kr

Ο σύντροφος που με γνώρισε για πρώτη φορά με τον Βλαντίμηρ Ιλίτς, μου είπε ότι ο Ιλίτς είναι επιστήμονας, διαβάζει αποκλει­στικά και μόνο επιστημονικά βιβλία, δεν έχει διαβάσει στη ζωή του ούτε ένα μυθιστόρημα, ποτέ του δε διάβασε στίχους. Παρα­ξενεύτηκα. Εγώ στα νιάτα μου είχα διαβάσει όλους τους κλασι­κούς, ήξερα απ’έξω όλον σχεδόν τον Λέρμοντοφ κλπ., συγγραφείς σαν τον Τσερνισέφσκι, τον Λ. Τολστόϊ, τον Ουσπένσκι μπήκαν στη ζωή μου σαν κάτι το σημαντικό. Μου φάνηκε παράξενο: να ένας άνθρωπος που όλα αυτά δεν τον ενδιαφέρουν καθόλου.

Ύστερα, στη δουλειά, γνώρισα από κοντά τον Ιλίτς, γνώρισα τις κρίσεις του για τους ανθρώπους, παρακολούθησα την επίμονη διείσδυση της ματιάς του στη ζωή, στους ανθρώπους — και ο ζωντανός Ιλίτς έδιωξε τη μορφή του ανθρώπου που δεν είχε πιά- σει ποτέ στα χέρια του βιβλία όπου να γίνεται λόγος για όσα κά­νουν τους ανθρώπους να ζουν.

Μα η ζωή τότε διαμορφώθηκε έτσι που δε βρήκαμε κάπως την ευκαιρία να μιλήσουμε γι’ αυτό το θέμα. Αργότερα πια, στη Σιβηρία, έμαθα ότι ο Ιλίτς είχε διαβάσει κλασικούς όχι λιγότερο από εμένα, είχε, λόγου χάρη, όχι μόνο διαβάσει, αλλά και ξανα­διαβάσει πολλές φορές τον Τουργκένιεφ. Είχα φέρει μαζί μου στη Σιβηρία τον Πούσκιν, τον Λέρμοντοφ, τον Νεκράσοφ. Ο Βλαντίμηρ Ιλίτς τους έβαλε κοντά στο κρεβάτι του, δίπλα στον Χέγκελ, και τα βράδια τους διάβαζε ξανά και ξανά. Περισσότερο απ’ όλους του άρεσε ο Πούσκιν. Μα δεν εκτιμούσε μόνο τη μορφή. Λόγου χάρη, του άρεσε το μυθιστόρημα του Τσερνισέφσκι «Τι να κάνου­με;», παρά την αδύνατη καλλιτεχνικά, απλοϊκή μορφή του. Μου έκανε κατάπληξη πόσο προσεχτικά είχε διαβάσει αυτό το μυθιστό­ρημα και τι λεπτότατες πινελιές, που υπάρχουν σ’ αυτό το μυθιστό­ρημα, είχε παρατηρήσει. Εξάλλου, του άρεσε ολόκληρη η φυσιο­γνωμία του Τσερνισέφσκι, και στο λεύκωμά του της Σιβηρίας ήταν δύο φωτογραφίες αυτού του συγγραφέα. Πάνω στη μια ο Ιλίτς εί­χε γράψει με το χέρι του την ημερομηνία γέννησης και θανάτου. Στο λεύκωμα του Ιλίτς ήταν επίσης φωτογραφίες του Εμίλ Ζολά, και από τους ρώσους, του Χέρτσεν και του Πίσαρεφ. Τον Πίσαρεφ ο Βλαντίμηρ Ιλίτς κάποτε τον διάβαζε πολύ και τον αγαπούσε  θυμάμαι ότι στη Σιβηρία ήταν και ένας «Φάουστ» του Γκαίτε στα γερμανικά και ενας τόμος ποιημάτων του Χάινε.

Στην επιστροφή του από τη Σιβηρία, στη Μόσχα, ο Βλαντίμηρ Ιλίτς πήγε μια φορά στο θέατρο, είδε τον «Αμαξά Γκένσελ», κι υστέρα έλεγε ότι του άρεσε πολύ.

