maxim

πηγή Μεταπτυχιακή Εργασία της φοιτήτριας Μαρίας Χαλκιά                               http://invenio.lib.auth.gr/record/124478/files/GRI-2010-5735.pdf?version=1

Η παιδική ηλικία για τον αφηγητή διακόπηκε απότοµα και πολύ
νωρίς βρίσκεται σε «ξένα χέρια» ( Η εφηβεία, σ.5) στην πρώτη του δουλειά
ως πωλητής παπουτσιών. Μέσα από την εργασία ωριµάζει πρόωρα και
συνειδητοποιεί πώς λειτουργούν οι άνθρωποι. Συχνά αντιλαµβάνεται ότι
η αρνητική κριτική που ασκούν οι άνθρωποι για τους άλλους οφείλεται
σε µια ενδόµυχη ζήλεια. Τον πικραίνει η συνήθεια των ανθρώπων να
κακολογούν τους άλλους εν τη απουσία τους και – όπως προαναφέρθηκε-
νιώθει συχνά θλίψη, πλήξη και ανία.
Επιπλέον, περιγράφεται η ζωή στο φτωχικό µαχαλά και
αποκαλύπτεται η υποβαθµισµένη θέση της γυναίκας. Το µόνο µέρος που
κάνει τον ήρωα να ξεχνά την άσχηµη ζωή τους είναι το δάσος, στο οποίο
πηγαίνει µε τον παππού και τη γιαγιά και τους ακούει να αφηγούνται τις
ιστορίες τους. Είναι φανερή η αγάπη του για τη φύση, η οποία συχνά
αντανακλά την ψυχοσύνθεσή του (Η εφηβεία, σ.63). Περισσότερο, όµως,
φαίνεται η αγάπη του για τον συνάνθρωπο, τον οποίο θέλει να βοηθήσει,
και επιθυµεί να διορθώσει τα κακώς κείµενα, επειδή θλίβεται για τις
αδικίες που συµβαίνουν (Η εφηβεία, σσ.59-60).
Η ζωή του αφηγητή στο σπίτι του νέου αφεντικού του, του ανιψιού
της γιαγιάς, περιγράφεται ως θλιβερή, ανούσια και ανιαρή. Η αδερφή της
γιαγιάς παρουσιάζεται ως ο αντίποδάς της. Καθώς γίνεται συχνά
αυτήκοος µάρτυρας της κατάκρισης που ασκούν τα αφεντικά σε βάρος
των συνανθρώπων τους, αρχίζει να νιώθει αποστροφή για τους νόµους
των αφεντικών και θεωρεί ως πηγή ικανοποίησης την παραβίαση αυτών
των νόµων. Έτσι, αρχίζει να καλλιεργείται µέσα του το επαναστατικό
πνεύµα του. Συνεχίζει να βρίσκει ψυχική ξεκούραση στην εκκλησία, οι
προσευχές του όµως είναι αυτοσχέδιες.
Την άνοιξη δραπέτευσε από το σπίτι του αφεντικού και πήγε να
δουλέψει ως λαντζιέρης σε βαπόρι. Εκεί γνώρισε το µάγειρα Σµούρι, µια
γνωριµία που επιδρά καταλυτικά στη ζωή του αφηγητή, καθώς ο Σµούρι
τον µυεί στον κόσµο των βιβλίων. Μετά από ψευδείς κατηγορίες σε
βάρος του αφηγητή για κλοπή διώχθηκε από το πλοίο και επέστρεψε στο
σπίτι του παππού. Ο παππούς το χειµώνα τον έστειλε ξανά στην αδερφή
της γιαγιάς. Η ανία τον ακολουθεί ξανά. Θλίβεται για την κακή
συµπεριφορά των αντρών απέναντι στις γυναίκες και στην προσπάθειά
του να προφυλάξει µια γυναίκα από το ψεύτικο κόρτε των φαντάρων,
γνωρίζονται και του δίνει νέα βιβλία για ανάγνωση (γαλλικά λαϊκά
µυθιστορήµατα του Ξαβιέ ντε Μοντεπαίν (Η εφηβεία, σ.166), έργα του
∆ουµά-πατέρα, των Πουσόν-ντέ-Τερράιγ, Ζακοννέ, Γκαµπαριό, Εµαρά,
Μποναγκοµπέ)(Η εφηβεία, σ.186). Ο αφηγητής δηλώνει ότι εξαιτίας του
πάθους του για το διάβασµα πέρασε πολλές προσβολές και ταπεινώσεις.
