Για τη σχέση του Μαγιακόβσκι με τον φουτουρισμό

(…)

Το θάμβος αυτό, που’ ναι σαν ένας μεγενθυντικός φακός, είτε μικροσκοπίου είτε τηλεσκοπίου, και στρέφεται προς τον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο, πηγάζει απ’ την ίδια την ιδιοσυστασία του Μαγιακόβσκι, ενισχυμένη απ’ την εξαρμένη, επαναστατική εποχή του, απ’ την ενθουσιαστική, πανανθρώπινη ιδεολογία του, απ’ τα επιστημονικά και τεχνικά επιτεύγματα του καιρού του, που ύψωναν ως την υπερβολή την πίστη του ανθρώπου στο μέλλον του. Δεν πρέπει να ξεχνάμε και τη σχολή του φουτουρισμού, που σ’ αυτήν ο Μαγιακόβσκι βρήκε την πιο δική του, προσωπική έκφραση, τόσο που άφοβα μπορούμε να πούμε πως δεν εφαρμόστηκε ο Μαγιακόβσκι στον φουτουρισμό, αλλά ο φουτουρισμός στον Μαγιακόβσκι, πως απ’ τον Μαγιακόβσκι δικαιώθηκε κι απ’ αυτόν πήρε τη σημασία του. Ο φουτουρισμός, για τον Μαγιακόβσκι, δεν ήταν απλώς ένας τρόπος εκσυγχρονισμού της καθυστερημένης αισθητικής που λειτουργούσε μόνο με νύξεις παρελθοντικές, κι ανταποκρινόταν με προθυμία κι ευκολία σε μνήμες βυθισμένες στην αρχαία μυθολογία, ιστορία, φιλολογία, και αντιστεκόταν ή αδρανούσε στους όποιους ερεθισμούς των παρόντων γεγονότων, πραγμάτων, τοπίων, λέξεων.

(…)

Ωστόσο δεν ήταν όπως είπαμε μόνον αυτό. Δεν ήταν η έφοδος των υψικαμίνων, των πολυκατοικιών, των μετάλλων, στη θέση των αγροτικών καπνοδόχων, των καλυβιών και των ρόδων. Οι γέφυρες κι οι σκάλες είχαν πάντα τη θέση τους, σαν λέξεις και σαν σχήματα, σην οπτική και συμβολική τους υπόσταση, μέσα στην ποίηση, όσο μικρόσωμες κι αν ήταν άλλοτε. Κάθε γραφικότητα ή ηθογραφικότητα απορρίπτεται νωρίς απ’ την ποίηση, όσο κι αν με τις συχνές κρούσεις αφήνουν κατάλοιπα που αφομοιώνονται πια διαφορετικά, τόσο που να γίνονται αργότερα άλλα, δηλαδή στοιχεία αισθητικής υποδοχής. Ο Μαγιακόβσκι, μες απ’ αυτόν τον διάκοσμο, είδε άλλα και διά αυτού πραγματοποίησε άλλα, όσο κι αν κι αυτός καθαυτός ο τεχνικός διάκοσμος έπαιξε τον ρόλο στην ποίησή του. Είδε έναν τρόπο βελτίωσης των ανθρώπινων σχέσεων κι έκρινε τη σημασία της τεχνικής προόδου απ’ τον βαθμό βοήθειας που προσφέρει στην απελευθέρωση των δυνάμεων του ανθρώπου απ’ τον πιο σκληρό εξαναγκασμό και στην ανάπτυξη του πνευματικού πολιτισμού. O εγκωμιαστικός τόνος άλλων φουτουριστών προς τη μεγαλειώδη θέα των χαλύβδινων, πολύπλοκων παραλληλογράμων και ρυθμικά τεθλασμένων βιομηχανικών τοπίων και η θριαμβευτική τους έπαρση, φαίνεται σήμερα σαν επαρχιακή αφέλεια κι αβασάνιστη ευπιστία. Στον Μαγιακόβσκι όμως πολύ σπάνια, κι όχι σ’ αυτόν τον βαθμό. Κι αυτό γιατί κάτω από τα γιγαντιαία, πανύψηλα ορθογώνια των μηχανών, διαφαίνεται η συστροφή της άγνοιάς του για το παρόν κι η ανάγκη χρησιμοποίησης αυτών των μέσων – καθόλου διακοσμητικών- για ένα καλύτερο μέλον του ανθρώπου, για μια δικαιότερη ρύθμιση των σχέσεων παραγωγής και εργασίας, άρα ολόκληρου του κοινωνικού βίου για την απαλλαγή του ατόμου, στο βαθμό του δυνατού,απ’ το συναίσθημα της μόνωσης κι απ’ την τυρρανία του ομολόγου της εγωισμού, τόσο πιο ανήμπορου όσο πιο μεγάλου. Αυτή η μέριμνα του Μαγιακόβσκι για τον άνθρωπο, είναι που εξανθρωπίζει τα βροντερά τοπία της ποίησής του. Κι εκείνος ο εμφατικός διασκελισμός του δεν είναι τόσο ένα άλμα απ’ το “ύπαιθρο” στο “άστυ”, όσο απ’ το ειδύλλιο στο δράμα – και σ’ εκείνο που με την ίδια έμφαση λέγεται σήμερα: απ’ την προϊστορία, στην ιστορία του ανθρώπου.

