ts…Ο Λένιν μας βρήκε -τρεις γυναίκες- να συζητάμε για τα ζητήματα της τέχνης, της παιδείας και της διαπαιδαγώ­γησης. Εγώ ακριβώς εκείνη τη στιγμή εξέφραζα τον ενθου­σιώδη θαυμασμό μου για τη μοναδική στο είδος της τιτάνεια πολιτιστική δουλειά των μπολσεβίκων, για την άνθηση των δημιουργικών δυνάμεων στη χώρα, που προσπαθούν να ανοίξουν νέους δρόμους στην τέχνη και στη διαπαιδαγώγη­ση. Ταυτόχρονα δεν έκρυβα την εντύπωσή μου ότι συχνά τυ­χαίνει να παρατηρώ αρκετή διστακτικότητα και ασαφή ψηλαφήματα, δοκιμαστικά βήματα και ότι παράλληλα με τις γε­μάτες πάθος έρευνες νέου περιεχομένου, νέων μορφών, νέ­ων δρόμων στον τομέα της πολιτιστικής ζωής, μερικές φο­ρές παρατηρείται ένας τεχνητός «μοντερνισμός» και μίμηση των δυτικών προτύπων. Ο Λένιν αμέσως και με μεγάλη ζωη­ρότητα πήρε μέρος στη συζήτηση.

–   Η αφύπνιση νέων δυνάμεων, η δουλειά τους για τη δη­μιουργία στη Σοβιετική Ρωσία μιας νέας τέχνης και ενός νέ­ου πολιτισμού -είπε ο Λένιν- είναι καλό πράγμα, πολύ κα­λό. Ο θυελλώδης ρυθμός ανάπτυξής τους είναι ευνόητος και ωφέλιμος. Πρέπει να φτάσουμε αυτό που παραλείψαμε να κάνουμε στη διάρκεια εκατονταετιών, και μεις το θέλουμε αυτό. Η χαώδης ζύμωση, οι πυρετώδεις αναζητήσεις νέων συνθημάτων, τα συνθήματα που διακηρύσσουν σήμερα το «ωσαννά» σε σχέση με ορισμένα ρεύματα στην τέχνη και στον τομέα της σκέψης και αύριο φωνάζουν «σταύρωσον αυτόν», όλα αυτά είναι αναπόφευκτα.

–  Η επανάσταση ελευθερώνει όλες τις δυνάμεις που ήταν ως τώρα δεσμευμένες και από τα βάθη τις προωθεί στην επι­φάνεια της ζωής. Να ένα παράδειγμα από τα πολλά. Σκεφτείτε την επίδραση που ασκούσαν στην ανάπτυξη της ζω­γραφικής, της γλυπτικής και της αρχιτεκτονικής η μόδα και οι ιδιοτροπίες της τσαρικής αυλής, όσο και τα γούστα και οι παραξενιές των κυρίων αριστοκρατών και της αστικής τά­ξης. Στην κοινωνία, που έχει σα βάση της την ατομική ιδιο­κτησία, ο καλλιτέχνης παράγει εμπορεύματα για την αγορά, έχει ανάγκη από αγοραστές. Η επανάστασή μας απελευθέ­ρωσε τους καλλιτέχνες από το ζυγό αυτών των εξαιρετικά πεζών συνθηκών. Και μετέτρεψε το σοβιετικό κράτος σε υπε­ρασπιστή και παραγγελιοδότη τους. Ο κάθε καλλιτέχνης, ο καθένας που θεωρεί τον εαυτό του καλλιτέχνη, έχει το δι­καίωμα να δημιουργεί ελεύθερα, σύμφωνα με το ιδανικό του και ανεξάρτητα απ’ οτιδήποτε.

