Πρόκειται για τον χαρακτήρα που προσλαμβάνει σε ορισμένες βαθμίδες ανάπτυξης της κοινωνίας η σχέση μεταξύ δύο αρχικά ενιαίων πλευρών της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ο άνθρωπος, σε αντιδιαστολή με τις ενστικτώδεις ενέργειες των ζώων, δομεί την πρακτική δραστηριότητα του συνειδητά, σύμφωνα με ορισμένο προκαταβολικά επεξεργασμένο σκοπό, στόχο, πρόγραμμα. Στις υποτυπώδεις μορφές εργασιακής δραστηριότητας της πρωτόγονης κοινωνίας όλες οι πλευρές της ανθρωπινής δραστηριότητας συγκροτούσαν μιαν άμεση, συγκρητική ενότητα.

Η βαθμιαία εμβάθυνση του καταμερισμού της εργασίας* και η περιπλοκή της πρακτικής δραστηριότητας οδήγησε σταδιακά στην αυτονόμηση της σκοποθεσίας (της παραγωγής γνώσεων αναφορικά με τα μέσα, το αντικείμενο και το αποτέλεσμα της εργασίας), αλλά και της προπαρασκευής (εκπαίδευσης, κατάρτισης κ.λπ.) του υποκειμένου* της εργασίας. Η απόσπαση, η διάκριση της πνευματικής, της διανοητικής εργασίας (σκοποθεσίας, διεύθυνσης, προπαρασκευής του υποκειμένου κ.λπ.) από τη χειρωνακτική, φυσική εργασία συνιστά τη βαθύτερη έκφραση του καταμερισμού της εργασίας. Η διάκριση αυτή συνδέεται οργανικά με την εμφάνιση και εδραίωση της ατομικής ιδιοκτησίας*, των κοινωνικών τάξεων* και του κράτους* και γίνεται αντίθεση συμφερόντων μεταξύ των κοινωνικών ομάδων (τάξεων, στρωμάτων) που ασχολούνται με τη σωματική εργασία και εκείνων που ασχολούνται με την πνευματική εργασία. Η τελευταία μετατρέπεται σε προνόμιο των κυρίαρχων τάξεων, ενώ η επαχθής, μονότονη, εξουθενωτική κ.λπ. φυσική εργασία διεκπεραιώνεται από τις κυριαρχούμενες μάζες που υφίστανται την εκμετάλλευση. Παρά τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα που προσέλαβε ή αντίθεση χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας στις εκμεταλλευτικές βαθμίδες (σχηματισμούς) ανάπτυξης της κοινωνίας, η πνευματική εργασία συνιστά προνομιακό, πλην όμως όχι αποκλειστικό, μονοπωλιακό πεδίο δραστηριότητας της εκάστοτε άρχουσας τάξης. Η  πνευματική δραστηριότητα (η παραγωγή, επεξεργασία και διάδοση γνώσεων, ιδεών, πληροφορίας κ.λπ.) συγκροτεί ένα αντιφατικό πεδίο, μέρος του οποίου (κυρίαρχη ιδεολογία, ιδεολογικοί μηχανισμοί κ.λπ.) χρησιμοποιείται ως μέσο χειραγώγησης των μαζών, ως μέσο επιβολής, εδραίωσης και αναπαραγωγής των κυρίαρχων οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων.

Φορέας της πνευματικής δραστηριότητας γίνεται ένα διαταξιακό κοινωνικό στρώμα: η διανόηση*.

Η  εν λόγω αντίθεση αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο στις διάφορες ιστορικές βαθμίδες. Στη δουλοκτητική κοινωνία, όπου κάθε εργασία θεωρούνταν υποτιμητική αρμοδιότητα των δούλων, ανέθεταν στους τελευταίους ακόμα και μέρος των λειτουργιών της πνευματικής εργασίας (διοικητικές, κατασταλτικές, νοσηλευτικές, εκπαιδευτικές, καλλιτεχνικές κ.λπ.). Ο κατ’ εξοχήν φορέας της χειρωνακτικής εργασίας, ο δούλος, αντιμετωπίζεται κατά την κλασική αρχαιότητα ως μέσο παραγωγής*, ως «ομιλούν εργαλείο» (Αριστοτέλης*), δηλ. κατ’ εξοχήν ως φυσικό σώμα. Επί φεουδαρχίας ο φορέας της χειρωνακτικής εργασίας, ο δουλοπάροικος, εξακολουθεί σε σημαντικό βαθμό να συνιστά «φυσικό σώμα», έχοντας κατακτήσει μερική μόνο απόσπαση από τα μέσα παραγωγής, ενώ η πνευματική δραστηριότητα απασχολεί κατ’ εξοχήν μερίδα των ευγενών και του κλήρου.

