Η εικόνα του αιώνιου επαναστάτη, του δεινού αντάρτη με τον μπερέ και το διαπεραστικό βλέμμα, του επίμονου μαρξιστή γιατρού – η ίδια η πολυτάραχη ζωή του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα ως ιστορικής προσωπικότητας, αποτέλεσε κατά καιρούς ενδιαφέρον θέμα για τη “μεγάλη οθόνη”.

Ο Ομάρ Σαρίφ ως “Τσε” το 1969.

Η πρώτη “απεικόνιση” του Τσε σε ταινία γίνεται μόλις ένα χρόνο μετά τη δολοφονία του στη Βολιβία. Ο τίτλος της ταινίας “El Che Guevara” (Bloody Che Contra, 1968), σε σκηνοθεσία του ιταλού Πάολο Χιούς και τον ισπανό ηθοποιό Φρανσίσκο Ραμπάλ (1926-2001) στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Με τα γεγονότα της Βολιβίας να είναι ακόμη νωπά και με ελλειπή γνώση περαιτέρω σημαντικών λεπτομερειών για τη ζωή του Τσε (π.χ. Δεν είχε εκδωθεί το ημερολόγιο της Βολιβίας) η ταινία αποτέλεσε μια εξαιρετικά βεβιασμένη μάλλον προσπάθεια απεικόνισης μιάς πολυδιάστατης προσωπικότητας που είχε δολοφονηθεί λίγους μόλις μήνες και κανείς (πέραν των δολοφόνων) δεν γνώριζε καν τον τόπο ταφής του.

Την επόμενη χρονιά, το 1969, έγινε μια σαφώς σημαντικότερη, από πλευράς παραγωγής, προσπάθεια να αποτυπωθεί στη μεγάλη οθόνη η ζωή του αργεντίνου επαναστάτη. Αυτήν τη φορά, τον Τσε ενσάρκωσε ο παγκοσμίου φήμης Ομάρ Σαρίφ και την σκηνοθεσία της ταινίας “Che!” υπέγραψε ο αμερικανός Ρίτσαρντ Φλέιτσερ. Παρά την καλή ερμηνεία από πλευράς Σαρίφ, η ταινία έλαβε αρνητικές κυρίως κριτικές ως μια “βεβιασμένη προσπάθεια που απ’ το ξεκίνημα της έμοιαζε με κακό όνειρο” (Ρότζερ Έμπερτ, The Chicago-Sun Times, Ιούνιος 1969). Ο κριτικός Ρ.Έμπερτ είχε γράψει με αφορμή την ταινία του Φλέιτσερ: “Το Χόλυγουντ έκανε ταινία για τον Τσε Γκεβάρα. Γιατί; Μάλλον επειδή κάποιος μυρίστηκε εύκολο χρήμα, έχοντας εμπνευστεί απ’ τις πωλήσεις των posters με τη μορφή του Τσε. Αυτός πρέπει να είναι ο λόγος διότι η ταινία “Che!” είναι η χειροπιαστή απόδειξη ότι κανένας εξ’ όσων συνδέονται με αυτήν την αηδία δεν δίνουν μια για το ποιός και τι είναι ο Τσε Γκεβάρα, ο Φιντέλ Κάστρο, την Κουβανική Επανάσταση και οτιδήποτε άλλο θέλει πάνω από πέντε λεπτά σκέψης!”. Οι διάλογοι της ταινίας “Che!” είναι στα αγγλικά και τον Φιντέλ Κάστρο υποδύεται ο αμερικανός ηθοποιός Τζακ Πάλανς.

Η “επαναφορά” του Τσε στη μεγάλη οθόνη γίνεται το 1982, αυτήν τη φορά όμως όχι με ταινία αφιερωμένη στον ίδιο τον επαναστάτη. Ο Τσε, μαζί με άλλες προσωπικότητες του 20ου αιώνα, απεικονίζεται στην σατυρική ταινία “Monty Python Live and the Hollywood Browl” σε σενάριο και σκηνοθεσία της σουρεαλιστικής κωμικής ομάδας των βρετανών “Monty Python”. Στην συγκεκριμένη ταινία-παρωδία παρουσιάζονται, μεταξύ άλλων, οι Καρλ Μαρξ, Βλαντίμιρ Λένιν, Τσε Γκεβάρα και Μάο Τσε Τουνγκ να μετάσχουν σε τηλεοπτικό παιχνίδι γνώσεων…αγγλικού ποδοσφαίρου.

Ο Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ ως Ερνέστο Γκεβάρα στα “Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας” (2002).

