Gr

Έπεσε στα μάτια μας λίγο καιρό πριν, ένα άρθρο όπου ο Ενρίκο Λεόνε με εκείνη την ασαφή και σκοτεινή μορφή, που πολύ συχνά τον χαρακτηρίζει, επανελάμβανε μερικούς τετριμμένους συλλογισμούς για την κουλτούρα και τον διανοουμενισμό σε σχέση με το προλεταριάτο, αντιτάσ­σοντας σ’ αυτά την πρακτική και το ιστορι­κό γεγονός, χάρη στα όποια η τάξη προετοιμάζει το μέλλον με τα ίδια της τα χέρια. Πιστεύουμε ότι δεν εί­ναι ανώφελο να ξαναγυρίσουμε στο θέμα, που έχει αντιμετωπιστεί άλλες φορές στο «Grido» και που είχε — ιδιαίτερα στην «Avanguardia» της νεολαίας— μια περισσότερο άκαμ­πτα δογματική αντιμετώπιση στην πολεμική μεταξύ του Μπορντίγκα της Νάπολης και του δικού μας Τάσκα [1].

Μας έρχονται στο νου δύο αποσπάσματα: το ένα, ενός ρομαντικού γερμανού, του Νοβάλις (που έζησε από το 1772 ως το 1801) που λέει: Τα απώτερο πρόβλημα της κουλτούρας είναι το να ιδιοποιηθεί το δικό της μεταφυσικό εγώ, το να είναι ταυτόχρονα το εγώ του δικού της εγώ. Γι’ αυτό εκπλήσσει λίγο η απουσία αίσθησης και πλήρους κατανόησης των άλλων. Χωρίς μια τέλεια κατανόηση του εαυτού μας δεν μπορούμε να γνωρίσουμε πραγματικά τους άλλους.

Το άλλο, που συνοψίζουμε, είναι του Τζ. Μπ. Βίκο. Ο Βίκο (στο 1 πόρισμα γύρω από τη συζήτηση για τα «ποιητικά χαρακτηριστικά των πρώτων έθνων» στη «Νέα Ε­πιστήμη») δίνει μια πολιτική ερμηνεία στο ονομαστό ρητό του Σόλωνα που έπειτα οικειοποιήθηκε ο Σωκράτης ως προς τη φιλοσοφία: «Γνώθι σ’ αυτόν», υποστηρίζοντας ότι ο Σό­λωνας ήθελε με εκείνο το ρητό να νουθετήσει τους πληβεί­ους, που πίστευαν ότι αυτοί ήταν κτηνώδικης καταγωγής και οι ευγενείς θεϊκής καταγωγής, να στοχαστούν γι’ αυτούς τους ίδιους, για να αναγνωρίσουν ότι είναι ίσης  ανθρώπινης φύ­σης με τους ευγενείς κι επομένως να απαιτήσουν εξίσωση στο δίκαιο της πολιτείας. Και τοποθετεί έπειτα σ’ αυτή τη συνείδηση της ανθρώπινης ισότητας μεταξύ πληβείων και ευγενών τη βάση και την ιστορική αιτία γένεσης των δημοκρα­τικών πολιτευμάτων της αρχαιότητας.

Δεν παραλληλίσαμε έτσι τυχαία τα δύο αποσπάσματα. Νομίζουμε ότι σ’ αυτά σκιαγραφούνται, εάν δεν εκφράζονται και καθορίζονται ξεκάθαρα, τα όρια και οι αρχές που πάνω τους πρέπει να θεμελιωθεί μια σωστή κατανόηση της αντίληψης για την κουλτούρα σε σχέση και με το σοσιαλι­σμό.

