9 Σεπτέμβρη 1940 (Σύντομη σημείωση)

Υπάρχουν εδώ διάφορα ζητήματα, αυτά τα ζητήματα έχουν σοβαρή σημασία για την ανάπτυξη της λογοτεχνίας.

Στην αρχή θέλω να μιλήσω για ένα ζήτημα που δεν έχει άμεση σχέση με το σενάριο του Αβντέγιενκο, για την προσέγ­γιση της λογοτεχνίας.

Υπάρχει η προσέγγιση της λογοτεχνίας από τη σκοπιά της ειλικρίνειας, της αντικειμενικότητας της. Σημαίνει άραγε αυ­τή η ειλικρίνεια και η αντικειμενικότητα ότι ο λογοτέχνης μπο­ρεί να είναι και πρέπει να είναι αμερόληπτος, απλώς να αντι­γράφει σχέδιο, να φωτογραφίζει; Μπορούμε να εξισώνουμε το ζωντανό άνθρωπο, το λογοτέχνη, που θέλει να είναι ειλικρινής και αντικειμενικός, μπορούμε να τον εξισώσουμε με τη φωτο­γραφική μηχανή; Δεν πρέπει με κανέναν τρόπο. Επομένως, η φιλαλήθεια, η αντικειμενικότητα δεν πρέπει να είναι απαθής, αλλά ζωντανή. Ο συγγραφέας είναι ζωντανός άνθρωπος, κά­ποιον από τους ήρωές του συμπαθεί, κάποιον αντιπαθεί. Επο­μένως, η ειλικρίνεια και η αντικειμενικότητα είναι ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα που εξυπηρετεί κάποια τάξη. Ο Πλεχάνοφ έλεγε ότι η λογοτεχνία δεν μπορεί να είναι προκατειλημ­μένη – μονόπλευρη και όταν το αποκρυπτογράφησε αυτο, προέκυψε ότι η λογοτεχνία πρέπει να εξυπηρετεί κάποια τάξη, κάποια κοινωνία. Γι’ αυτό η λογοτεχνία δεν μπορεί να είναι κάποια φωτογραφική μηχανή. Δεν πρέπει να εννοείται έτσι η ειλικρίνεια. Δεν μπορεί να υπάρχει λογοτεχνία χωρίς πάθος, αυτή πάντα κάποιον συμπαθεί, κάποιον μισεί. Θεωρώ ότι απ’ αυτή τη σκοπιά και πρέπει να εκτιμούμε τη λογοτεχνία – από τη σκοπιά της ειλικρίνειας και της αντικειμενικότητας.

Είναι άραγε απαραίτητο να μας παρουσιάζουν τα έργα τον εχθρό μόνο με την κυριότερη, αρνητική του μορφή; Αυτό είναι σωστό ή λάθος; Δεν είναι σωστό. Υπάρχει διαφορετικό ύφος να γράφει κανείς, για παράδειγμα, το ύφος του Γκόγκολ ή του Σέξπιρ. Αυτοί παρουσιάζουν αξιόλογους ήρωες – αρνητικούς και θε­τικούς. Όταν διαβάζεις τον Γκογκόλ ή τον Γκριμπογιέντοφ, βρίσκεις ήρωες με αρνητικά χαρακτηριστικά μόνο. Όλα τα αρ­νητικά χαρακτηριστικά συγκεντρώνονται σ’ ένα πρόσωπο. Θα προτιμούσα ένα άλλο ύφος γραφής – το ύφος του Τσέχοφ, ο οποίος δεν παρουσιάζει αξιόλογους ήρωες, παρουσιάζει, όμως, «γκρίζους» ανθρώπους, που απεικονίζουν τη βασική ροή της ζωής. Αυτό είναι ένα άλλο ύφος γραφής.