–  Είναι όμως ευνόητο ότι εμείς είμαστε κομμουνιστές. Εμείς δεν μπορούμε να στεκόμαστε με σταυρωμένα τα χέρια και να αφήνουμε το χάος να αναπτύσσεται όπου θέλει. Εμείς πρέπει να καθοδηγούμε το προτσές αυτό εντελώς σχεδια­σμένα και να διαμορφώνουμε τα αποτελέσματα του. Είμα­στε ακόμη μακριά απ’ αυτό, πολύ μακριά. Μου φαίνεται ότι έχουμε κι εμείς τους δικούς μας δόκτορες Κάρλσταν. Είμα­στε με το παραπάνω μεγάλοι «ανατροπείς στη ζωγραφική». Το ωραίο πρέπει να το διατηρήσουμε, να το πάρουμε σαν πρότυπο, να ξεκινήσουμε απ’ αυτό, ακόμη κι αν αυτό είναι «παλιό». Για ποιο λόγο εμείς πρέπει να αποστρεφόμαστε το πραγματικά θαυμάσιο, να αρνούμαστε να το παίρνουμε σα σημείο αφετηρίας για την παραπέρα ανάπτυξη, για μόνο το λόγο ότι αυτό είναι «παλιό»; Γιατί πρέπει να υποκλιθούμε μπροστά στο νέο σα σε θεό, στο οποίο πρέπει να υποταχθού­με μόνο και μόνο γιατί αυτό «είναι νέο»; Αυτό είναι ανοη­σία, πέρα για πέρα ανοησία! Εδώ υπάρχει πολύ υποκρισία και, φυσικά, όχι συνειδητός σεβασμός προς την καλλιτεχνι­κή μόδα που κυριαρχεί στη Δύση. Είμαστε καλοί επαναστά­τες, όμως δεν ξέρω γιατί, νιώθουμε ότι είμαστε υποχρεωμέ­νοι να αποδείξουμε ότι και εμείς επίσης βρισκόμαστε «στο ύψος του σύγχρονου πολιτισμού». Εγώ όμως έχω το θάρρος να δηλώσω ότι είμαι «βάρβαρος». Δεν μπορώ να θεωρήσω τα έργα του εξπρεσιονισμού, του φουτουρισμού, του κυβι­σμού και των άλλων «ισμών» σαν ανώτατη έκφραση της καλ­λιτεχνικής ιδιοφυίας. Δεν τα καταλαβαίνω. Δεν αισθάνομαι απ’ αυτά καμιά χαρά.

Εγώ δεν μπόρεσα να κρατηθώ και ομολόγησα ότι και σε μένα δεν αρκούν τα όργανα των αισθήσεών μου για να κα­ταλάβω για ποιο λόγο πρέπει να αποτελέσουν έκφραση της εμπνευσμένης ψυχής τα τρίγωνα αντί της μύτης και γιατί η επαναστατική επιδίωξη για δράση πρέπει να μετατρέψει το σώμα του ανθρώπου, στο οποίο τα όργανα συνδέονται σ’ ένα ολοκληρωμένο σύνολο, σε κάποιο μαλακό άμορφο τσουβά­λι, τοποθετημένο σε δυο ψηλά ξυλοπόδαρα, με δυο πιρούνια που έχουν πέντε δόντια το καθένα.

Ο Λένιν γέλασε με την ψυχή του.

–  Μάλιστα, αγαπητή Κλάρα, τι να γίνει, εμείς είμαστε και οι δυο γέροι. Για μας είναι αρκετό το ότι εμείς, τουλάχιστον, στην επανάσταση παραμένουμε νέοι και βρισκόμαστε στις γραμμές. Δεν μπορούμε να φτάσουμε τη νέα τέχνη, θα πη­γαίνουμε πίσω κουτσαίνοντας.

–   Όμως, συνέχισε ο Λένιν, η δική μας γνώμη δεν έχει ση­μασία για την τέχνη. Σημασία δεν έχει επίσης το τι δίνει η τέ­χνη σε μερικές εκατοντάδες, ακόμη και σε μερικές χιλιάδες από το γενικό σύνολο του πληθυσμού που αριθμεί εκατομ­μύρια. Η τέχνη ανήκει στο λαό. Η τέχνη πρέπει να έχει βαθιές ρίζες στα κατάβαθα των πλατιών εργαζόμενων μαζών. Αυ­τή πρέπει να είναι κατανοητή σ’ αυτές τις μάζες και να αγα­πιέται απ’ αυτές. Πρέπει να συνενώνει το αίσθημα, τη σκέψη και τη θέληση αυτών των μαζών, να τις ανεβάζει πιο ψηλά. Πρέπει να αφυπνίζει σ’ αυτές καλλιτέχνες και να τους αναπτύσσει. Πρέπει εμείς να προσφέρουμε σε μια μικρή μειοψηφία γλυκά εκλεπτυσμένα μπισκότα, τη στιγμή που οι ερ­γατικές και αγροτικές μάζες έχουν ανάγκη από μαύρο ψωμί; Εγώ το αντιλαμβάνομαι αυτό, εννοείται όχι μόνο στην κυ­ριολεξία αλλά και μεταφορικά: Πρέπει να έχουμε πάντα μπροστά στα μάτια μας τους εργάτες και τους αγρότες. Χά­ρη αυτών πρέπει να μάθουμε να διευθύνουμε την οικονομία, να μάθουμε να κάνουμε υπολογισμούς. Αυτό ισχύει επίσης και στον τομέα της τέχνης και του πολιτισμού.