Στο Μόναχο, από τα βιβλία που άρεσαν στον Ιλίτς θυμάμαι το μυθιστόρημα του Γκέρχαρντ «Bei mama» («Στη μαμά») και «Buttnerlauer» («ο αγρότης») του Πόλεντς.

Έπειτα, αργότερα, στη δεύτερη προσφυγιά, στο Παρίσι, ο Ιλίτς διάβαζε με ευχαρίστηση τους στίχους του Βίκτωρος Ουγκώ » Chatiments», αφιερωμένους στην επανάσταση του 1848’ στίχους που ο Ουγκώ είχε γράψει στην εξορία και που μεταφέρονταν στη Γαλλία κρυφά. Υπάρχει σ’ αυτούς τους στίχους πολύς απλοϊκός στόμφος, μα ωστόσο νιώθει κανείς σ’ αυτούς την πνοή της επανά­στασης. Πρόθυμα πήγαινε ο Ιλίτς σε διάφορα καφενεία και θέα­τρα των προαστίων να ακούσει τους επαναστάτες σανσονιέ που τραγουδούσαν στις εργατικές συνοικίες για όλα — και για τους μεθυ­σμένους αγρότες που εκλέγουν στη Βουλή έναν περαστικό ρήτορα, και για την αγωγή των παιδιών, και για την ανεργία κλπ. Ιδιαί­τερα άρεσε στον Ιλίτς ο Μοντεγκιούς. Γιος κομμουνάρου, ο Μον­τεγκιούς ήταν το αγαπημένο παιδί των εργατικών συνοικιών. Βέ­βαια, στα αυτοσχεδιασμένα τραγούδια του, που είχαν πάντοτε έντο­νο το χρώμα της καθημερινής ζωής, δεν υπήρχε κάποια ξεκάθα­ρη ιδεολογία, υπήρχε όμως πολλή και γνήσια ζέση. Ο Ιλίτς σιγοτραγουδούσε συχνά το χαιρετισμό του προς το 17ο σύνταγμα, που είχε αρνηθεί να πυροβολήσει τους απεργούς: «Salut, sa­lut a vous, soldats du 17-me» (Γεια σας, γεια σας, στρα­τιώτες τοy δέκατου έβδομου»). Μια φορά, σε μια ρωσική βραδιά, ο Ιλίτς έπιασε κουβέντα με τον Μοντεγκιούς, κι ήταν παράξενο ότι αυτοί οι τόσο διαφορετικοί άνθρωποι — ο Μοντεγκιούς, όταν υστέρα ξέσπασε ο πόλεμος, πέρασε στο στρατόπεδο των σοβινι­στών — άρχισαν να ονειροπολούν για την παγκόσμια επανάστα­ση. Έτσι γίνεται κάποτε, ανταμώνουν σ’ ένα βαγόνι άγνωστοι άνθρωποι και κάτω από το χτύπο των τροχών του τραίνου, αρχίζουν να μιλούν για ό,τι τους είναι πιο ακριβό, γι’ αυτό που δε θα έλεγαν ποτέ άλλοτε, υστέρα χωρίζουν και δεν ανταμώνουν ποτέ πια στη ζωή τους. Έτσι έγινε και δω. Εξάλλου η συζήτηση γινόταν στα γαλλικά, και σε μια ξένη γλώσσα είναι πιο εύκολο να ονειρο­πολείς φωναχτά παρά στη δική σου. Στο σπίτι μας ερχόταν για μια δυό ώρες μια γαλλίδα καθαρίστρια. Ο Ιλίτς την άκουσε μια φορά που σιγοτραγουδούσε ένα τραγούδι. Ήταν ένα αλσατιανό τραγούδι. Ο Ιλίτς παρακάλεσε την καθαρίστρια να το τραγουδή­σει και να πει τα λόγια του κι υστέρα συχνά το τραγουδούσε και ο ίδιος. Τέλειωνε με τα λόγια:

Vous avez pris l’Alsace et la Lorraine

Mais malgre vous nous recterons frangais,

Vous avez pu germaniser nos plaines,

Mais notre coeur – vous ne l’ aurez jamais!

