mp

 

 

Κάποτε αναρωτήθηκα γιατί ορισμένα δοκίμια του Γκέοργκ Λούκατς έχουν κάτι που δεν είναι ικανοποιητικό, παρ’ όλο που περιέχουν τόσα αξιοσπούδαστα πράγματα. Ο Λούκατς ξεκινά από μια υγιή αρχή, κι όμως κανείς δεν μπορεί να απαλλαγεί από την εντύπωση ότι είναι κάπως ξένος προς την πραγματικότητα. Εξετάζει την πτώση του αστικού μυθιστορήματος από τα ύψη εκείνα που είχε κυριεύσει, όταν η αστική τάξη ήταν ακόμη προοδευτική. Μεταχειρίζεται ευγενικά τους σύγχρονους μυθιστορηματογράφους, στο μέτρο που αυτοί ακολουθούν τους κλασικούς του αστικού μυθιστορήματος, δηλαδή γράφουν τουλάχιστον ρεαλιστικά από την άποψη της μορφής. Ομως, δεν μπορεί να μη δει κι εδώ ακόμη την πτώση. Του είναι εντελώς αδύνατο να βρει σ’ αυτούς ένα ρεαλισμό που να είναι εφάμιλλος με το ρεαλισμό των κλασικών σε βάθος, έκταση και επιθετικότητα. Αλλωστε, πώς θα μπορούσαν να υψωθούν πάνω από την ίδια τους την τάξη; Κι ακόμη υπάρχει, πρέπει να υπάρχει, και αποσύνθεση της μυθιστορηματικής τεχνικής. Δε σημαίνει πως υπάρχει μειωμένη τεχνική επιδεξιότητα, η τεχνική όμως αποκτά κάτι το παράξενα τεχνικό, κάτι το αυταρχικό, αν θέλετε. Ακόμη και στο ρεαλιστικό τρόπο δόμησης πάνω σε κλασικά πρότυπα εισχωρούν κάποια φορμαλιστικά στοιχεία. Υπάρχουν μερικές χαρακτηριστικές λεπτομέρειες. Ακόμη και οι συγγραφείς που διαπιστώνουν και καταπολεμούν την εκμετάλλευση, τη βαρβαρότητα και τη μηχανοποίηση του ανθρώπου μέσα από τον καπιταλισμό, δείχνουν να παίρνουν μέρος σ’ αυτή την πράξη της εκμετάλλευσης, ενώ στις εξιστορήσεις τους φαίνονται να τον εξυψώνουν ελάχιστα, να τον κυνηγούν παθιασμένα μέσα από τα γεγονότα και να αντιμετωπίζουν την εσωτερική του ζωή σαν quantite negligeable [αμελητέα ποσότητα] και τα λοιπά. Κι αυτοί γίνονται ορθολογιστές, ας πούμε. Συμμετέχουν στις «προόδους» της φυσικής. Εγκαταλείπουν την αυστηρή αιτιότητα και προχωρούν στη στατιστική, εγκαταλείποντας το μεμονωμένο άνθρωπο, ακολουθώντας αυστηρά τη σχέση αιτίου και αιτιατού και μιλούν μόνο για μεγαλύτερες μονάδες. Και μάλιστα, με τον τρόπο τους, έχουν τον παράγοντα αβεβαιότητας του Σρέντινγκερ. Αφαιρούν από τον παρατηρητή την αυθεντία και την αξιοπιστία και κινητοποιούν τον αναγνώστη ενάντια στον εαυτό του, παρουσιάζοντας μόνο υποκειμενικές μαρτυρίες που χαρακτηρίζουν απλά αυτούς που τις αναφέρουν (Ζιντ, Τζόις, Ντέμπλιν). Μπορεί κανείς ν’ ακολουθήσει τον Λούκατς σ’ όλες αυτές τις παρατηρήσεις και να υπογράψει τη διαμαρτυρία του. Τώρα όμως ερχόμαστε στο θετικό, εποικοδομητικό, αξιωματικό μέρος της αντίληψης του Λούκατς. Με μια και μόνο κίνηση του χεριού του καθαρίζει απ’ το τραπέζι την «απάνθρωπη» τεχνική. Γυρίζει πίσω στους προγόνους, εξορκίζει τους εκφυλισμένους απογόνους να προσπαθήσουν να τους φτάσουν. Οι συγγραφείς βρίσκονται λοιπόν μπροστά σ’ έναν άνθρωπο που έχει χάσει τις ανθρώπινες ιδιότητές του; Σ’ έναν άνθρωπο με κατεστραμμένο εσωτερικό κόσμο; Σ’ έναν άνθρωπο που σ’ όλη του τη ζωή θα καταδιώκεται με πάθος; Μειώθηκαν οι λογικές του ικανότητες; Πώς φαίνονται τώρα πια ασύνδετα τα πράγματα που συνδέονταν μεταξύ τους; Ετσι οι συγγραφείς πρέπει να μείνουν πιστοί στους παλιούς δασκάλους, να παραγάγουν πλούσια πνευματική ζωή, να σταματήσουν το ρυθμό των γεγονότων με την αργή διήγηση, να τοποθετήσουν και πάλι με την τέχνη τους τον άνθρωπο στο κέντρο των γεγονότων και τα λοιπά και τα λοιπά. Και οι κανονισμοί για την πραγματοποίηση γίνονται ψίθυροι. Είναι φανερό ότι οι προτάσεις δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Κανένας άνθρωπος που θεωρεί τη βασική αντίληψη του Λούκατς σωστή, δε θα παραξενευτεί γι’ αυτό. Δεν υπάρχει λοιπόν διέξοδος; Υπάρχει μία. Τη δείχνει η νέα ανερχόμενη τάξη. Δεν είναι παλινδρόμηση. Δε συνδέεται με το καλό παλιό, αλλά με το κακό νέο. Δεν πρόκειται για την κατάργηση της τεχνικής, αλλά για την τελειοποίησή της. Ο άνθρωπος δεν ξαναγίνεται άνθρωπος με το να διαχωριστεί από τη μάζα, αλλά με το να επανενταχθεί σ ‘ αυτήν. Η μάζα αποτινάσσει την κατάσταση της έλλειψης των ανθρώπινων ιδιοτήτων, κι έτσι ο άνθρωπος ξαναγίνεται άνθρωπος (όχι αυτός που ήταν πριν). Σ ‘ αυτόν το δρόμο πρέπει να βαδίσει η λογοτεχνία στην εποχή μας, όπου οι μάζες αρχίζουν να οδηγούνται σ’ ό,τι πιο αξιόλογο και ανθρώπινο υπάρχει, όπου οι μάζες κινητοποιούν τους ανθρώπους ενάντια στην απανθρωποποίηση που φέρνει ο καπιταλισμός στη φασιστική του φάση. Η στιγμή της συνθηκολόγησης, της υποχώρησης, η ουτοπιστική και ιδεαλιστική στιγμή, η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται στα δοκίμια του Λούκατς και την οποία σίγουρα θα ξεπεράσει, είναι αυτό που κάνει τις αξιοσπούδαστες εργασίες του μη ικανοποιητικές, είναι αυτό που δίνει την εντύπωση ότι αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η απόλαυση κι όχι ο αγώνας, η διέξοδος κι όχι η προέλαση.