–  Για να μπορέσει η τέχνη να πλησιάσει το λαό και ο λα­ός την τέχνη πρέπει πρώτα να ανεβάσουμε το γενικό μορ­φωτικό και πολιτιστικό επίπεδο. Πώς έχουν τα πράγματα σε μας σχετικά μ’ αυτό; Σεις ενθουσιάζεστε από την κολοσσι­αία πολιτιστική δουλειά που πραγματοποιήσαμε από τον καιρό που ήρθαμε στην εξουσία. Φυσικά, χωρίς να καυχιό­μαστε, μπορούμε να πούμε ότι σχετικά μ’ αυτό κάναμε πολ­λά, πάρα πολλά. Εμείς δεν «κόψαμε κεφάλια» μόνο, όπως μας κατηγορούν γι’ αυτό οι μενσεβίκοι όλων των χωρών και στην πατρίδα σας ο Κάουτσκι, αλλά επίσης φωτίσαμε και κε­φάλια· πολλά κεφάλια φωτίσαμε. Ωστόσο, φωτίσαμε «πολ­λά» σε σύγκριση με το παρελθόν, σε σύγκριση με τις αμαρ­τίες των κυρίαρχων τότε τάξεων και κλικών. Είναι αφάντα­στα μεγάλη η δίψα που προκαλέσαμε και ανάψαμε εμείς στους εργάτες και στους αγρότες για μόρφωση και πολιτι­σμό. Όχι μόνο στην Πετρούπολη και στη Μόσχα, στα βιομη­χανικά κέντρα, αλλά και μακριά, πέρα από τα όρια αυτά, μέ­χρι και στα χωριά. Στο μεταξύ όμως είμαστε ένας λαός φτω­χός, εντελώς φτωχός. Φυσικά, εμείς διεξάγουμε έναν πραγ­ματικό επίμονο πόλεμο ενάντια στην αγραμματοσύνη. Ανοί­γουμε βιβλιοθήκες, «λέσχες – αναγνωστήρια» στις μεγάλες και μικρές πόλεις και χωριά. Οργανώνουμε τα πιο ποικιλό­μορφα φροντιστήρια. Ανεβάζουμε καλά θεατρικά έργα και δίνουμε καλά κοντσέρτα, στέλνουμε σε όλη τη χώρα «περιοδεύουσες εκθέσεις» και «αμαξοστοιχίες διαφώτισης». Όμως επαναλαμβάνω: τι μπορεί να δώσει αυτό στον πληθυσμό που ανέρχεται σε πολλά εκατομμύρια, ο οποίος δεν έχει τις πιο στοιχειώδεις γνώσεις, τον πιο πρωτόγονο πολιτισμό; Ενώ στη Μόσχα σήμερα, ας υποθέσουμε, δέκα χιλιάδες άτομα και αύριο ακόμη δέκα χιλιάδες καινούργιοι άνθρωποι θα εν­θουσιαστούν, δοκιμάζοντας μεγάλη απόλαυση από μια θαυ­μάσια θεατρική παράσταση, εκατομμύρια ανθρώπων προ­σπαθούν να μάθουν να γράφουν κατά συλλαβές το όνομά τους και να μετρούν, προσπαθούν να γνωριστούν με τον πο­λιτισμό που θα τους μάθει ότι η Γη είναι σφαιροειδής και όχι επίπεδη και ότι το σύμπαν το κινούν οι νόμοι της φύσης και όχι οι μάγισσες μαζί με τον «ουράνιο πατέρα».

«Σύντροφε Λένιν, δεν πρέπει να παραπονιέστε με τόση πικρία για την αγραμματοσύνη, είπα εγώ. Από κάποια άπο­ψη, αυτή διευκολύνει το έργο της επανάστασης. Αυτή προφύλαξε τα μυαλά του εργάτη και του αγρότη από το να τα πα­ραγεμίσουν με αστικές έννοιες και αντιλήψεις και να πελα­γώσουν. Η προπαγάνδα και η ζύμωσή σας ρίχνει σπόρο σε παρθένο έδαφος. Είναι πιο εύκολο να σπείρεις και να θερί­σεις εκεί που δεν πρόκειται να ξεριζώσεις προκαταβολικά ένα ολόκληρο πρωτόγονο δάσος.»