 

Ο “επίλογος” του Ρίτσου

«Χωρίς αμφιβολία οι κοντόθωροι κριτικοί, οι έστω και καλοπροαίρετοι που δε διδάχτηκαν διόλου απ’ τις ζημίες που επέφερε στην τέχνη ο δογματισμός, η τυποποιημένη θετικολατρεία, ο εμφατικός ψευτοηρωισμός, θα κατηγορήσουν και τη σύγχρονη ποίηση, όπως άλλοτε τον Μαγιακόβσκι, για σκοτεινή, δυσνόητη, μη λαϊκή, παρακμιακή κτλ. Όμως κι αυτή με τη σειρά της θα μείνει σαν η πιο ευγενική και η πιο διαυγής εικόνα της αγωνίας και του αγώνα του ανθρώπου, για μεγαλύτερη ανθρωπιά και ουσιαστικότερη ελευθερία. Ας διδαχτούμε όλοι, και προ πάντων οι παλιοί αρνητές του, που σήμερα υποκλίνονται μπροστά του, απ’ το έργο, τη ζωή και το θάνατο του Μαγιακόβσκι, για να μην επαναληφθούν τα σφάλματα, που έγιναν απέναντι της πρωτοπόρας τέχνης του, και για τη σύγχρονη τέχνη, κι ας μην τον χρησιμοποιήσουμε ούτε αυτόν ακόμη σαν ένα τελειωμένο αισθητικό δόγμα που θα εμποδίσει τις αναζητήσεις των νέων μορφών, που αντιστοιχούν στον προβληματισμό της εποχής μας και που μόνον αυτός ο προβληματισμός μπορεί απ’ τα μέσα να υπαγορεύσει και να θεσπίσει.

Απ’ αυτό το πρίσμα οφείλουμε να κοιτάξουμε τον Μαγιακόβσκι, αν θέλουμε να ‘μαστε δίκαιοι απέναντί του και απέναντί μας, απέναντι της ιστορίας και της τέχνης. Έτσι θα επιτύχουμε ίσως να ανακαλύψουμε και τη σημασία του έργου του για την εποχή του και την εποχή μας και να τον τοποθετήσουμε με κάποια ακρίβεια πέρα απ’ την υπερβολή του θαυμασμού, που υποκαθιστά την αξία της τέχνης με τις ιδέες που περικλείει το έργο, ταυτίζοντας ανεξέλεγκτα το ιδεολογικό περιεχόμενο με την αισθητική του σημασία –που σ’ αυτή την περίπτωση είναι μια καθαρή συναισθηματική αντίδραση μπροστά στα περιληπτικά συνθήματα, που αυτά καθαυτά, όσο σημαντικά και δίκαια, καμμιά σχέση δεν έχουν ακόμη με την τέχνη, αν δεν πραγματωθούν έντεχνα, σε αναλογία με την προσωπική συγκίνηση του καλλιτέχνη. Ο Μαγιακόβσκι ανακάλυψε πραγματικά αυτή την αναλογία για την εποχή του και τη δικαίωσε με το έργο του, διδάσκοντας τους νεότερους ποιητές να αναζητήσουν τη δική τους αναλογία με την εποχή τους, διδάκοντας και τους κριτικούς να κρίνουν την ποίηση πάνω σ’ αυτή τη βάση, την κάθε φορά νέα και αιώνια.