(«Πήρατε την Αλσατία και τη Λωρραίνη, μα στο πείσμα το δικό σας εμείς θα μείνουμε Γάλλοι. Μπορέσατε να εκγερμανίσατε τους κάμπους μας, μα τις καρδιές μας δεν θα τις έχετε ποτέ!»).

Ήταν το 1909 — εποχή αντίδρασης — το Κόμμα είχε συν­τριβεί, μα το επαναστατικό του πνεύμα δεν είχε λυγίσει. Και το τραγούδι αυτό συνταίριαζε με την ψυχική διάθεση του Ιλίτς. Επρεπε να ακούσει κανείς πόσο νικητήρια ακούγονταν από το στόμα του τα λόγια του τραγουδιού:

Mais notre coeur – vous ne l’ aurez jamais!

Σ’ αυτά τα πιο δύσκολα χρόνια της προσφυγιάς, που ο Ιλίτς πάντα τα ανέφερε με κάποια δυσαρέσκεια (όταν είχε πια γυρίσει στη Ρωσία είπε για άλλη μια φορά αυτό που πολλές φορές έλεγε παλιότερα: «Τι θέλαμε και φύγαμε απ’ τη Γενεύη στο Παρί­σι;»), σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια με περισσότερο πείσμα από κάθε άλλη φορά ονειροπολούσε, ονειροπολούσε κι όταν κουβέντιαζε με τον Μοντεγκιούς, κι όταν τραγουδούσε νικητήρια το αλσατιανό τραγούδι, κι όταν στις άγρυπνες νύχτες του διάβαζε τον Βεράρεν.

Αργότερα τον καιρό του πολέμου, ο Βλαντίμηρ Ιλίτς είχε εν­θουσιαστεί με το βιβλίο του Μπαρμπύς «Le feu» («Η φωτιά»), αποδίδοντάς του τεράστια σημασία. Αυτό το βιβλίο συνταίριαζε τό­σο τότε με την ψυχική διάθεσή του.

Σπάνια πηγαίναμε στο θέατρο. Ήταν φορές που πηγαίναμε, αλλά η μηδαμινότητα του έργου ή το ψεύτικο παίξιμο πάντα χτυ- πούσαν άσχημα στα νεύρα του Βλαντίμηρ Ιλίτς. Συνήθως πηγαί­ναμε στο θέατρο και μετά την πρώτη πράξη φεύγαμε. Οι σύντροφοι μας κοροϊδεύαν — τζάμπα ξοδεύουμε τα λεφτά.

Ήταν όμως μια φορά που ο Ιλίτς. έμεινε ως το τέλος. Ήταν, θαρρώ, στα τέλη του 1915, στη Βέρνη, είχαν ανεβάσει το έργο του Λ. Τολστόι «Ζωντανό πτώμα». Αν και το έργο παιζόταν γερμανι­κά, ο ηθοποιός όμως που έπαιζε τον πρίγκιπα ήταν ρώσος και μπό­ρεσε να αποδώσει τη σύλληψη του Λ. Τολστόι. Ο Ιλίτς παρακο­λουθούσε το παίξιμό του με ένταση και συγκίνηση.

Και να ’μαστε, επιτέλους, στη Ρωσία. Η καινούρια τέχνη φαινόταν στον Ιλίτς ξένη, ακατανόητη. Μια φορά μας φώναξαν στο Κρεμλίνο σε μια παράσταση για κόκκινους στρατιώτες. Τον Ιλίτς τον έβαλαν στις πρώτες σειρές. Η ηθοποιός Γκζόφσκαγια απάγγειλε Μαγιακόφσκι: «Θεός μας η τρεχάλα, καρδιά μας το τα­μπούρλο» και προχωρούσε ίσια πάνω στον Ιλίτς. Εκείνος καθόταν, έχοντας τα κάπως χάσει από τον αιφνιδιασμό, σαστισμένος, και ανάσανε με ανακούφιση όταν τη θέση της Γκζόφσκαγια την πήρε κάποιος ηθοποιός που απάγγειλε τον «Κακούργο» του Τσέχοφ.