-Αυτό είναι σωστό, έφερε αντίρρηση ο Λένιν. Όμως μέ­σα σε ορισμένα όρια, ή για την ακρίβεια, αυτό είναι σωστό για μια ορισμένη περίοδο της πάλης μας. Η αγραμματοσύνη συμβιβαζόταν με την πάλη για την εξουσία, με την ανάγκη να καταστρέψουμε τον παλιό κρατικό μηχανισμό. Αλλά μήπως εμείς καταστρέφουμε μόνο για να καταστρέφουμε; Εμείς καταστρέφουμε για να αναδημιουργήσουμε κάτι το καλύτερο. Η αγραμματοσύνη άσχημα συμβιβάζεται, δε συμβιβάζεται καθόλου με το καθήκον της ανασυγκρότησης. Μα η ανασυ­γκρότηση, σύμφωνα με τον Μαρξ, πρέπει να είναι υπόθεση των ίδιων των εργατών και θα προσθέσω και των αγροτών, αν θέλουν να ελευθερωθούν. Το σοβιετικό καθεστώς μάς δι­ευκολύνει στο καθήκον αυτό. Χάρη σ’ αυτό, χιλιάδες εργα­ζόμενοι από το λαό μαθαίνουν σήμερα στα διάφορα Σοβιέτ και στα σοβιετικά όργανα να δουλεύουν στο έργο της ανα­συγκρότησης. Αυτοί είναι άνδρες και γυναίκες «στην ακμή των δυνάμεων», όπως σε σας συνηθίζεται να λέγεται. Η πλειοψηφία απ’ αυτούς μεγάλωσε στο παλιό καθεστώς και, επο­μένως, δεν πήρε μόρφωση και δε γνώρισε τον πολιτισμό, τώ­ρα όμως με πάθος θέλουν να αποκτήσουν γνώσεις. Με τον πιο αποφασιστικό τρόπο βάζουμε σα σκοπό μας να προσελκύσουμε στη δουλειά των Σοβιέτ όλο και νέα στρώματα ανδρών και γυναικών και να τους δώσουμε ορισμένη πρακτι­κή και θεωρητική μόρφωση. Ωστόσο, παρόλα αυτά, δεν μπο­ρούμε να ικανοποιήσουμε όλες τις ανάγκες που έχουμε για δημιουργικές δυνάμεις. Αναγκαστήκαμε να προσελκύσουμε γραφειοκράτες του παλιού στυλ, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί και σε μας γραφειοκρατία. Μισώ τη γραφειοκρα­τία με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, χωρίς φυσικά να έχω υπόψη μου αυτόν ή εκείνον τον ξεχωριστό γραφειοκράτη. Ο τελευταίος αυτός μπορεί να είναι πρακτικός άνθρωπος. Όμως εγώ μισώ το σύστημα. Το σύστημα αυτό παραλύει και διαφθείρει, τόσο κάτω, όσο και πάνω. Αποφασιστικός πα­ράγοντας για το ξεπέρασμα και το ξερίζωμα της γραφει­οκρατίας είναι η πιο πλατιά μόρφωση και η διαπαιδαγώγη­ση του λαού.

–   Ποιες, λοιπόν, είναι οι προοπτικές μας για το μέλλον; Δημιουργήσαμε θαυμάσια ιδρύματα και πραγματικά πήρα­με καλά μέτρα με σκοπό να μπορεί να σπουδάσει η προλετα­ριακή και η αγροτική νεολαία, να μελετήσει επισταμένα και να αφομοιώσει τον πολιτισμό. Όμως κι εδώ μπαίνει μπρο­στά μας το ίδιο βασανιστικό ερώτημα: τι σημαίνουν όλα αυ­τά για έναν τέτοιο μεγάλο πληθυσμό σαν τον δικό μας; Ακό­μη χειρότερα: δεν έχουμε καθόλου αρκετούς παιδικούς σταθ­μούς, ορφανοτροφεία και δημοτικά σχολειά. Εκατομμύρια παιδιά μεγαλώνουν χωρίς διαπαιδαγώγηση και μόρφωση. Μένουν το ίδιο αγράμματα και όχι πολιτισμένα, όπως και οι πατεράδες και οι παππούδες τους. Πόσα ταλέντα χάνονται από το γεγονός αυτό, πόσες επιδιώξεις και ελπίδες για μόρ­φωση πνίγονται! Αυτό είναι τρομερό έγκλημα από την άπο­ψη της ευτυχίας της νέας γενιάς, που ισοδυναμεί με αρπαγή του πλούτου του σοβιετικού κράτους, το οποίο πρέπει να με- τατραπεί σε κομμουνιστική κοινωνία. Σ’ αυτό βρίσκεται ένας απειλητικός κίνδυνος.

