gor

 

Πηγή http://invenio.lib.auth.gr/record/124478/files/GRI-2010-5735.pdf?version=1 Μεταπτυχιακή Εργασία της φοιτήτριας Μαρίας Χαλκιά

Η ελπίδα του να σπουδάσει, όµως, σύντοµα ναυαγεί, εξαιτίας και
των εξωτερικών συνθηκών, αφού έπρεπε να δουλεύει, για να ζήσει, αλλά
και λόγω των πολλών ελλείψεων που παρουσίαζε η στοιχειώδης
εκπαίδευσή του. Συναναστρέφεται τους χαµάληδες του Βόλγα,
προκειµένου να εξασφαλίσει ένα πενιχρό µεροκάµατο και γνωρίζεται µε
κλέφτες και κλεφταποδόχους, οι οποίοι όµως τον αποτρέπουν από τη
δική τους ζωή, αναγνωρίζοντας τη δική του πνευµατική ανωτερότητα.
Η γνωριµία του µε ένα νεαρό, τον Γκούρι Πλέτνεφ, τον έφερε σε
επαφή µε πολλούς κατατρεγµένους, επειδή ο Πλέτνεφ ζούσε σε µία
τρώγλη όπου έµεναν διάφοροι παρίες της ζωής. Ο Πλέτνεφ τον
παρότρυνε να γίνουν δάσκαλοι χωριού, αλλά ούτε οι γνώσεις του
αφηγητή επαρκούσαν, ούτε λόγω της ηλικίας του µπόρεσε τελικά να
δώσει εξετάσεις και έτσι ναυάγησε και αυτή η προσπάθειά του.
Ωστόσο, «πανεπιστήµιο» αποτέλεσε για τον αφηγητή ένα υπόγειο
στο οποίο είχε περάσει πολλές ώρες µελετώντας τους ανθρώπους και
ονειροπολώντας, αλλά και κάθε επαφή του µε τους απόκληρους της
κοινωνίας. Απογοητεύεται από τις συνθήκες της ρωσικής ζωής που
καταδίκαζαν πολλούς άξιους ανθρώπους σε εξαθλίωση, αλλά
παραδέχεται πως συχνά και οι ίδιοι οι ταλαντούχοι άνθρωποι στη Ρωσία
δεν φροντίζουν να αναπτύξουν τα ταλέντα που τους έδωσε η φύση (Τα
πανεπιστήµιά µου, σ.16).
Σύντοµα, µέσα από τις γνωριµίες του, έρχεται σε επαφή µε
µυστικούς επαναστατικούς κύκλους, όπου γίνεται ανάγνωση
απαγορευµένων βιβλίων, αλλά ο ίδιος νιώθει ανέτοιµος ακόµη να
κατανοήσει πλήρως όλα όσα ακούει και συχνά νιώθει πλήξη από τις
θεωρίες τους. Περισσότερο τον γοητεύει η ζωή της εργατικής τάξης,
θαυµάζει την εργατικότητα και εµπνέεται από αυτήν.
Όταν γνώρισε τον ιδιοκτήτη µπακάλικου Αντρέι Ντερενκόφ, ο
οποίος διατηρούσε πλούσια βιβλιοθήκη µε απαγορευµένα και σπάνια
βιβλία (όπως τα Ιστορικά Γράµµατα του Λαβρόφ, το Τι να κάνουµε; του
Τσερνισέφσκι, άρθρα του Πίσαρεφ, το Ο βασιλιάς-Πείνα, το Πονηρό
κόλπο)(Τα πανεπιστήµιά µου, σ.33), ήρθε σε επαφή µε τον κύκλο των
φοιτητών που σύχναζαν εκεί, αλλά αν και εντυπωσιάστηκε από τα λόγια
τους, ωστόσο εντόπισε αντίθεση ανάµεσα σε όσα έλεγαν οι φοιτητές για
το λαό και σε όσα έζησε ο ίδιος κοντά στο λαό. Ο ίδιος αγαπούσε σε
βάθος τον άνθρωπο και τον ενδιέφερε να θέσει τον εαυτό του στην
υπηρεσία του συνανθρώπου.