Θα προτιμούσα η λογοτεχνία μας να μην παρουσιάζει τους εχθρούς σαν τέρατα, αλλά σαν ανθρώπους εχθρικούς προς την κοινωνία μας, που, όμως, δε στερούνται ορισμένων ανθρώπι­νων χαρακτηριστικών. Ο τελευταίος παλιάνθρωπος έχει κά­ποια ανθρώπινα χαρακτηριστικά, κάποιον αγαπάει, κάποιον σέβεται, για χάρη κάποιου θέλει να θυσιαστεί, θα προτιμούσα οι συγγραφείς μας να απεικονίζουν τους εχθρούς με τέτοια μορ­φή, δυνατούς εχθρούς. Ποιο, λοιπόν, πλεονέκτημα θα έχουμε, εάν κάναμε θόρυβο, εάν υπήρχε ταξική πάλη, η πάλη του κα­πιταλισμού με το σοσιαλισμό και ξαφνικά αποδείχτηκε ότι συ­ντρίψαμε έναν κακομοίρη. Και οι εχθροί έκαναν πολύ θόρυβο, δεν ήταν και τόσο αδύνατοι. Μήπως δεν υπήρχαν μεταξύ τους δυνατοί άνθρωποι; Γιατί ο Μπουχάριν, ό,τι τέρας κι αν ήταν, να μην παρουσιαστεί έτσι που να έχει και κάποια ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Ο Τρότσκι είναι εχθρός, αλλά ήταν ικανός άνθρωπος, αναμφισβήτητα, πρέπει να παρουσιαστεί ως εχθρός, που, όμως, δεν έχει μόνο αρνητικά χαρακτηριστικά.

Χρειαζόμαστε μια ειλικρινή λογοτεχνία, που να περιγράφει τον εχθρό με πληρότητα – όχι μόνο τα αρνητικά, αλλά και τα θετικά χαρακτηριστικά που είχε, για παράδειγμα, επιμονή, συνέπεια, τόλμη να πάει κόντρα στην κοινωνία. Και το ζήτημα δεν είναι ότι ο σ. Αβντέγιενκο παρουσιάζει τους εχθρούς όπως αρμόζει, αλλά το ότι τους νικητές που συνέτριψαν τους εχθρούς, οδήγησαν πίσω τους ολόκληρη τη χώρα τους αφήνει κατά μέ­ρος, δεν έχει αρκετά χρώματα γι’ αυτούς. Να ποιο είναι το ζή­τημα. Σ’ αυτό βρίσκεται η βασική μη αντικειμενικότητα και έλ­λειψη ειλικρίνειας.

Ειπώθηκαν πολλά εδώ για το ότι δεν πρέπει να ικανοποι­ούνται οι ιδιοτροπίες των νέων, αρχάριων συγγραφέων, δεν πρέ­πει να προωθούνται νωρίς, γιατί απ’ αυτό ζαλίζονται και χα­λάνε. Αυτό είναι, φυσικά, σωστό, αλλά δεν πρέπει να καλλιερ­γείται και κάποιο συντεχνιακό πνεύμα στην επαγγελματική λο­γοτεχνία.

Παλιότερα έβλεπαν τα πράγματα έτσι: και ο μαθητής μπο­ρεί να είναι ικανός, αλλά του έχει οριστεί μια χρονική προθε­σμία. Ο κάλφας μπορεί να είναι τρία κεφάλια πιο ψηλά από το μάστορα, αλλά αφού έχει οριστεί μια χρονική προθεσμία οφείλει και να τελειώσει. Μετά του δίνουν ένα χαστούκι και τον μυ­ούν μάστορα. Και σεις, αγαπητοί σύντροφοι, μια τέτοια φιλο­σοφία κηρύσσετε; Κι αν βρεθούν νέοι άνθρωποι, οι οποίοι ως προς το ταλέντο, ως προς την κλίση δεν είναι χειρότεροι από ορισμένους παλιούς συγγραφείς, τι θα τους κάνετε θα τους μα­ρινάρετε; Έτσι θα σακατέψετε ικανούς ανθρώπους, στους οποί­ους «ο θεός έδωσε το χάρισμα» που θέλουν να αναπτυχθούν.

Οφείλετε να τους αναπτύσσετε, πρέπει να τους προσέχετε, να τους φροντίζετε, όπως ο κηπουρός φροντίζει τα φυτά. Πρέπει να τους βοηθάτε, πρέπει να σπάσει το συντεχνιακό πνεύμα. Πρέ­πει να μπει τέρμα σ’ αυτές τις συντεχνιακές παραδόσεις, διαφορετικά δε θα είναι ποτέ δυνατό να προωθούνται οι άνθρωποι.

Πάρτε τον καλύτερο στρατηλάτη της χώρας μας – τον Σου­βόροφ. Ήταν μοναρχικός, φεουδάρχης, αριστοκράτης, κόμης, αλλά η πρακτική του έδειξε ότι πρέπει να σπάσουν ορισμένα ερείσματα και προωθούσε τους ανθρώπους, που είχαν διακριθεί στις μάχες. Και μόνο σαν αποτέλεσμα αυτού ο Σουβόροφ δημιούργησε γύρω του μια ομάδα που έσπασε αυτά τα ερεί­σματα. Τον αντιπαθούσαν, γιατί παραβίαζε τις συντεχνιακές παραδόσεις. Έλεγαν: να, αυτός, δεν είναι πολύ ικανός στρα­τιωτικός διοικητής, αλλά, επιτρέψτε, έχει ένα τέτοιο όνομα, τέτοιες σχέσεις στην αυλή, είναι τόσο ευχάριστος, πώς, λοιπόν, να μην τον αγαπάει κανείς; Ο Σουβόροφ, όμως, ανάδειχνε άγνωστους ανθρώπους, έσπαζε τα ερείσματα του συντεχνιακού πνεύματος. Γι’ αυτό και δεν τον αγαπούσαν, ωστόσο, δημιούρ­γησε γύρω του μια ομάδα ικανών ανθρώπων, καλών στρατιω­τικών διοικητών.