Πρέπει ν’ αποβάλουμε τη συνήθεια και να πάψουμε ν’ αντιλαμβανόμαστε την κουλτούρα σαν εγκυκλοπαιδική γνώση, όπου ο άνθρωπος θεωρείται μόνο σαν ένα είδος δο­χείου για γέμισμα και στίβαγμα εμπειρικών στοιχείων, ά­σχημων και ασύνδετων γεγονότων, που έπειτα αυτός πρέ­πει να αρχειοθετήσει στο κεφάλι του όπως στις στήλες ενός λεξικού, για να μπορέσει μετά στην κάθε ευκαιρία ν’ απαν­τά στους κάθε λογής ερεθισμούς του εξωτερικού κόσμου. Αυτή η μορφή κουλτούρας είναι αληθινά επιζήμια, ειδικά για το προλεταριάτο. Χρειάζεται μόνο για να δημιουργεί κάστες ανθρώπων, που πιστεύουν ότι είναι ανώτεροι από την υπόλοιπη ανθρωπότητα γιατί συσσώρευσαν στη μνήμη έναν κάποιο όγκο στοιχείων και χρονολογιών, που βραδιάζουν σε κάθε ευκαιρία, για να τον κάνουν σχεδόν ένα φραγμό μεταξύ αυτών και των άλλων. Χρειάζεται για να δημιουρ­γεί εκείνον τον κάποιο πομπώδη και άχρωμο διανοουμενι­σμό, που χτυπήθηκε αλύπητα με τόσο ωραίο τρόπο από τον Ρομαίν Ρολάν, που γέννησε ένα πλήθος αλαζόνες και παράφρονες, πιο καταστροφικούς για την κοινωνική ζωή ακόμα κι από τα μικρόβια της φυματίωσης ή της σίφυλης για την ομορφιά και την υγεία του σώματος. Ο φοιτητάκος, που γνωρίζει λίγα λατινικά και ιστορία, ο δικηγοράκος, που κατάφερε ν’ αρπάξει ένα κουρελάκι για δίπλωμα με την ανορεξιά και τη χαλαρότητα των καθηγητών, θα πιστέ­ψουν ότι είναι διαφορετικοί και ανώτεροι ακόμα και από τον καλύτερο ειδικευμένο εργάτη, που εκπληρεί στη ζωή ένα πολύ καθορισμένο κι απαραίτητο έργο και που η δραστηριότητά του αξίζει εκατό φορές περισσότερο απ’ ότι οι άλλοι αξίζουν στη δικιά τους.  Αλλά αυτή δεν είναι κουλ­τούρα, είναι λογιωτατισμός, δεν είναι εξυπνάδα , αλλά μυα­λό και ενάντιά τους σωστά αντιδρούμε.

Η κουλτούρα είναι κάτι το πολύ διαφορετικό. Είναι οργάνωση, πειθαρχία του εσωτερικού μας εγώ. Είναι η αυ­τοκυριαρχία της προσωπικότητας, είναι κατάκτηση της ανώτερης συνείδησης, χάρη στην οποία καταφέρνουμε να κα­τανοήσουμε την ιστορική μας αξία, τη λειτουργία μας στη ζωή, τα δικαιώματά μας και τα καθήκοντά μας. Μα όλ’ αυτά δεν μπορούν να συμβούν με μια αυθόρμητη εξέλιξη, με ενέργειες και αντιδράσεις ανεξάρτητες από τη θέλησή μας, όπως συμβαίνει στη φυτική και ζωϊκή φύση, όπου το κάθετι επιλέγεται και ειδικεύει τα όργανά του ασυνείδητα, σύμφωνα με τους αναπόφευκτους νόμους των πραγμάτων.