Στη φωνή του Αένιν, που είναι συνήθως πολύ ήρεμη, ηχούσε η συγκρατημένη αγανάκτηση.

«Πόσο πολύ τον πονάει το ζήτημα αυτό -σκέφτηκα- αφού οΛένιν μπροστά σε μας τις τρεις έβγαλε προπαγανδιστικό λόγο». Κάποιος από μας, δε θυμάμαι ποιος ακριβώς, μίλη­σε για μερικά φαινόμενα από τον τομέα της τέχνης και του πολιτισμού, που ιδιαίτερα χτυπούσαν στα μάτια, εξηγώντας την προέλευσή τους με τις «συνθήκες της στιγμής». Ο Λένιν έφερε αντίρρηση σ’ αυτό.

–  Ξέρω καλά! Πολλοί πιστεύουν ειλικρινά ότι panem et circenses («με άρτον και θεάματα») μπορούμε να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες και τους κινδύνους της σημερινής πε­ριόδου. Με το ψωμί, βεβαίως! Όσον αφορά τα θεάματα, ας είναι! – δεν έχω αντίρρηση. Όμως, ας μην ξεχνούν ότι τα θε­άματα δεν είναι μια πραγματικά μεγάλη τέχνη, αλλά μάλλον λίγο πολύ όμορφη διασκέδαση. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι οι εργάτες και οι αγρότες μας δε μας θυμίζουν καθόλου το ρωμαϊκό λούμπεν προλεταριάτο. Αυτοί δε συντηρούνται, για λογαριασμό του κράτους, αλλά οι ίδιοι με τη δουλειά τους συντηρούν το κράτος. Έκαναν «την επανάσταση και υπεράσπισαν την υπόθεσή της, χύνοντας ποτάμια αίμα και δίνοντας άπειρες θυσίες. Μα την αλήθεια, οι εργάτες και οι αγρότες μας αξίζουν να έχουν κάτι παραπάνω από τα θεά­ματα. Απόκτησαν το δικαίωμα για μια πραγματικά μεγάλη τέχνη. Γι’ αυτό εμείς στην πρώτη γραμμή βάζουμε την πιο πλατιά λαϊκή μόρφωση και διαπαιδαγώγηση. Αυτό δημι­ουργεί τη βάση για τον πολιτισμό, φυσικά με τον όρο ότι το ζήτημα του ψωμιού θα έχει λυθεί. Πάνω στη βάση αυτή πρέ­πει να αναπτυχθεί μια πραγματικά καινούργια, μεγάλη κομ­μουνιστική τέχνη, που θα δημιουργήσει μορφή αντίστοιχα με το περιεχόμενό της. Στο δρόμο αυτό οι «διανοούμενοί» μας έχουν να εκπληρώσουν ευγενικά καθήκοντα τεράστιας σημασίας. Οι διανοούμενοι, κατανοώντας και εκπληρώνο­ντας τα καθήκοντα αυτά, θα έκαναν το χρέος τους απέναντι στην προλεταριακή επανάσταση, η οποία άνοιξε και σ’ αυ­τούς πλατιά τις πόρτες, που τους οδηγούν σ’ ένα ευρύ πεδίο ελεύθερης δράσης, ξεπερνώντας τις πρόστυχες εκείνες συν­θήκες ζωής που με τόση δεξιοτεχνία περιγράφονται στο Κομ­μουνιστικό Μανιφέστο.

Τη νύχτα εκείνη -ήταν πια αργά- θίξαμε και άλλα ακόμα θέματα. Οι εντυπώσεις όμως για τα θέματα αυτά ωχριούν σε σύγκριση με τις παρατηρήσεις που έκανε ο Λένιν πάνω στα ζητήματα της τέχνης, του πολιτισμού, της λαϊκής παιδείας και της διαπαιδαγώγησης…

Κ. Τσέτκιν, Αναμνήσεις για τον Λένιν.

Κρατικό πολιτικό εκδοτικό, ρωσ. έκδ. 1955, σελ. 12-17.

πηγή Β.Ι. Λένιν »Για την πολιτιστική επανάσταση» εκδ. Σύγχρονη Εποχή σελ 349-356

Advertisements