Με την άνοδο της κεφαλαιοκρατίας και στη βάση της ανάπτυξης της χειρωνακτικής εργασίας επιτείνεται το χάσμα μεταξύ φυσικής και διανοητικής εργασίας, καθώς επίσης και μεταξύ εμπειρικής και θεωρητικής γνώσης, ενώ πρωτεύοντα ρόλο (λόγω της παραγωγικής της σημασίας) αποκτά η εμπειρική γνώση. Με την ευρείας κλίμακας εκμηχανισμένη παραγωγή, η τελειοποίηση και η δημιουργία μηχανών απαιτούν και θεωρητική γνώση ( η εμπειρία μετατρέπεται σε θεωρητικά κατευθυνόμενο πείραμα*), οπότε η πνευματική εργασία αποκτά άμεσα παραγωγική σημασία ως κοινωνικό φαινόμενο και ο ρόλος των φορέων της (των διανοουμένων) αναβαθμίζεται και περιπλέκεται. Επί ανεπτυγμένης κεφαλαιοκρατικής (εκβιομηχανισμένης) κοινωνίας η αντίθεση, το χάσμα μεταξύ χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας οξύνεται στο έπακρο, εφόσον συνδέεται οργανικά με την αντίθεση μεταξύ «ζωντανής» και «νεκρής» εργασίας (μεταξύ ενεργού εργασίας και όρων παραγωγής, μηχανών κ.λπ. που αποτελούν αποκρυστάλλωμα εργασίας του παρελθόντος και «ενσάρκωση» της διανοητικής, της επιστημονικής, τεχνολογικής κ.λπ. δραστηριότητας), αλλά και με τη βιομηχανική τυποποίηση της χειραγωγικού χαρακτήρα «πνευματικής» δραστηριότητας (γραφειοκρατία*, ιδεολογικοί μηχανισμοί, Μέσα μαζικής επικοινωνίας, βιομηχανία θεάματος-ακροάματος κ.λπ.). Ταυτόχρονα όμως η μηχανική παραγωγή προετοιμάζει το έδαφος για την κατάργηση του χάσματος μεταξύ φυσικής και διανοητικής εργασίας, μεταξύ εμπειρικής και θεωρητικής γνώσης. Ωστόσο αναγκαίος και ικανός όρος της κατάργησης της εν λόγω αντίθεσης είναι η εισαγωγή σε ευρεία κλίμακα της αναπτυγμένης αυτοματοποίησης, οπότε η εργασία για την ανάπτυξη της αυτοματοποιημένης παραγωγής και η γενική διεύθυνση αυτής της παραγωγής αρχίζουν να υπερτερούν έναντι της απλής (μηχανικής, χειρωνακτικής κ.λπ.) χρησιμοποίησης μηχανών. Τότε αλλάζει βαθμιαία και ο χαρακτήρας της διατηρούμενης εργασίας, η οποία αποκτά όλο και πιο διαμεσολαβημένη σχέση με το τελικό προϊόν, διανοητικοποιείται, βελτιώνονται οι συνθήκες εργασίας, ενώ μειώνεται σταδιακά ο αναγκαίος εργάσιμος χρόνος.

Οι παραπάνω διαδικασίες εκτυλίσσονται αντιφατικά. Εδώ δεν πρόκειται για γραμμικές, εξελικτικές διαδικασίες «καθαρά» τεχνολογικού χαρακτήρα. Πρόκειται για διαδικασίες που συνδέονται με όλο το πλέγμα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και σχέσεων και προϋποθέτουν την ενεργό, τη συνειδητή παρέμβαση του κοινωνικού υποκειμένου. Πρόκειται για διαδικασίες οι οποίες μάλλον δεν ερμηνεύονται με πληρότητα και επάρκεια από τις διάφορες τεχνοκρατικές θεωρήσεις, αλλά και από τις μεθοδολογικά παρεμφερείς αντιτεχνοκρατικές τάσεις.

Η σύγχρονη διερεύνηση της εν λόγω αντίφασης και η πρόγνωση της έκβασης της θα πρέπει να ανατρέξει στη γόνιμη και κριτική θεώρηση του θεωρητικού έργου του Κ. Μαρξ*, ο οποίος πρώτος επεσήμανε ρητά την ύπαρξη αυτής της αντίφασης και έθεσε το φιλοσοφικό, κοινωνιολογικό και οικονομικό πλαίσιο για την εξέταση της. Κατά τον Μαρξ, η αντίφαση μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας αίρεται (βλ. άρση) στην ώριμη αταξική (κομμουνιστική) κοινωνία, όπου η χειρωνακτική και η διανοητική εργασία θα «ανακτήσουν» την ενότητα τους, όχι όμως με την αρχέγονη, πρωτόγονη μορφή τους, αλλά ως ενιαία, μέσα στην πολλαπλότητα της, «καθολική», δημιουργική δραστηριότητα των ολόπλευρα ανεπτυγμένων προσωπικοτήτων του μέλλοντος (βλ. επίσης τα λήμματα: εργασία, διανόηση, γραφειοκρατία. αλλοτρίωση, επιστήμη, εμπειρικό και θεωρητικό, τεχνοκρατία και τη βιβλιογραφία σ’ αυτά).

Βιβλιογρ.: Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκοτα. Σύγχρονη Εποχή.- του ίδιου: Το Κεφαλαίο, τόμ. 1-3, Σύγχρονη Εποχή.- του ιδίου: Grundrisse…. τομ. Α. Β, Γ, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 1989-90.- Β.Α. Βαζιουλιν, Η διαλεκτική του ιστορικού προτσές και η μεθοδολογία της έρευνας του, Σ.Ε., Αθήνα, 1988.

http://www.ilhs.tuc.gr/gr/limata

Advertisements