Ο άνθρωπος είναι πάνω απ’ όλα πνεύμα, δηλαδή ι­στορική δημιουργία και όχι φύση. Δε θα μπορούσε αλλιώς να εξηγηθεί το γεγονός ότι, ενώ πάντα υπήρχαν εκμεταλλευόμενοι και εκμεταλλευτές, οι δημιουργοί του πλούτου και οι εγωιστές καταναλωτές του, δεν πραγματοποιήθηκε ο σοσιαλισμός. Κι’ αυτό γιατί μόνο βαθμιαία, σταδιακά η ανθρωπότητα απόκτησε συνείδηση της αξίας της και κατά­κτησε το δικαίωμα να ζει ανεξάρτητα από τα σχήματα και τα δικαιώματα των μειονοτήτων που αρχικά επικράτησαν ιστορικά. Και αυτή η συνείδηση δε σχηματίστηκε κάτω α­πό το κτηνώδικο κέντρισμα των φυσικών αναγκών, αλλά με τον διανοητικό στοχασμό μερικών πρώτα κι έπειτα μιας ολόκληρης τάξης γύρω από τις αίτιες ορισμένων γεγονότων και γύρω από την εύρεση των καλύτερων μέσων για την μετατροπή τους από την υποτέλεια που επέβαλε η περίσταση σε σύμβολο εξέγερσης και κοινωνικής ανοικοδόμησης. Αυτό σημαίνει ότι πριν από κάθε επανάσταση προηγήθηκε μια έντονη δουλειά κριτικής, διείσδυσης κουλτούρας, αφομοίωσης των ιδεών μέσα από την συγκέντρωση παθητικών προ­ηγούμενα ανθρώπων που σκεφτόντουσαν μόνο για τον εαυτό τους, μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα, τη λύση του οικονο­μικού και πολιτικού τους προβλήματος, χωρίς δεσμούς συμ­παράστασης με τους άλλους, που βρίσκονταν κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Το τελευταίο παράδειγμα, το πιο κοντινό σε μας, και γι’ αυτό λιγότερο διαφορετικό από το δικό μας, είναι της γαλλικής επανάστασης. Η προηγούμενη περίοδος της κουλτούρας που ονομάστηκε Διαφώτιση, τόσο δυσφημι­σμένη από τους εύκολους κριτικούς του θεωρητικού λό­γου δεν ήταν καθόλου, ή τουλάχιστον δεν ήταν εντελώς, ένα φτερούγισμα επιφανειακών εγκυκλοπαιδικών πνευμά­των, που μιλούσαν για όλα και για όλους με την ίδια αταραξία, που πίστευαν ότι ήταν άνθρωποι του καιρού τους μό­νο και μόνο γιατί είχαν διαβάσει τη »Μεγάλη Εγκυκλοπαί­δεια» του Ντ’ Αλμπέρτ και του Ντιντερό, δεν ήταν — τέλος πάντων— μονάχα ένα φαινόμενο λογιωτατικού και άγονου διανοουμενισμού, όμοιο μ’ αυτό που βλέπουμε μπρο­στά στα μάτια μας και που βρίσκει τη μεγαλύτερή του ανάπτυξη στα λαϊκά πανεπιστήμια κατώτατης τάξης. Ήταν μια υπέροχη επανάσταση αυτή ακριβώς η περίοδος, που χά­ρη σ’ αυτήν, όπως παρατηρεί με οξυδέρκεια ο Ντε Σάνκτις στην «Ιστορία της Ιταλικής λογοτεχνίας», σχηματίστηκε σ’ όλη την Ευρώπη, σαν μια ενωτική συνείδηση, μια αστική πνευματική διεθνής, ευαίσθητη, στην κάθε της πλευρά, στους πόνους και στις κοινές δυστυχίες, και, που ήταν η καλύτερη προετοιμασία για την αιματηρή επανάσταση που πραγματοποιήθηκε μετά στη Γαλλία.

Στην Ιταλία, στη Γαλλία, στη Γερμανία, συζητιόνταν τα ίδια πράγματα, οι ίδιοι θεσμοί, οι ίδιες αρχές. Κάθε και­νούρια κωμωδία του Βολταίρου κάθε καινούριο pamphet, ήταν σαν τον σπινθήρα που περνούσε από τα ήδη τεν­τωμένα σύρματα από κράτος σε κράτος, από επαρχία σ’ επαρχία και έβρισκε τους ίδιους οπαδούς και τους ίδιους αντιπάλους παντού και ταυτόχρονα. Οι μπαγιονέττες του στρατού του Ναπολέοντα έβρισκαν ανοιγμένο κιόλας το δρόμο από έναν αόρατο στρατό από βιβλία, συγγράμματα, διασπαρμένα από το Παρίσι, από το πρώτο ακόμα μισό του 18ου αιώνα και που είχαν προετοιμάσει ανθρώπους και θε­σμούς για την αναγκαία ανανέωση. Αργότερα, όταν τα γε­γονότα της Γαλλίας ένωσαν τις συνειδήσεις, αρκούσε μια εξέγερση λαϊκή στο Παρίσι, για να προκαλέσει άλλες όμοιες στο Μιλάνο, στη Βιέννη και στα πιο μικρά κέντρα. Όλ’ αυτά φαίνονται φυσιολογικά, αυθόρμητα, σ’ αυτούς που θεωρούν τα πάντα εύκολα, αλλά, αντίθετα, θα ήταν ακατανόητα, αν δεν ήταν γνωστά τα στοιχεία της κουλτού­ρας, που συνέβαλαν στη δημιουργία εκείνων των ψυχικών διαθέσεων, που ήταν έτοιμες να εκραγούν για ένα σκοπό, που πίστευαν κοινό.