Το ίδιο μπορούμε να πούμε για τον Λένιν. Πώς σφυρηλα­τούσε ο Λένιν τα στελέχη; Αν έβλεπε μόνο εκείνους που 10-15 χρόνια βρίσκονταν στο κομματικό περιβάλλον σε καθοδηγητική δουλειά και άλλα και δεν πρόσεχε εκείνους τους νέους, αλλά ικανούς ανθρώπους, που φυτρώνουν σαν μανιτάρια, αν ο Λένιν δεν το πρόσεχε αυτό και δεν τσάκιζε τις παραδόσεις της προϋ­πηρεσίας, θα χανόταν.

Το κόμμα, η λογοτεχνία, ο στρατός – όλα αυτά είναι οργα­νισμοί, στους οποίους ορισμένα κύτταρα πρέπει να ανανεώνονται χωρίς να περιμένουμε πότε θα πεθάνουν τα παλιά. Αν πε­ριμένουμε, ώσπου να πεθάνουν τα παλιά και μόνο τότε να τα ανανεώσουμε, θα χαθούμε, σας διαβεβαιώνω. Με αυτές τις τρο­ποποιήσεις συμφωνώ με όσα έχουν ειπωθεί σχετικά με την ανά­δειξη της νεολαίας. Δεν πρέπει να περιορίζονται οι άνθρωποι, να κρατούνται σε μαντρί. Αφού τα παλιά στελέχη είναι λίγα. Φυ­σικά, είναι καλά να έχουμε παλιούς λογοτέχνες, είναι εύρημα, θησαυρός, αλλά τέτοιοι είναι λίγοι. Κι εμείς στο κόμμα έχουμε επίσης γέρους που ποτέ δε γερνούν στην ψυχή, που είναι ικανοί να δεχτούν κάθετι το νέο, τέτοιοι γέροι είναι λίγοι. Αν δημιουρ­γήσετε μόνο μ’ αυτούς το λογοτεχνικό μέτωπο, μόνο με τους γέ­ρους που ποτέ δε γερνούν, υπάρχουν τέτοιοι γέροι που δε γερ­νούν, τότε θα έχετε έναν πολύ μικρό στρατό και δε θα ζήσει για πολύ καιρό, γιατί τα παλιά στελέχη παρόλα αυτά πεθαίνουν. Απ’ εδώ απορρέει το ζήτημα των αρχάριων συγγραφέων.

Μίλησαν εδώ για «μαρίδα», για χιλιάδες. Και στο κόμμα έχουμε μεσαίους ανθρώπους, που κανείς δεν τους γνωρίζει. Στην ΚΕ είναι λίγο-πολύ γνωστοί, είναι άνθρωποι που για την ώρα δεν έχουν με τίποτα ξεχωρίσει, αλλά είναι ικανοί. Υπάρχουν τέ­τοιοι, με αυτούς πρέπει να ασχοληθούμε, να δουλέψουμε και απ’ αυτούς συνήθως βγαίνουν καλά στελέχη. Όλοι μας υπήρξαμε μεσαίοι, μας διόρθωσαν μια φορά, δεύτερη, όπου έπρεπε μας έκαναν υποδείξεις και από τη «μαρίδα» αναπτύχθηκαν καλά στε­λέχη. Έχουμε πολλή «μαρίδα», γι’ αυτό δεν πρέπει να την ξε­χνάμε, πρέπει να δουλέψουμε μ’ αυτή τη «μαρίδα» και να μη λέμε ότι λογαριάζεται μόνο σαν αριθμός. Δεν επιτρέπεται αυ­τό, προσβάλλει πολύ τους ανθρώπους. Χρειάζεται υπομονετι­κή δουλειά για τη διαπαιδαγώγηση αυτών των ανθρώπων, για την επιλογή τους. Αν από είκοσι άτομα βγει ένας συγγραφέας, αυτό είναι καλό. Θα έχετε τότε μια ολόκληρη στρατιά λογοτε­χνών. Η χώρα μας είναι μεγάλη και πρέπει να έχουμε πάρα πολ­λούς λογοτέχνες. Αν ο άνθρωπος είναι ικανός, ταλαντούχος, πρέπει να τον ανεβάζουμε, να τον βοηθούμε να πάει προς τα πά­νω, ίσως και με την παραβίαση του κανονισμού. Χωρίς παρα­βιάσεις καμιά φορά δε βγαίνει τίποτα.

