…Μόλις τέλειωσα το διάβασμα του Die Alten und die Neuen και σας ευχαριστώ από καρδιάς. Οι περιγραφές των εργατών στα ορυχεία του αλατιού είναι έξοχες, αντάξιες μ’ αυτές των χωρικών στον Stefan. ’Ίδια κι οι περι­γραφές της ζωής της βιεννέζικης κοινωνίας είναι σε μεγάλο μέρος πολύ όμορφες. Η Βιέννη είναι σίγουρα η μόνη γερ­μανική πολη που έχει κοινωνία* το Βερολίνο έχει μονάχα «μερικούς κύκλους», κι αυτούς αρκετά αβέβαιους, για τούτο και βρίσκουν εκεί το κατάλληλο έδαφος μονάχα κι αποκλειστικά όσα μυθιστορήματα έχουν σα θέμα τους τους λόγιους, τους ανώτερους υπάλληλους και τους ηθοποιούς. Αν η αιτιο­λόγηση της πράξης σ’ αυτό το μέρος του έργου σας παρου­σιάζει μια κάπως βιαστική ανάπτυξη, αυτό μπορείτε να το κρίνετε εσείς καλύτερ’ από μένα* κάτι που σε μας τους άλλους παρουσιάζεται κάτω από τούτο το φως, στη Βιέννη, με δοσμένο τον ειδικά διεθνή χαρακτήρα αυτής της πόλης όπου σμίγουν τα διεθνή και τα νότια στοιχεία, μπορεί να ’ναι απόλυτα φυσικό. Και στις δυο αυτές περιοχές ξαναβρίσκω την ίδια έντονη διαφοροποίηση των χαρακτήρων* ο καθένας είναι ένας τύπος, αλλά συνάμα κι ένα άτομο τέ­λεια καθορισμένο, ένας «εκείνος», για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του γέρο Χέγκελ — και έτσι πρέπει να ναι. Επει­δή όμως μου αρέσει η αμεροληψία, είμαι αναγκασμένος να επισημάνω μερικά πράγματα, και γι’ αυτό έρχομαι στον Άρνολντ. Είν’ ένα παιδί υπερβολικά τέλειο* έτσι, όταν στο τέλος χάνεται σε μια κατολίσθηση, μπορούμε να κάνουμε αυτό το γεγονός να συμφωνήσει με την ποιητική δικαιοσύνη μόνο αν πούμε πως ήταν πολύ καλός γι’ αυτό τον κόσμο. Είναι όμως πάντα κακό ν’ αγωνιά ο ποιητής για τον ήρωα του — και σεις μου φαίνεται πως ως ένα βαθμό έχετε πέσει σ’ αυτό το σφάλμα. Στην Έλσα υπάρχει κάποια εξατομίκευση — αν και εξιδανικευμένη — αλλά στον Άρνολντ το πρόσωπο χάνεται ακόμα πιο πολύ στην ιδέα.

Από που προέρχεται αυτό το ψεγάδι, φαίνεται καθαρά απ’ το ίδιο το μυθιστόρημα. Σίγουρα νιώσατε καθαρά την ανάγκη να πάρετε θέση σ’ αυτό το βιβλίο, να δώσετε σ’ όλους μια απόδειξη της πίστης σας. Τώρα που έγινε κι αυτό, είναι πια κάτι που το ξεπεράσατε και που δε χρειά­ζεται πια να το επαναλάβετε με την ίδια μορφή. Δεν είμαι διόλου αντίθετος στη στρατευμένη ποίηση εφόσον είναι τέτοια. Ο Αισχύλος, ο πατέρας της τραγωδίας, κι ο Αρι­στοφάνης, ο πατέρας της κωμωδίας, ήταν κι οι δυο σίγουρα στρατευμένοι ποιητές* όμοια κι ο Δάντης κι ο Θερβαντες, και το ωραιότερο στοιχείο στο Kabale und Liebe του Σίλλερ είναι πως αντιπροσωπεύει το πρώτο πολιτικό στρατευμένο γερμανικό δράμα. Οι σύγχρονοι ρώσοι και νορβηγοί που μας έδωσαν υπέροχα μυθιστορήματα, είναι όλοι στρατευμένοι ποιητές. Όμως η στράτευση, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να αντλείται μέσ’ απ’ την ίδια την κατάσταση κι από τη δράση, χωρίς να αναφέρεται συγκεκριμένα, κι ο ποιητής πάλι δεν πρέπει να δίνει στον αναγνώστη όμορφα κι ωραία τη μελλούμενη λύση των κοινωνικών συγκρούσεων που περιγράφει. Πρέπει να προσθέσω πως στη σημερινή κατάσταση το μυθιστόρημα απευθύνεται βασικά στους αναγνώστες των αστικών κύκλων, κι όχι των κύκλων που συν­δέονται στενά με μας* για τούτο και πιστεύω πως το σοσια­λιστικό μυθιστόρημα τότε μόνο πραγματώνει την αποστο­λή του στο ακέραιο, όταν — με την πιστή περιγραφή των πραγματικών καταστάσεων — καταρρίπτει τις συμβατικά κυρίαρχες αυταπάτες, κλονίζει την αισιοδοξία του αστικού κόσμου, γεννάει αναπόφευκτα την αμφιβολία για το αιώνιο κύρος όλων αυτών που υπάρχουν, χωρίς να δίνει άμεσα καμιά λύση — απεναντίας, σε μερικές περιπτώσεις, δίχως καν να παίρνει ξεκαθαρισμένη θέση. Υπάρχουν πλήθος αποδείξεις πως γνωρίζετε με ακρίβεια τους χωρικούς της Αυστρίας και τη βιεννέζικη «κοινωνία» — που παρουσιά­ζετε με τόση ζωντάνια —κι ακόμα για το ότι ξέρετε να χει­ρίζεστε τα θέματά σας με κείνη τη λεπτή ειρωνεία που αποδείχνει την κυριαρχία του ποιητή πάνω στο δημιούργημά του, πράγμα που δείξατε και στον Stefan…

πηγή Κείμενα για τη λογοτεχνία και την τέχνη, Μαρξ-΄Ενγκελς, παρ. C. Salinary, εκδ. Εξάντας

Advertisements