ριάντ, κι εκείνος μου είχε πει: » Δεν μπορώ να φανταστώ τον Βολόντια γέρο, με ρυτίδες». «Δεν θα γίνει ποτέ γέρος», απάντησα. «Θα αυτοκτονήσει πριν. Έχει ήδη δοκιμάσει. Απέτυχε, ευτυχώς. Δεν θα καταλήγει όμως πάντα έτσι αυτή η ιστορία!».
Πολλά χρόνια αργότερα, σ’ ένα βιβλίο του πολωνού ποιητή Στανισλάβ Λεκ, διάβασα μερικά λόγια που με συγκλόνισαν : » Το πνεύμα της διατήρησης οδηγεί μερικές φορές στην αυτοκτονία».
Δεν ισχύανε μήπως αυτά τα λόγια για τον Μαγιακόφσκι; Ότνα φοβάται κανείς το θάνατο, δεν είναι, μήπως, η αυτοκτονία ο μοναδικός τρόπος για να μείνει πάντα νέος; Για να ξεφύγει από την «απαίσια κοινή λογική», που τόσο πολύ τρομοκρατούσε τον Βολόντια;

Ελπίζω, πιστεύω πως δεν θα έρθει ποτέ
                                                   για μένα η απαίσια κοινή λογική.

Προτού τραβήξει τη σκανδάλη ο Μαγιακόφσκι είχε αδιάσει το όπλο και είχε αφήσει μόνο μία σφαίρα. Γνωρίζοντας τον, είμαι σίγουρη πως είχε εγκαταλείψει τον εαυτό του στα χέρια της τύχης: αν αποτύχει σημαίνει πως πρέπει να συνεχίσει να ζει.

Η ιδέα της αυτοκτονίας ήταν μόνιμη στον Μαγιακόφσκι.
Πόσες φορές δεν είχε επαναλάβει : » Θα αυτοκτονήσω, να τελειώνω. Στα τριανταπέντε φτάνουν τα γηρατιά! Θα ζήσω ως τα τριάντα, όχι περισσότερο». Πόσες φορές βασανίστηκα για να τον πείσω πως τα γηρατιά δεν έπρεπε να του προξενούν φόβο, πως αυτός δεν ήταν μια μπαλαρίνα. Ο Τολστόι και ο Γκαίτε δεν ήταν ούτε «νέοι» ούτε «γέροι», ήταν ο Λέων Τολστόι και ο Βόλφγκανγκ Γκαίτε. Κι αυτός, ο Βολόντια, θα ήταν πάντα ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Όσο για μένα, θα σταματούσα μήπως να τον αγαπώ μόνο και μόνο επειδή θα είχε κάποιες ρυτίδες; Οι σακούλες κάτω από τα μάτια, οι ρυτίδες στα μάγουλα θα μου προξενούσαν μόνο τρυφερότητα.
Εκείνος όμως, πεισματάρικα, επέμενε ότι δεν ήθελε να γνωρίσει τα δικά του και τα δικά μου γηρατιά. Δεν έδινε καμιά σημασία όταν τον βεβαίωνα ότι η «κοινή λογικά», παρ’ όλο που είναι απαίσια, δεν είναι αναπόφευκτο χαρακτηριστικό των γηρατιών. Ο Τολστόι, για παράδειγμα, δεν κάμφθηκε. Έφυγε από το σπίτι του, λίγο προτού πεθάνει, απερίσκεπτος σαν παιδάκι.
Όταν έγινα τριάντα χρονών και ο Βολόντια τα πλησίαζε, αρχίσαμε πάλι να συζητάμε το ίδιο θέμα. Ήμασταν καθισμένοι σ’ ένα πέτσινο καναπέ στην τραπεζαρία της παρόδου Γκέντριχοφ. » Τι θα έπρεπε να κάνω εγώ- τον ρώτησα- που πέρασα τα τριάντα χρόνια;». Ο Βολόντια απάντησε : » Εσύ δεν είσαι μια γυναίκα. Είσαι μια εξαίρεση». » Μήπως εσύ- επέμενα- δεν είσαι μια εξαίρεση;». Δεν απάντησε.
Η ιδέα της αυτοκτονίας ήταν για τον Μαγιακόφσκι μια χρόνια αρρώστια και, όπως κάθε αρρώστια τέτοιου τύπου, οξυνόταν όταν οι συνθήκες δεν ήταν ευνοϊκές.