Σχετικά με τη Βάντα Βασίλιεφσκαγια. Γιατί αρέσει το ύφος γραφής της; Έχει στα έργα της «γκρίζους», απλούς ανθρώ­πους, αφανή πρόσωπα, αλλά απεικονίζονται καλά στην καθη­μερινή ζωή, είναι επιδέξια και καλά επιλεγμένοι. Δε θεωρώ ότι είναι η πιο αξιόλογη συγγραφέας, αλλά, κατά τη γνώμη μου, είναι αρκετά ταλαντούχα και γράφει πολύ καλά. Ωστόσο, για κάποιο λόγο την αποσιωπούν. Η ίδια δε χώνεται πουθενά. Δια­βάστε τα έργα της, θα δείτε ότι είναι ταλαντούχος άνθρωπος. Έχουμε πολλούς ταλαντούχους ανθρώπους, που είναι γνωστοί. Ας πάρουμε έστω τον Πανφιόροφ. Έχει καλά κομμάτια, αλλά ο άνθρωπος γενικά μπορεί να γράφει, όταν δουλεύει πάνω στον εαυτό του. Ο Πανφιόροφ είναι γνωστός, αλλά σας βεβαιώνω ότι η Βάντα Βασίλιεφσκαγια θα μπορούσε να σταθεί πιο ψηλά από τον Πανφιόροφ, αλλά μ’ αυτή κανείς δεν ασχολείται.

Τώρα σχετικά με το σύντροφο Αβντέγιενκο. Βλέπετε, είπα ήδη, ότι το ζήτημα δεν είναι ότι παρουσιάζει τύπους εχθρών ή φίλων των εχθρών μας με την αρμόζουσα μορφή, όχι σαν τέ­ρατα, αλλά σαν ανθρώπους, ο οποίοι έχουν ορισμένα καλά χαρακτηριστικά, διότι χωρίς αυτά δεν υπάρχει κανένας άνθρωπος. Ο πιο τελευταίος παλιάνθρωπος, αν τον κοιτάξουμε προσεκτικά, έχει καλά χαρακτηριστικά, για παράδειγμα, μπορεί να βά­λει το κεφάλι του για το φίλο του. Επομένως, το ζήτημα δεν εί­ναι ότι ο Αβντέγιενκο παρουσιάζει καλά τους εχθρούς μας, αλλά ότι οι άνθρωποι, που ξεσκέπασαν αυτούς τους εχθρούς, δεν απεικονίζονται σαν σοβιετικοί άνθρωποι. Δε γίνεται έτσι εύκο­λα η δουλειά. Στη χώρα μας, για παράδειγμα, περίπου 25-30 εκατομμύρια άνθρωποι στο παρελθόν πεινούσαν, το ψωμί δεν έφτανε, τώρα, όμως, άρχισαν να ζούνε καλά. Οι εχθροί μέσα στο κόμμα λογάριαζαν έτσι: θα δώσουμε αυτό στους Γερμα­νούς, αυτό στους Ιάπωνες, για μας φτάνει η γη για μια ζωή. Σε μας, όμως, τα πράγματα πήγαν αντίθετα – δε δίνουμε τί­ποτα σε κανέναν, απεναντίας, διευρύνουμε το μέτωπο του σο­σιαλισμού. Μήπως είναι άσχημο αυτό; Μήπως είναι κακό αυ­τό από την άποψη της ισορροπίας της πάλης των δυνάμεων για την ειρήνη στον κόσμο; Διευρύνουμε το μέτωπο της οικοδόμη­σης του σοσιαλισμού, αυτό είναι ευνοϊκό για την ανθρωπότητα. Ευτυχισμένους θεωρούν τους εαυτούς τους οι Λιθουανοί, οι δυ­τικοί Λευκορώσοι, οι Μολδαβοί και άλλοι που τους απαλλάξα­με από το ζυγό των τσιφλικάδων, των καπιταλιστών, των αστυ­νομικών και από κάθε άλλη λέρα. Αυτό από την άποψη των λα­ών. Και από την άποψη της πάλης των δυνάμεων σε παγκόσμια κλίμακα, ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό είναι ένα μεγάλο πλεονέκτημα, γιατί διευρύνουμε το μέτωπο του σο­σιαλισμού και περιορίζουμε το μέτωπο του καπιταλισμού. Στον Αβντέγιενκο όμως οι άνθρωποι, που πρέπει να αγωνιστούν, πα­ρουσιάζονται σαν κακομοίρηδες, γκρίζοι. Πώς, λοιπόν, θα μπο­ρούσαν τέτοιοι άνθρωποι να συντρίψουν τους εχθρούς; Όλη η αμαρτία του Αβντέγιενκο συνίσταται στο ότι αφήνει στη σκια τον αδελφό μας μπολσεβίκο και ότι ο Αβντέγιενκο δεν έχει αρ­κετά χρώματα γι’ αυτόν. Παρατήρησε τόσο καλά τους εχθρούς μας, τόσο καλά τους γνώρισε, που μπορεί να τους περιγράφει τόσο από την αρνητική όσο και από τη θετική πλευρά. Τη δική μας, όμως, πραγματικότητα δεν την κοίταξε προσεκτικά. Δύσκολο να το πιστέψει κανείς, αλλά δεν την κατάλαβε, δεν την πρόσεξε.