Όµως, µέσα από τα βιβλία άρχισε να συνειδητοποιεί την ασχήµια της
καθηµερινής µικροαστικής ζωής τους (Η εφηβεία, σ.181). Κάπως έτσι
γεννιέται η αντιπάθειά του για το «µικροαστισµό» (ο οποίος
περιλαµβάνει το όνειρο της κοινωνικής ανόδου, τον ατοµικισµό, τον
καταναλωτισµό, τον κοµφορµισµό, το συντηρητισµό και τη µίµηση των
µεγαλοαστών) και αισθάνεται ότι η ζωή στο εξωτερικό ήταν πιο
ξένοιαστη από τη δική τους. Ιδιαίτερη αδυναµία δείχνει και στις
βιογραφίες Αγίων, οι οποίες τον συγκινούν (Η εφηβεία, σ.173). Πάντως,
νέους ορίζοντες στα διαβάσµατά του (Μυστικά της Πετρούπολης του
πρίγκιπα Μεστσέρσκι (Η εφηβεία, σ.197), ποιήµατα του Πούσκιν (Η εφηβεία,
σ.198), τα Τραγούδια του Μπερανζέ)(Η εφηβεία, σ.200) του άνοιξε µια
γυναίκα που έµελλε να αποτελέσει για αυτόν πρότυπο γυναικείας
οµορφιάς και την οποία αποκαλούσε Βασίλισσα Μαργκό. Εκείνη τον
παρότρυνε να διαβάζει και ρωσικά βιβλία (Η εφηβεία, σσ.209-210), αλλά και
να σπουδάσει (Η εφηβεία, σ.209).
Ο αφηγητής µπροστά στην ασχήµια της ανθρώπινης φύσης άλλοτε
νιώθει οργή και άλλοτε συµπόνια (Η εφηβεία, σ.205). Εγκαταλείπει για
άλλη µια φορά το σπίτι του αφεντικού και πηγαίνει λαντζιέρης σε πλοίο.
Εκεί γνωρίζει καινούριους ανθρώπους, ένας από τους οποίους τον
γοητεύει ιδιαίτερα τόσο µε τις αφηγήσεις και τα ταξίδια που έχει κάνει,
όσο και µε το µυστήριο που υπάρχει γύρω από τη ζωή και το χαρακτήρα
του. Πρόκειται για το θερµαστή Γιάκοβ Σούµοφ. Το µόνο που απωθούσε
τον αφηγητή ήταν η αδιαφορία του Γιάκοβ απέναντι στους ανθρώπους. Η
αντίθεσή τους αυτή µας προετοιµάζει για το πρόβληµα της διαµόρφωσης
ενός δυναµικού ουµανισµού, που είναι και το κεντρικό πρόβληµα του
δεύτερου τόµου της αυτοβιογραφικής τριλογίας.
Η επόµενη δουλειά του αφηγητή ήταν σε ένα εργαστήριο
εικονογραφίας, όπου το πρωί έκανε τα θελήµατα στο µαγαζί και το
βράδυ µάθαινε την τέχνη. Αν και τρέφει ιδιαίτερη αγάπη για το βιβλίο, το
οποίο θεωρεί ένα θαύµα µέσα στο οποίο υπάρχει η ψυχή του συγγραφέα
που συνοµιλεί µυστικά µε τον αναγνώστη (Η εφηβεία, σ.246), ωστόσο
συνειδητοποιεί ότι τα βιβλία αποσιωπούν την τάση των ανθρώπων να
ταπεινώνουν το συνάνθρωπό τους (Η εφηβεία, σ.253).
Επιπλέον, παρόλο που αρχικά θαύµαζε τους ανθρώπους που
επέµεναν στο σκοπό τους και εκτιµούσε την πνευµατική και ψυχική
στωικότητα, τελικά απογοητεύτηκε όταν συνειδητοποίησε ότι η στάση
αυτή συχνά ήταν δείγµα παθητικότητας και αδυναµίας για κάτι νέο και
καλό (Η εφηβεία, σ.262). Επίσης, αποκαλύπτεται ότι ο µηδενισµός δεν
ταίριαζε στο χαρακτήρα του, επειδή ο ίδιος ήταν υπέρµαχος της δράσης.
Για άλλη µια φορά, µέσα από την περιγραφή των ανθρώπων του
εργαστηρίου εικονογραφίας και της ζωής τους αποκαλύπτεται η πλήξη
και η ανία της ρωσικής κοινωνίας και προκύπτει η απογοήτευση του
αφηγητή που όσα βλέπει διαφέρουν από όσα έχει διαβάσει στα βιβλία.