Το ίδιο φαινόμενο επαναλαμβάνεται σήμερα για το σοσιαλισμό. Μονάχα μέσα από την κριτική του καπιταλιστι­κού πολιτισμού σχηματίστηκε ή σχηματίζεται η ενιαία συν­είδηση του προλεταριάτου, και κριτική σημαίνει κουλτούρα και όχι αυθόρμητη και φυσιολογική εξέλιξη. Κριτική ση­μαίνει ακριβώς εκείνη τη συνείδηση του εγώ, που ο Νοβάλις έδινε σα σκοπό της κουλτούρας. Εγώ, που εναντιώνεται στους άλλους, που διαφοροποιείται και, αφού έχει δημιουργηθεί ένας σκοπός, κρίνει τα γεγονότα και τα συμβάντα, όχι μόνο αυτά καθ’ εαυτά, αλλά και σαν αξίες ώθησης και απώθησης. Το να γνωρίζουμε τους εαυτούς μας σημαίνει να είμαστε οι εαυτοί μας, σημαίνει να είμαστε κύριοι των εαυτών μας, να διακρινόμαστε, να βγαίνουμε έξω από το χάος, να είμαστε ένα στοιχείο τάξης, αλλά της δικής μας τάξης, της δικής μας πειθαρχίας σ’ ένα ιδανικό. Και δεν μπορούμε να το επιτύχουμε, αν δεν γνωρίζουμε και τους άλλους, την ιστορία τους, την εξέλιξη των προσπαθειών που αυτοί έκαναν για να είναι αυτό που είναι, για να δημιουργήσουν τον πολιτισμό που δημιούργησαν και που αυτόν εμείς θέ­λουμε ν’ αντικαταστήσουμε με τον δικό μας. Σημαίνει να έχουμε γνώση του τι πράγμα είναι η φύση και οι νόμοι της, για να γνωρίσουμε τους νόμους που κυβερνούν το πνεύ­μα. Και να τα μαθαίνουμε όλα, χωρίς να χάνουμε από τα μάτια μας τον τελικό στόχο, που είναι να γνωρίζουμε καλύ­τερα τους εαυτούς μας μέσα από τους άλλους και τους άλ­λους μέσα από τον έαυτό μας.

Αν είναι αλήθεια ότι η παγκόσμια ιστορία είναι μια αλυσίδα προσπαθειών, που ο άνθρωπος έκανε για ν’ απελευθερωθεί και από τα προνόμια και από τις προκαταλήψεις και από τις ειδωλολατρείες, είναι ακατανόητο το προλετα­ριάτο, που θέλει να προσθέσει ένα κρίκο ακόμα σ’ αυτή την αλυσίδα, να μην πρέπει να ξέρει πώς και γιατί και ποιος έχει προηγηθεί απ’ αυτό, και ποιο κέρδος μπορεί να έχει απ’ αυτήν τη γνώση.


* Υπογραφή ALFA GAMMA, »Il Grido del popolo», 29 Γε­νάρη 1916.

[1] Στo εθνικό συνέδριο των νεολαίων σοσιαλιστών, που έγινε στην Μπολόνια, στις 20 – 23 του Σεπτέμβρη 1912, στο σημείο που αναφερόταν στη «διαπαιδαγώγηση και κουλτούρα της νεολαίας», ο Τάσκα άσκησε πολεμική στον ομιλητή Αμαντέο Μπορντίγκα, που υποστήριζε ότι δεν έπρεπε να υπερτιμηθεί η αναγκαιότητα της με­λέτης. «Δε γινόμαστε σοσιαλιστές με την εκπαίδευση, αλλά από πραγματική αναγκαιότητα της τάξης που ανήκουμε». Ο Τάσκα, αν­τίθετα υπογράμμιζε την επείγουσα ανάγκη μιας διανοητικής ανανέω­σης του ιταλικού σοσιαλισμού. Ο Μπορντίγκα χαρακτήριζε τον Τάσκα και τους υποστηρικτές του »κουλτουραλιστές». Βλ. »Avanguardia» της 20 Οκτώβρη και 15 Οχτ. 1912 καί »L’ Unita» του Σαλβέμινι στις 12 και 26 Οχτ. 1912.

πηγή Σοσιαλισμός και Κουλτούρα, Αντόνιο Γκράμσι

επιμέλεια: Ντάνυ Πιέρρου μετάφραση: Γιώργος Μαχαίρας, Tania Gori Στοχαστής, 2009

Advertisements