FREE photo hosting by Fih.gr

Σημείωση:

1. Τα δοκίμια του Γκέοργκ Λούκατς. Στο περιοδικό «Ιντερνατσιονάλε Λιτερατούρ» δημοσιεύτηκαν από τον Γκέοργκ Λούκατς, εκτός από το άρθρο, που ήδη αναφέρθηκε, για τον εξπρεσιονισμό, μεταξύ άλλων και πραγματείες: «Διήγηση ή περιγραφή; Για τη συζήτηση πάνω στο νατουραλισμό και το φορμαλισμό» (τεύχος 11 και 12/1936), «Ο λέων Τολστόι και η ανάπτυξη του ρεαλισμού» (τεύχος 10 και 11/1938), «Αλληλογραφία ανάμεσα στην Αννα Ζέγκερς και τον Γκέοργκ Λούκατς» (τεύχος 5/1939), «Συγγραφείς και κριτικοί» (τεύχος 9 και 10/1939), «Λαϊκό βήμα ή γραφειοκράτης;» (τεύχος 1,2 και 3/1940). Στο περιοδικό «Ντας Βορτ» δημοσιεύτηκαν του Λούκατς: «Πνευματική φυσιογνωμία των καλλιτεχνικών μορφών» (τεύχος 4/1936), «Ο φασιστικοποιημένος και ο πραγματικός Μπίχνερ» (τεύχος 2/1937), «Η πτώση του αστικού ρεαλισμού» (τεύχος 6/1937), «Το ιδανικό του αρμονικού ανθρώπου στην αστική αισθητική» (τεύχος 4/1938), «Πρόκειται για το ρεαλισμό» (τεύχος 6/1938), «Η νεότητα του Βασιλιά Ερρίκου του 4ου» (τεύχος 8/1938), «Ο πληβείος ουμανισμός στην αισθητική του Τολστόι» (τεύχος 9/1938). Οι πραγματείες του Λούκατς, αφού κατά ένα μέρος δέχτηκαν επεξεργασία, εκδόθηκαν το 1955 στις εκδόσεις «Αουφμπαου» του Βερολίνου στο συνοπτικό τόμο «Προβλήματα ρεαλισμού». Ενα μέρος των εργασιών είχε ήδη εκδοθεί το 1948 από τον ίδιο εκδοτικό οίκο με τίτλο «Δοκίμια για το ρεαλισμό».