Ωστόσο, η αγάπη του για τους συνανθρώπους του υπερνικά την
απογοήτευσή του και έτσι προσπαθεί µε κάθε µέσο να ψυχαγωγήσει τους
συντρόφους του στο εργαστήριο, είτε διαβάζοντάς τους βιβλία, είτε
αφηγούµενος ιστορίες του καραβιού. Μέχρι και κωµωδίες παίζει µε ένα
συµµαθητευόµενο, προκειµένου να διασκεδάσει τη θλίψη τους. Μάλιστα,
ο ανθρωπισµός του αφηγητή ξεπερνά τις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους
(Η εφηβεία, σ.304). Και συγκινείται όταν εισπράττει από τους συντρόφους
του αγάπη, επειδή νιώθει χρήσιµος για αυτούς (Η εφηβεία, σ.308). Επιδίωξή
του είναι να τους προσφέρει χαρά, γιατί θλίβεται που η µόνη διασκέδασή
τους είναι η βότκα και οι γυναίκες. Αποφασίζει, ωστόσο, να φύγει από το
εργαστήριο και ενώ αρχικά σκεφτόταν να γυρίσει στα καράβια και να
ταξιδέψει στην Περσία, µια τυχαία συνάντηση µε το παλιό αφεντικό του,
τον ανιψιό της γιαγιάς, του αλλάζει τα σχέδια και αποφασίζει να
δουλέψει ως εργοδηγός στις εργολαβίες που ανέλαβε το αφεντικό του.
Συνεχίζει να διαβάζει βιβλία, κάνει παρέα µε φοιτητές και ζηλεύει
για τις σπουδές τους, συνθέτει στιχουργήµατα, αλλά αδυνατεί να ζήσει
τον πραγµατικό έρωτα. Το αφεντικό του συνεργάζεται µε τον πατριό του,
ο οποίος είναι πλέον φυµατικός και αρχίζει ο αφηγητής να τον βλέπει µε
µεγαλύτερη συµπάθεια. Συζητούν µε τον πατριό του για τα βιβλία και τη
ζωή και ο αφηγητής του παραστέκεται στις τελευταίες στιγµές του στο
νοσοκοµείο. Ως εργοδηγός στις εργολαβίες του αφεντικού του έρχεται σε
επαφή µε διάφορους µουζίκους, οι περισσότεροι από τους οποίους
περιγράφονται µε θετικό τρόπο, αν και πολλοί από αυτούς έχουν ως
συνήθεια τις µικροκλοπές των υλικών. Έτσι, γρήγορα αντιλαµβάνεται ότι
οι µουζίκοι είναι διαφορετικοί από ό,τι παρουσιάζονται στα βιβλία,
ωστόσο τους βρίσκει «καταπληκτικά ενδιαφέροντες» (Η εφηβεία, σ.356).
Μέσα στο καινούριο περιβάλλον ο αφηγητής αν και άρχισε να
χάνει το ενδιαφέρον του για τους ανθρώπους (Η εφηβεία, σ.362),
ταυτόχρονα άρχισε να αναπτύσσει ιδεολογικούς προβληµατισµούς.
Αναρωτιέται γιατί οι πιο άξιοι να είναι απλοί εργάτες και οι λιγότερο
άξιοι να είναι αφεντικά (Η εφηβεία, σσ.363-366).
Το αφεντικό δείχνει να τον εκτιµά και να τον εµπιστεύεται, αλλά η
ζωή του αφηγητή παραµένει πνιγηρή. Τα πάθη του ποτού και των
γυναικών τα έχει αντικαταστήσει µε τα βιβλία, αλλά όσο διαβάζει, τόσο
όσα ζει γίνονται ανώφελα. Αισθάνεται γέρος, ενώ είναι µόλις δεκαπέντε
ετών (1883) και συχνά βιώνει εσωτερικό διχασµό (Η εφηβεία, σ.401).
Ο αφηγητής υπογραµµίζει ότι οι αθλιότητες για τις οποίες µιλά δεν
ανήκουν στο παρελθόν, αλλά συνεχίζουν να υφίστανται. Έτσι, προτρέπει
τους συµπατριώτες του να µην ενδιαφέρονται για φανταστικές ιστορίες,
αλλά για την πικρή αλήθεια. Για αυτό και ο ίδιος, επειδή αγαπά τους
ανθρώπους, θέλει να αποκαλύψει την αλήθεια. Μιλά, λοιπόν, για την
υποβαθµισµένη θέση της γυναίκας στη ρωσική κοινωνία, γεγονός που
τον συγκλόνιζε, γιατί θεωρούσε τη γυναίκα ως το πολυτιµότερο στοιχείο
της ζωής. Επίσης, µε αφορµή την αναφορά στον ανθρωπισµό του θείου
Γιάκοβ, έµµεσα φανερώνεται η ιδεολογία και του ίδιου του Γκόρκι υπέρ
κάθε ανθρώπου: «Βλέπω τους ανθρώπους σαν ανθρώπους, και λέω:
αδερφοί µου, ελάτε να ζήσουµε µονιασµένα, χαρούµενα.» (Η εφηβεία,
σ.408).
Το µόνο που αισθάνεται ότι του λείπει είναι οι σπουδές. Έτσι,
αποφασίζει να πάει στο Καζάν µε την ελπίδα να µπορέσει εκεί να
σπουδάσει.