Βέβαια, εκείνες οι συζητήσεις κι εκείνες οι σκέψεις δεν μου προξενούσαν πάντοτε φόβο. Ειδάλλως, θα ήταν αδύνατο να ζήσω. Μερικές φορές, όμως, ήταν δύσκολο. Αν κάποιος αργούσε να εμφανιστεί για να παίξει χαρτιά, ο Βολόντια αποφάσιζε αμέσως ότι ήταν άχρηστος για όλο τον κόσμο. Αν μια κοπέλα δεν τηλεφωνούσε στη συμφωνημένη ώρα, εκείνος έλεγε πως κανένας δεν τον αγαπούσε και επομένως δεν είχε νόημα να συνεχίσει να ζει. Σ’ αυτές τις υστερίες αντιδρούσα προσπαθώντας να τον ηρεμήσω ή βρίζοντας τον ή παρακαλώντας τον να μη με βασανίζει και να μη με τρομοκρατεί. Μερικές φορές όμως, όταν μου φαινόταν πως η καταστροφή βρισκόταν πολύ κοντά, τρόμαζα πραγματικά. Μια μέρα, θυαμάμαι, γύρισε από τον Κρατικό Εκδοτικό Οίκο, όπου είχε αναγκαστεί να περιμένει για πολύ κάποιον, ύστερα να κάτσει στην ουρά του ταμείου και κατόπιν να αποδείξει πράγματα που ήταν ξεκάθαρα. Ρίχτηκε στο ντιβάνι, έτσι όπως ήταν ψηλός, μπρούμυτα και ούρλιαξε: «Δεν αντέχω άλλο-ο-ο…». Ξέσπασα σε κλάμματα από την λύπη και το φόβο μου, ενώ εκείνος, ξεχνώντας αμέσως τον εαυτό του, άρχισε να με καθησυχάζει.
Έχω καταγράψει στο ημέρολόγιο μου, με ημερομηνία » 11 Οκτωβρίου 1929, βράδι » ένα επεισόδιο. Ήμασταν, λίγοι φίλοι, καθισμένοι ήσυχα στην τραπεζαρία της οδού Γκέντριχοφ. Ο Βολόντια περίμενε στο αυτοκίνητο. Έπρεπε να πάει στο Λένινγκραντ για δουλιά. Η βαλίτσα του ήταν ήδη στο πάτωμα.
Ενώ περιμέναμε, έφεραν ένα γράμμα από την Έλσα. Αφού ξέσκισα τον φάκελο, άρχισα, όπως συνήθως, να το διαβάζω μεγαλόφωνα. Μαζί με διάφορα άλλα νέα, η αδερφή μου μας έγραφε, σε κάποιο σημείο, πως η Τατιάνα Γιακόβλεβα, η γυναίκα που ο Βολόντια είχε γνωρίσει στο Παρίσι και με την οποία- από τη δύναμη της αδράνειας- ήταν ακόμα ερωτευμένος, θα παντρευόταν. Θα έπαιρνε, θαρρώ, κάποιον υποκόμη, στην εκκλησία, με άσπρο νυφικό και λουλούδια στο χέρι. Η Έλσα ανησυχούσε για το σκάνδαλο που μπορούσε να προκαλέσει ο Μαγιακόφσκι, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί ο γάμος. Καταλήγοντας, η αδερφή μου με παρακαλούσε να μην πω τίποτα στον Βολόντια. Το νέο όμως, χωρίς να το θέλω, είχε ήδη φτάσει στον Μαγιακόφσκι, που σηκώθηκε αμέσως όρθιος : » Λοιπόν, εγώ φεύγω «.
» Που πας Βολόντια; Είναι ακόμα νωρίς». Εκείνος όμως, άρπαξε τη βαλίτσα, με φίλησε και έφυγε.

Λίγο αργότερα είχαμε νέα του από τον οδηγό του τον Β. Γκαμάζιν, που τον συνάντησε στην οδό Βοροντσόφσκαγια. Πέταξε με πάταγο τη βαλίτσα στο αυτοκίνητο και άρχισε να προσβάλλει τον οδηγό, έτσι όπως δεν είχε κάνει ποτέ του, ούτε μια φορά. Αφού έμεινε σιωπηλός σε όλη τη διαδρομή, στο σταθμό του είπε: » Με συγχωρείτε, μην με παρεξηγήσετε, σύντροφε Γκαμάζιν, σας παρακαλώ. Είναι η καρδιά…»
Εκείνη τη φορά τρόμαξα πραγματικά. Το επόμενο πρωί τηλεφώνησα στο Λένινγκραντ, στο ξενοδοχείο «Ευρώπη». Είπα στον Βολόντια πως δεν μπορούσα να ησυχάσω και πως ανησυχούσα γι’ αυτόν. Μου απάντησε με τα λόγια ενός παλιού παραμυθιού : » Αυτό το άλογο τελείωσε. Το αλλάζω.» και πρόσθεσε πως ανησυχούσα άδικα. » Ίσως είναι καλύτερα να έρθω να σε βρω. Θέλεις;». Ευχαριστήθηκε.
Έφυγα το ίδιο βράδυ. Ο Βολόντια χάρηκε που με είδε. Δεν μ’ άφησε ούτε ένα λεπτό. Συμμετείχα στις διαλέξεις του σε μεγάλες αίθουσες, ανάμεσα σε φοιτητές, σε δωμάτια γεμάτα κόσμο. Έδινε δύο και τρεις διαλέξεις την ημέρα. Στις ομιλίες του αναφερόταν συχνά σε ένα βαρώνο , σ ‘ έναν υποκόμη :   «Εμείς δουλεύουμε, δεν είμαστε γάλλοι υποκόμητες»,είτε : » Αυτός που σας μιλάει δεν είναι γάλλος Βαρώνος» ή ακόμα :» Αν ήμουν κόμης»…

συνεχίζεται…

Advertisements