Επειδή, λοιπόν, δεν µπορούσε να ζει σε βάρος των άλλων, έπιασε
δουλειά στο φούρνο του Βασίλη Σεµιόνοφ στα δεκαεπτά του (1885), που
αποτέλεσε άλλο ένα «πανεπιστήµιο» για τον ίδιο. Τη δύσκολη, αλλά και
ιδιαίτερα διδακτική αυτή περίοδο της ζωής του την περιέγραψε σε
διηγήµατά του («Χοζιάιν», «Κονοβάλοφ», «Είκοσι έξι και ένας»), αλλά
και στο αυτοβιογραφικό έργο του µε τίτλο «Το αφεντικό» και υπότιτλο
«Σελίδες αυτοβιογραφίας». Σε αυτές τις αυτοβιογραφικές σελίδες
περιγράφεται η θλιβερή ζωή των εργατών του φούρνου, οι οποίοι
δουλεύουν ασταµάτητα κάτω από τραγικές συνθήκες εργασίας και
διαβίωσης και ανέχονται στωικά τις συχνά παράλογες απαιτήσεις του
αφεντικού.
Παρόλο που ένιωθε θλίψη για τους συνανθρώπους του,
συγκινήθηκε από την αγάπη των συναδέρφων του και τελικά κατάφερε
να τους διδάξει ότι µόνο µονιασµένοι και ενωµένοι θα κατάφερναν να
διεκδικήσουν τα δικαιώµατά τους, αφού ήταν όλοι άνθρωποι µε
αξιοπρέπεια και εξίσου δυστυχισµένοι
45
. Μέσα από τις γνωριµίες, αλλά
και τους προβληµατισµούς του αφηγητή προκύπτουν συµπεράσµατα
σχετικά µε τις ιδεολογικές τοποθετήσεις της εποχής. Εκθειάζεται η αξία
της εργασίας, αλλά επικρίνεται η εκβιοµηχάνιση, η οποία οδηγεί σε
αύξηση των εργατών και µείωση των αγροτών. Τελικά, µόνο ο ολιγαρκής
θεωρούνταν πραγµατικά ελεύθερος.
Όταν ο ήρωας έγινε βοηθός φούρναρη στο αρτοποιείο του
Ντερενκόφ, δεν έβρισκε χρόνο να διαβάσει πολλά βιβλία, όπως
παλιότερα. Ένας αστυφύλακας, ο Νικηφόριτς, προσπάθησε να τον
«ψαρέψει» για τυχόν µυστική επαναστατική δράση στο φούρνο του
Ντερενκόφ, όπου σύχναζαν φοιτητές και του µίλησε για τη θεωρία του
αναφορικά µε την αόρατη κλωστή που διέπει ολόκληρη τη ζωή τους. Ο
Νικηφόριτς, επίσης, µιλούσε ενάντια στη συµπόνια και ο αφηγητής
θυµήθηκε αυτά τα λόγια, όταν ύστερα από επτά χρόνια διάβασε Νίτσε.
Έτσι, συνειδητοποίησε ότι σπάνια διάβασε σε βιβλία σκέψεις που δεν τις
είχε προηγουµένως ακούσει στη ζωή.
Αν και δούλευε εξουθενωτικά, επειδή επιθυµούσε να προσφέρει
κάτι καλό, ερχόταν σε επαφή µε εργάτες, αλλά και µε µυστικούς
συλλόγους. Συχνά γοητευόταν από συζητήσεις που άκουγε, χωρίς πάντα
να καταλαβαίνει απόλυτα το νόηµα των λεγοµένων, αν και πολλές φορές
αντιλαµβανόταν την ανειλικρίνεια των οµιλητών. Η µεγαλύτερη
απογοήτευσή του ήταν ότι τα λόγια των ανθρώπων για αγάπη δεν
ταίριαζαν µε τα έργα τους. Στο απόγειο της απελπισίας του, στις 12
∆εκεµβρίου του 1887, λίγους µήνες µετά το θάνατο της γιαγιάς του (τον

