Hegel portrait by Schlesinger 1831.jpg
I. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

  1. Η τέχνη και οι τέχνες εν γένει, όπως επίσης το ωραίο της τέ­χνης (das Kunstschone), αποτελούν αντικείμενο της Φιλοσοφίας της τέχνης ή της Φιλοσοφίας των ωραίων [ή των καλών] τεχνών. Πώς κατανοείται στην ουσία της; Ο Χέγκελ την κατανοεί ως μια αυθε­ντικά ελεύθερη αισθητική δημιουργία, η οποία προορίζεται να συμ­φιλιώνει την απειρότητα της σκέψης με την περατότητα της ρεα­λιστικής πραγματικότητας, να συζευγνύει διαλεκτικά το αισθητό με το υπεραισθητό. Μαζί με τη θρησκεία και τη φιλοσοφία ανήκει στις ανώτερες δραστηριότητες του πνεύματος. Πιο ειδικά είναι αποκαλυπτική, όπως και η θρησκεία με διαφορετικό τρόπο, της γνωσιακής και της κοινωνικο-ηθικής αλήθειας του πνεύματος. Ως τέτοια δραστηριότητα συνιστά, όπως και η θρη­σκεία, τρόπο εκδήλωσης του απόλυτου πνεύματος.
  2. Η τέχνη εκδηλώνει την αλήθεια του πνεύματος υπό αισθητική μορφή, με άλλα λόγια παριστά το απόλυτο πνεύμα στο επίπεδο αί­σθησης ή της εποπτείας (Anschauung). Γενικότερα συνιστά το «ερ­γαστήρι» των αισθητικών σχέσεων εκείνης της αλήθειας, την ίδια στιγμή που η θρησκεία την εκφράζει με τον τρόπο της θρησκευτικής παράστασης (Vorstellung). Το αισθητικό της υλικό το αντλεί από τη φύση, χωρίς η ίδια να είναι πιστή απομίμησή της. Διευθετεί αυτό το υλικό μέσα σε ένα περιβάλλον γνωσιακών και καλλιτεχνικών απαι­τήσεων. Έτσι προσδίδει στο αισθητικό πεδίο του ανθρώπου γνωσιακό χαρακτήρα και συμβάλλει καθοριστικά στον εμπλουτισμό της ανθρώπινης εμπειρίας.
  3. Συγχρόνως, για την ανάπτυξή της, προϋποθέτει θεμελιώδη εμπειρία του ανθρώπου, πράγμα που υποδηλώνει ότι το έργο τέχνης ανήκει, κατά τον Χέγκελ, στις δημιουργίες του ανθρώπου, ενυπάρχει στην οντολογική του ρίζα και δεν μπορεί να είναι προϊόν της φύσης. Το να ανήκει στις δημιουργίες του ανθρώπου αποτελεί τεκμήριο ότι σχετίζεται με τη δραστηριότητα αυτού του ίδιου «ως ελεύθερου υποκειμένου». Είναι ελεύθερο αναλογικά προς την πνευματική καλλιέργεια που διαθέτει και την εκ τούτης προερχόμενη ανάγκη να ανυψώνει «τον εσωτερικό και εξωτερικό του κόσμο σε πνευματική συνείδηση ως ένα αντι-κείμενο, μέσα στο οποίο αναγνωρίζει τον ίδιο του τον εαυτό».
  4. Η καλλιτεχνική δημιουργία, σύμφωνα με την ως τώρα θεώρηση, δεν είναι κάποια μηχανιστική πράξη ή μια φορμαλιστική διαδικασία ούτε εδράζεται σε παρορμητικούς απλώς τόνους του δρώντος υποκειμένου, παρά προϋποθέτει συνδυασμό θεωρητικής και πρακτικής ενέργειας που αναβλύζει από την πηγή που λέγεται πνεύμα και την οποία ο δημιουργός άνθρωπος δύναται ως εκ της φύσης του, ήτοι ως διεαυτό ή πνευματικό ον, να τη μεταμορφώνει εκάστοτε σε συγκεκριμένο έργο με μορφή και περιεχόμενο.
  5. Πιο συγκεκριμένα, όντας ο άνθρωπος φυσικό και δυνάμει πνευματικό ον φέρει μέσα του την ικανότητα, στην αρχή παρορμητικά ή ενστικτωδώς και στη συνέχεια ως σκεπτόμενο υποκείμενο, να εποπτεύει τον εξωτερικό κόσμο, να τον οικειοποιείται λιγότερο ή περισσότερο, να σχηματίζει αντίστοιχες παραστάσεις, να τις μεταπλάθει σε σκέψεις και να μετασχηματίζεται και ο ίδιος. Όλη αυτή η κίνηση μεταμόρφωσης ή μετασχηματισμού του εξωτερικού και εσωτερικού του κόσμου δεν γίνεται ερήμην της πρακτικής, αλλά δι’ αυτής και εντός αυτής. Τούτη την πρακτική μεταλλαγή αισθητοποιεί ο Χέγκελ με το παράδειγμα του μικρού αγοριού που ρίχνει πέτρες στο νερό και θαυμάζει τους σχηματιζόμενους κύκλους ως δικό του έργο, αποκτώντας έτσι την εποπτεία του εαυτού του ως δημιουργού.

πηγή ΠΟΙΟΣ ΣΚΕΠΤΕΤΑΙ ΑΦΗΡΗΜΕΝΑ;

HEGEL GEORG-WILHELM-FRIEDRICH,

μετάφρ.ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ, επιμ. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ, εκδ. GUTENBERG

Advertisements