Η εξαίσια, ασύγκριτη, μοναδική φωνή του Μαγιακόβσκι, φτασμένη όπως όλα σ’ αυτόν, σε μιαν ανεπανάληπτη ακρότητα, δεν προσαρμόζεται πια στα χείλη των σημερινών ποιητών. Ακόμη, φαίνεται σαν κάτι αδιανόητο στις μέρες μας η ποιητική του μέθοδος, εκείνες οι ρεζέρβες του, που προσθέτονταν στο ποίημα χωρίς να βγαίνουν μέσα απ’ το ποίημα, μες απ’ την αποκλειστικά δική του αναγκαιότητα. Κι όμως στον Μαγιακόβσκι, αυτές οι πολύτιμες ρεζέρβες δεν προσθέτονταν απλώς, αλλά αφομοιώνονταν απ’ το ποίημα, το φώτιζαν με έντονους προβολείς, συντελούσαν στην ανάπτυξή του (όπως και οι ρίμες του) επιβάλλοντας, στην τάση της σύνδεσής τους, απρόοπτους συνειρμούς που προωθούσαν και πλούτιζαν το ποίημα, το ανακάλυπταν σχεδόν, και το δημιουργούσαν μέσα στην κίνηση του δικού του μηχανισμού. Ας θυμηθούμε από πού ξεκίνησε και πως γράφτηκε το “Σύγνεφο με παντελόνια”. Κ’ η μεθοδος αυτή, φτασμένη στην πλήρη της ακρότητα και τελειότητα, μένει ανεπανάληπτη και ανεφάρμοστη στην τέχνη του καιρού μας. Όμως, απ’ άλλο δρόμο, μες απ’ το δράμα του, μες απ’ τον αγώνα του, μες απ’ την ανθρώπινη διάθεσή του να μεταμορφώσει με την τέχνη του τα πάντα σε φως,θα συναντιέται πάντα μ’ όλους τους αιώνες.

 

 

Φωνάζω…

μα δεν είναι

παρά μονάχα ο θόρυβος των κλειδιών!

Ο μορφασμός του δεσμοφύλακα.

 

Και στο ποίημά του “Η γέννηση του Μαγιακόβσκι”:

 

Υπάρχει ακόμη σ’ εμένα

μια γλώσσα θεσπέσια

κατακόκκινη.

Μπορεί πολύ ψηλά, πολύ ψηλά

να υψώσει την κραυγή…

 

Τέλος

για να μπορώ

να μεταμορφώνω σε θέρος

τους χειμώνες,

και το νερό σε κρασί

κάτω απ’ το τρίχωμα του γιλέκου μου

πάλλει

μια εξαίσια μικρή σφαίρα.

 

Κι αυτή ακριβώς η μικρή σφαίρα, στην τόσο ταπεινή της έκφραση, στην τόσο μεγάλη ανθρώπινη επιθυμία της, βαρειά από αίσθημα, πανάλαφρη από ποίηση, θ’ ανεβαίνει αρράγιστη στο στερέωμα της ανθρωπότητας, σαν το πρώτο διαπλανητικό ταξίδι της σοσιαλιστικής ποίησης…».

 

Ψάξ’ το παραπάνω:

– Γιάννη Ρίτσου, Μελετήματα, εκδ. Κέδρος

Επιμέλεια: Μάρκος Ηλιάδης