οποίο πληροφορήθηκε µόλις επτά εβδοµάδες µετά από την κηδεία της),
αποφάσισε να αυτοκτονήσει. Αντί, όµως, να πετύχει η σφαίρα την καρδιά
του, τρύπησε µόνο τα πνευµόνια του και έζησε, νιώθοντας ντροπή για
αυτήν την απονενοηµένη πράξη του, τους λόγους της οποίας δεν µπόρεσε
να εξηγήσει ούτε ο ίδιος στο διήγηµά του «Ένα περιστατικό από τη ζωή
του Μάκαρ».
Καταλυτική γνωριµία στη ζωή του αφηγητή υπήρξε αυτή µε τον
Μιχάηλο Αντόνοφ Ροµάς, ο οποίος τον προσέλαβε ως βοηθό του στο
µπακάλικό του στο Κρασνοβίντοβο. Ο Ροµάς είχε ιδιαίτερη αγάπη στα
βιβλία και στόχος του δεν ήταν το κέρδος µέσω του εµπορίου, αλλά η
αφύπνιση και καθοδήγηση των µουζίκων. Έτσι, ίδρυσε συνεταιρισµό
κτηµατιών. Επειδή, όµως, δυσαρεστήθηκαν οι πλούσιοι του χωριού,
πυρπόλησαν το µαγαζί και το σπίτι του και σκότωσαν, µε δολιοφθορά
στη βάρκα του, τον πιστό φίλο του Ροµάς, τον Ιζότ. Ο Ροµάς θλίβεται
επειδή ο λαός τους σκοτώνει τους καλύτερους ανθρώπους του (Τα
πανεπιστήµιά µου, σ.148), είτε από φόβο, είτε από αδυναµία µίµησής τους
και απογοητεύτηκε που δεν κατάφερε να σώσει από τη φωτιά τα βιβλία
του. Ωστόσο, συµβουλεύει τον αφηγητή να µην οργίζεται µε τους
µουζίκους, γιατί οι πράξεις τους δεν φανερώνουν κακία, αλλά µόνο
ανοησία. Ο αφηγητής παρατηρεί ότι ενώ µεµονωµένοι οι µουζίκοι ήταν
καλοί, ωστόσο µόλις ενώνονταν τους διακατείχε το ψεύδος και η
υποκρισία. Ο Ροµάς εξορίστηκε ξανά για δέκα χρόνια µε την κατηγορία
ότι πάλευε για λαϊκά δικαιώµατα και ο αφηγητής ένιωσε ότι έχασε ένα
σηµαντικό καθοδηγητή. Κατέληξε, λοιπόν, να δουλεύει µε τους ψαράδες
σε ένα καλµούχικο χωριό και έτσι ολοκληρώθηκε η αυτοβιογραφική
τριλογία του.
Το κύριο θέµα στον τρίτο τόµο της αυτοβιογραφίας του Γκόρκι
είναι το πρόβληµα της σχέσης λαού και διανόησης. Η δράση της
διανόησης µακριά από το λαό δεν οδηγούσε πουθενά, γι’ αυτό έπρεπε να
αναζητηθεί ιδεολογική τοποθέτηση, για να πραγµατοποιηθούν τα
κοινωνικά και ηθικά ιδανικά του λαού. Ο Γκόρκι ξεσκεπάζει τον
µικροαστικό ατοµικισµό και τις βλαβερές αναρχικές θεωρίες και
καταδικάζει κάθε εκδήλωση µηδενιστικής στάσης απέναντι στην
πρωτοπόρα διανόηση.
Η αυτοβιογραφική τριλογία επαινέθηκε ιδιαίτερα από την κριτική.
Ο Αλεξανδρόπουλος τόσο ως βιογράφος (Γκόρκι, σ.61), όσο και ως
γραµµατολόγος (Η Ρωσική Λογοτεχνία, τ.Γ, σ.58) αναφέρεται στην τριλογία
χαρακτηρίζοντάς την ως την καλύτερη πηγή για τα βιογραφικά του
Γκόρκι ως τα είκοσί του. Επίσης, ο Τρουαγιά για τα πρώτα πέντε
κεφάλαια της µυθιστορηµατικής βιογραφίας του για το Γκόρκι αντλεί
απευθείας στοιχεία από την τριλογία.
Ωστόσο, σύµφωνα µε το άρθρο του Barry Scherr «Gorkij’s
Childhood: The autobiography as fiction»
46
, θα πρέπει να είµαστε
επιφυλακτικοί ως προς την ακρίβεια των γεγονότων που περιγράφονται
στον πρώτο τόµο της αυτοβιογραφικής τριλογίας (Τα παιδικά χρόνια).
Ενώ αρχικά φαίνεται να επιµένει ο Γκόρκι στα πραγµατικά γεγονότα της
ζωής του, µια πιο προσεκτική µατιά αποκαλύπτει ότι τα γεγονότα
δείχνουν να ακολουθούν το ένα το άλλο µε έναν τρόπο που µοιάζει να