Το 1997 και το 1999 προβάλονται δύο ισπανόφωνες ταινίες με αφορμή τη ζωή του Γκεβάρα. Η πρώτη (“El Che”) με τον Μιγκέλ Ρουίζ Ντιάζ στον πρωταγωνιστικό ρόλο και η δεύτερη (“Hasta La Victoria Siempre”) με τον Αλφρέντο Βάσκο να ενσαρκώνει τον Τσε. Οι δύο ταινίες, σχετικά χαμηλού κόστους παραγωγές, δεν έγιναν ιδιαίτερα γνωστές εκτός του ισπανόφωνου κόσμου. Το 2002 είναι η σειρά του ταλαντούχου μεξικάνου ηθοποιού Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ να υποδυθεί τον Τσε στην βιογραφική ταινία “Fidel” με θέμα τον ηγέτη της Κούβας Φιντέλ Κάστρο. Παρ’ ότι 24 ετών τότε (2002) ο Μπερνάλ ερμηνεύει με ωριμότητα τον Τσε της Επανάστασης κάτι που του δίνει το κινηματογραφικό εισητήριο για τα “Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας” (Motorcycle Diaries) (2004) όπου ξαναυποδίεται τον Γκεβάρα, αυτήν τη φορά ως το νεαρό απόφοιτο της ιατρικής σχολής που μαζί με τον αδελφικό του φίλο Αλμπέρτο Γκρανάδο (ερμηνεύει ο αργεντίνος Ροντρίγκο ντε λα Σέρνα) πραγματοποιούν ταξίδι στη λατινική ήπειρο. Την σκηνοθεσία της καλογυρισμένης αυτής ταινίας υπογράφει ο Βάλτερ Σάλες, ενώ ο ίδιος ο Γκρανάδο παρίσταται στα γυρίσματα και δίνει τις πολύτιμες συμβουλές του στο σενάριο. Ο Μπερνάλ ερμηνεύει τον νεαρό Ερνέστο με ευαισθησία παρουσιάζοντας το “ανήσυχο πνεύμα” του Γκεβάρα ο οποίος προσπαθεί να αντιληφθεί τον κόσμο γύρω του ενώ σταδιακά μετατρέπεται σε συνειδητοποιημένο μαρξιστή.

Ένα χρόνο αργότερα, το 2005, ο Τσε απεικονίζεται στην ταινία “The Lost City”, σε σκηνοθεσία και σενάριο του αμερικανο-κουβανού σταρ του Χόλυγουντ Άντι Γκαρσία, ο οποίος έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο μαζί με τους Ντάστιν Χόφμαν και Μπιλ Μάρει. Παρά την ενδιαφέρουσα σχετικά πλοκή της ταινίας, ο Γκεβάρα παρουσιάζεται μέσα από ένα σωρό διαστρεβλώσεις ως ανάλγητος και σκληρόκαρδος αντάρτης (τον υποδίεται ο αμερικανο-κουβανός Τζου Γκαρσία) σε μια εμφανέστατη και εμπαθή προσπάθεια συκοφάντησης της ηθικής της Κουβανικής Επανάστασης.

Την επόμενη φορά που το Χόλυγουντ επιχειρεί να μεταφέρει τη ζωή του Τσε Γκεβάρα στη μεγάλη οθόνη είναι το 2007 με την ταινία “Che Guevara”, με τον Εδουάρδο Νοριέγκα στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Το φιλμ χαρακτηρίζεται ως “αποτυχημένο” απο πλειάδα κριτικών κινηματογράφου καθώς αποτελείται ως επί το πλείστο από παιδαριώδεις διαλόγους, κακή σκηνοθεσία, πρόχειρη παραγωγή και μυθοπλασία (π.χ. απεικονίζει τον Τσε να κάνει έρωτα με την γερμανίδα αντάρτισα Ταμάρα Μπούνκε). Μέχρι σε αυτό το σημείο ο αμερικανικός κινηματογράφος δείχνει να έχει αποτύχει παταγωδώς σε μια επαρκή – και σχετικά ουδέτερη – απεικόνιση του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.

Ο Μπενίσιο Ντελ Τόρο ως “Τσε Γκεβάρα” στην ομώνυμη ταινία του 2008.

Το 2008 ο αμερικανός σκηνοθέτης Στίβεν Σόντεμπεργκ αποφασίζει να μεταφέρει την πολυτάραχη ζωή του επαναστάτη στο κέντρο του ενδιαφέροντος των σινεφίλ. Με τον ταλαντούχο Μπενίσιο Ντελ Τόρο στον πρωταγωνιστικό ρόλο και ένα καστ αξιόλογων ηθοποιών ο Σόντεμπεργκ καταφέρνει να σκηνοθετήσει μια αξιοπρεπή ταινία (“Che”), χωρισμένη σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται η επαφή του Γκεβάρα με τον Κάστρο και τους κουβανούς αντάρτες στο Μεξικό, ο ανταρτοπόλεμος στη Σιέρρα Μαέστρα, πτυχές απ’ την επανάσταση στην Κούβα αλλά μέρος των διπλωματικών καθηκόντων του Τσε (ομιλία στον ΟΗΕ το 1964). Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζεται κυρίως η απόπειρα του Γκεβάρα να οργανώσει το αντάρτικο στη Βολιβία όπου συλλαμβάνεται και δολοφονείται από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και το βολιβιανό στρατό. Η ταινία λαμβάνει θετικές κριτικές, ο Ντελ Τόρο υποδύεται με πειστικότητα και χωρίς ερμηνευτικές υπερβολές τον Τσε, ενώ η παραγωγή του Σόντεμπεργκ διακρίνεται από υψηλό επίπεδο ποιότητας και μελέτη της ιστοριογραφίας και των υπαρχόντων πηγών. Η εφημερίδα “Γκράνμα” απέδωσε συγχαρητήρια στον Ντελ Τόρο για την ερμηνεία του, ενώ η αμερικανο-κουβανική κοινότητα του Μαϊάμι βρήκε την ευκαιρία να δημιουργήσει ένταση κατά τη διάρκεια της προβολής της ταινίας στην πολιτεία της Φλόριντα.

πηγή http://guevaristas.net/

Advertisements