Ένα βράδυ θέλησε o Iλίτς να δει πως ζει μια κομμούνα νέων. Αποφασίσαμε να κάνουμε επίσκεψη σε μια δική μας, σπουδάστρια του ΒΧΟΥΤΕΜΑΣ,τη Βάρια Αρμάντ. Ήταν, θαρρώ, τη μέρα της κηδείας του Κροπότκιν, το 1921. ’Ηταν ένας χρόνος πείνας, μα ο ενθουσιασμός της νεολαίας ήταν μεγάλος. Στην κομμούνα κοιμούνταν σχεδόν σε γυμνά σανίδια, ψωμί δεν είχαν, «έχουμε όμως μπληγούρι», μας δήλωσε κεφάτα το μέλος της κομμούνας του ΒΧΟΥΤΕΜΑΣ που ήταν της υπηρεσίας. Για τον Ιλίτς έβρασαν απ’ αυτό το μπληγούρι ένα ωραίο κουρκούτι, αν και ανάλατο. Ο Ιλίτς έβλεπε τους νέους, τα κεφάτα πρόσωπα των νεαρών καλλι­τεχνών που τον είχαν περικυκλώσει — και η χαρά τους καθρε­φτιζόταν και στο δικό του πρόσωπο. Του έδειχναν τα απλοϊκά τους σκίτσα, του εξηγούσαν το νόημά τους, τον βομβάρδιζαν με ερωτή­σεις. Εκείνος γελούσε, απέφευγε να απαντήσει, στις ερωτήσεις απαντούσε με ερωτήσεις: «Εσείς τι διαβάζετε; Διαβάζετε Πούσκιν;». «Α, όχι», ξεσπάθωσε, κάποιος, «αυτός ήταν αστός. Εμείς διαβάζουμε Μαγιακόφσκι». Ο Ιλίτς χαμογέλασε: «Για μένα ο Πούσκιν είναι καλύτερος». Ύστερα απ’ αυτό ο Ιλίτς μαλάκωσε κάπως απέναντι στο Μαγιακόφσκι. Ακούγοντας το όνομά του, θυμόταν τους νέους του ΒΧΟΥΤΕΜΑΣ, γεμάτους ζωή και χαρά, έτοιμους να πεθάνουν για τη Σοβιετική εξουσία, αυτούς που δεν έβρισκαν στη σύγχρονη γλώσσα λόγια για να εκφράσουν τον εαυτό τους και αναζητούσαν αυτή την έκφραση στους δυσνόητους στίχους του Μαγιακόφσκι. Αργότερα, ο Ιλίτς επαίνεσε μια φορά τον Μαγιακόφσκι για στίχους που σατίριζαν τη σοβιετική γραφειοκρα­τία. Από τα σύγχρονα έργα, θυμάμαι, είχε αρέσει στον Ιλίτς ένα μυθιστόρημα του Έρεμπουργκ που περιέγραφε τον πόλεμο. «Ξέρεις, είναι ο Ηλίας ο Μαλλιαρός» (ψευδώνυμο του Έρε­μπουργκ) , είπε θριαμβευτικά. «Ωραία του βγήκε».

Πήγαμε μερικές φορές στο Θέατρο Τέχνης. Μια φορά είχαμε πάει να δούμε το «Χείμαρρο». Του Ιλίτς του άρεσε φοβερά. Την άλλη μέρα κιόλας θέλησε να πάει πάλι στο θέατρο. Έπαιζαν το έργο του Γκόρκι «Στο βυθό». Τον Αλεξέι Μαξίμοβιτς ο Ιλίτς τον αγαπούσε σαν άνθρωπο που τον ένιωσε κοντινό του στο Συνέδριο του Λονδίνου, τον αγαπούσε σαν καλλιτέχνη, θεωρούσε ότι σαν καλ­λιτέχνης ο Γκόρκι πολλά πράγματα μπορεί να τα καταλάβει αμέ­σως. Με τον Γκόρκι μιλούσε ιδιαίτερα ανοιχτά. Γι’ αυτό είναι φυσι­κό ότι ο Ιλίτς ήταν ιδιαίτερα απαιτητικός όταν παιζόταν ένα έργο του Γκόρκι. Η υπερβολική θεατρικότητα της παράστασης είχε εκ­νευρίσει τον Ιλίτς. Ύστερα από το «Βυθό» έπαψε για πολύ καιρό να πηγαίνει στο θέατρο. Μια άλλη φορά πήγαμε μαζί στο «Θείο Βάνια» του Τσέχοφ. Του άρεσε. Και τέλος, για τελευταία φορά πήγαμε στο θέατρο το 1922, να δούμε το «Γρύλλο πάνω στη θερ­μάστρα» του Ντίκενς. Μετά την πρώτη κιόλας πράξη ο Ιλίτς άρ­χισε να πλήττει, άρχισε να του χτυπά στα νεύρα ο μικροαστικός συναισθηματισμός του Ντίκενς, κι όταν άρχισε η συνομιλία του γέ­ρου πουλητή παιχνιδιών με την τυφλή του κόρη, δεν άντεξε ο Ι­λίτς, έφυγε από τη μέση της πράξης.