σχεδιάστηκε, για να αυξήσει το δραµατικό αποτέλεσµα.
Επιπλέον, ο µελετητής συγκρίνει τον πρώτο τόµο της
αυτοβιογραφικής τριλογίας µε ένα κείµενο που αποτέλεσε την πρώτη
απόπειρα αυτοβιογραφίας του Γκόρκι µε τίτλο «An Account of the Facts
and Thoughts Whose Interaction Dried up the Best Parts of my Heart»
(1893) και το οποίο περιείχε αφήγηση των γεγονότων της ίδιας περιόδου
µε τα γεγονότα που περιγράφονται στα Παιδικά χρόνια. Σύµφωνα µε τη
σύγκριση αυτή ο Scherr εντοπίζει ότι ο Γκόρκι επέτρεψε στη φαντασία
να επηρεάσει τη σύνθεση του πρώτου τόµου της τριλογίας τουλάχιστον
µε τρεις τρόπους (σ.336). Πρώτον, πολλές σκηνές όχι µόνο αναπτύχθηκαν
περισσότερο, αλλά και τροποποιήθηκαν σηµαντικά (σσ.336-337).
∆εύτερον, ο Γκόρκι φανερά εξιδανίκευσε µερικά µέλη της οικογένειας
(όπως η γιαγιά και ο πατέρας του), ενώ άλλα τα έκανε ακόµη πιο
αρνητικά (σσ.337-338). Τρίτον, αρκετά άτοµα εµφανίζονται σε ύποπτα
βολικές στιγµές της αφήγησης και ίσως µία ή δύο φιγούρες από αυτές να
τις έχει επινοήσει (σ.338). Ο Γκόρκι στα Παιδικά χρόνια προτιµά να
παρουσιάσει µια εξωραϊσµένη αλήθεια της φαντασίας, παρά την αλήθεια
των γεγονότων (σ.336). Ακόµη και ο ίδιος ο Γκόρκι σε επιστολή του προς
κάποιον A.A. Belozerov, ο οποίος έγραψε ένα βιογραφικό άρθρο για το
Γκόρκι το οποίο περιείχε πολλά λάθη, τον συµβούλεψε να διαβάσει το
δεύτερο και το τρίτο µέρος της αυτοβιογραφικής τριλογίας, καθώς και το
αυτοβιογραφικό κείµενο Το αφεντικό (Xozjain), χωρίς να κάνει καµία
αναφορά στον πρώτο τόµο Τα παιδικά χρόνια (σ.335).
Τελικά, µπορεί να µειώθηκε η αξιοπιστία του τόµου Τα παιδικά
χρόνια ως πηγής για άντληση αµιγώς βιογραφικών πληροφοριών, αλλά
αυξήθηκε η αξία του έργου ως λογοτεχνικού δηµιουργήµατος, αφού
συνδυάζει την αξία ντοκουµέντου που προσφέρει η αυτοβιογραφία µε
την αφηγηµατική δύναµη ενός µυθιστορηµατικού έργου (σ.343).
Σύµφωνα µε τον Αλεξανδρόπουλο (Το Ψωµί και το βιβλίο. Ο
Γκόρκι, σ.580) σαν συνέχεια των Πανεπιστηµίων µπορεί να θεωρηθεί µια
σειρά αναµνήσεων που άρχισε να γράφει ο Γκόρκι, συνεχίζοντας τον
αυτοβιογραφικό κύκλο µε έναν τέταρτο τόµο που δεν τον τελείωσε και
στον οποίο είχε δώσει ένα πρώτο, συµβατικό τίτλο Ανάµεσα στη
∆ιανόηση. Τον ηµιτελή αυτό τόµο Αναµνήσεων τον συµβουλεύεται ο

συγγραφέας Αλεξανδρόπουλος αρκετά συχνά. Όσο για τα τρία βιβλία της
αυτοβιογραφικής τριλογίας ο Αλεξανδρόπουλος δεν τα λαµβάνει
ουσιαστικά υπόψη του, διότι δεν τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα η παιδική
ηλικία του Γκόρκι. Μάλλον θεωρεί ότι αυτή η αυτοβιογραφία είναι ένα
ακόµη µυθιστορηµατικό κείµενο του συγγραφέα και έχει µε τον ένα ή
τον άλλο τρόπο περάσει στα µυθιστορήµατα και τα διηγήµατά του.

45
Μαξίµ Γκόρκι, Το αφεντικό, µτφ. Νίκου Κυτόπουλου, Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα, 1990, σσ.291-
292. Στο εξής οι παραποµπές γίνονται σε αυτή την έκδοση.

46
Barry Scherr, «Gorkij’s Childhood: The autobiography as fiction», στο The Slavic and East
European Journal, Vol.23, No3 (Autumn 1979), σσ.333-345. 79

Advertisements