Τελευταίοι μήνες της ζωής του Ιλίτς. Με δική του απαίτηση του διάβαζα λογοτεχνία, συνήθως προς το βράδυ. Του διάβαζα Στσεντρίν, του διάβαζα «Τα Πανεπιστήμιά μου» του Γκόρκι. Του άρεσε επίσης να ακούει στίχους, ιδιαίτερα του Ντεμιάν Μπέντνι. Περισσότερο όμως του άρεσαν όχι οι σατιρικοί στίχοι του Ντεμιάν, αλλά οι ηρωικοί.

Του διάβαζα, θυμάμαι, στίχους, και κείνος κοίταζε στοχαστι­κά άπ’ το παράθυρο το ηλιοβασίλεμα. Θυμάμαι τους στίχους που τελείωναν με τα λόγια: «Ποτέ, ποτέ, οι κομμουνάροι δούλοι δε θα γίνουν».

Του διάβαζα, σα να ‘δινα όρκο στον Ιλίτς, «Ποτέ, ποτέ δε θα παραδώσουμε ούτε μια κατάχτηση της επανάστασης…».

Δυο μέρες πριν πεθάνει του διάβαζα το βράδυ το διήγημα του Τζάκ Λόντον — βρίσκεται και τώρα πάνω στο τραπέζι του δω­ματίου του — «Αγάπη για τη ζωή». Πολύ δυνατό κομμάτι. Μέσα από μια χιονισμένη έρημο, όπου δεν έχει πατήσει πόδι ανθρώπου, ένας άρρωστος άνθρωπος που πεθαίνει από την πείνα προσπαθεί να φτάσει στο λιμάνι ενός μεγάλου ποταμού. Οι δυνάμεις του σβήνουν, δεν περπατά αλλά σέρνεται, και δίπλα του σέρνεται ένας λύκος που κι αυτός πεθαίνει από την πείνα, ανάμεσά τους γίνεται πάλη, κι ο άνθρωπος νικά* μισοπεθαμένος, μισότρελος φτάνει στο σκοπό του. Του Ιλίτς αυτό το διήγημα του άρεσε εξαιρετικά. Την άλλη μέρα με παρακάλεσε να του διαβάσω και άλλα διηγήματα του Λόντον. Αλλά στον Τζακ Λόντον τα δυνατά κομμάτια είναι ανακα­τεμένα με εξαιρετικά αδύνατα. Το επόμενο διήγημα έτυχε να εί­ναι εντελώς διαφορετικού τύπου — διαποτισμένο από την αστική ηθική: κάποιος καπετάνιος υποσχέθηκε στον ιδιοκτήτη του πλοίου που ήταν φορτωμένο με σιτάρι να το πουλήσει με συμφέρουσα τι­μή, και θυσιάζει τη ζωή του για να κρατήσει το λόγο του. Γέλα­σε ο Ιλίτς κι έκανε μια χειρονομία απογοήτευσης.

Άλλο πια δεν έμελλε να του διαβάσω.

 

πηγή Σοσιαλισμός και Κουλτούρα 1917-1932, Αντ. Βογιάζος, Εκδ. Θεμέλιο Τόμος Α

Advertisements