Ας πάρουμε την ίδια την ταινία Νόμος της ζωής. Γιατί «Νό­μος», ο Αβντέγιενκο δεν εξήγησε. Τι θέλατε να πείτε; «Να, εσείς, κύριοι μπολσεβίκοι, ό,τι κι αν λέτε, όμως μια τέτοια αγά­πη, όπως εγώ την εννοώ, υπάρχει, και θα πετύχει το σκοπό της, γιατί αυτό είναι νόμος της ζωής.» Να το πει αυτό μέχρι τέλους δεν είχε το κουράγιο, αλλά όποιος ξέρει να σκέφτεται, καταλα­βαίνει τι είναι αυτό. Ο Ογκνερούμποφ του Αβντέγιενκο είναι παλικάρι, αετός, έπεσε θύμα της βλακείας, του πλήθους. Συμ­βαίνει, τάχα, έτσι. Ήρωες πέφτουν. Μεγαλοφυείς άνθρωποι βρίσκονται σε περιορισμένο περιβάλλον. Ένας πραγματικός Τσάτσκι που τον έπνιξε το περιβάλλον. Θα ήθελα να ξέρω ποιον από τους ήρωές του συμπαθεί ο Αβντέγιενκο. Πάντως, όχι τους μπολσεβίκους. Γιατί, λοιπόν, τότε, δεν είχε αρκετά χρώματα να παρουσιάσει πραγματικούς ανθρώπους. Από πού προέκυψαν οι Τσκάλοφ; Από πού, λοιπόν, εμφανίστηκαν, για­τί από τον ουρανό δεν πέφτουν; Διότι υπάρχει ένα περιβάλλον που βγάζει τέτοιους ανθρώπους. Γιατί ο Αβντέγιενκο δεν έχει αρκετά χρώματα για να παρουσιάσει καλούς ανθρώπους, για να δείξει πώς οικοδομείται η νέα ζωή; Γιατί δεν έχει χρώματα για να απεικονίσει τη ζωή μας; Γιατί δε τη συμπαθεί. Θα πεί­τε ότι υπερβάλλω. Θα ήθελα να κάνω λάθος, αλλά, κατά τη γνώμη μου, είναι ζήτημα αν συμπαθεί τους μπολσεβίκους.

Βλέπετε, πολλές φορές τον διόρθωσαν, του έκαναν υποδεί­ξεις. Όλο τα ίδια και τα ίδια. Αυτός κάνει τα δικά του. Μέσα του ζει ένα ξένο στρατόπεδο, ενώ το δικό μας στρατόπεδο είναι κάπου στη σκιά.

Τώρα η ταινία Νόμος της Ζωής. Το ίδιο ακριβώς. Πώς έγινε αυτό; Είναι λάθος; Όχι, δεν είναι λάθος.

Άνθρωπος με αυτοπεποίθηση, γράφει νόμους της ζωής για τους ανθρώπους, σχεδόν έχει την αξίωση του μονοπωλίου της διαπαιδαγώγησης της νεολαίας. Αν δεν τον προειδοποιούσαν, δεν τον διόρθωναν, θα ήταν άλλο πράγμα, αλλά υπήρξαν εδώ προειδοποιήσεις και από μέρους της ΚΕ και κριτική στην Πράβντα, αλλά αυτός συνεχίζει τη δουλειά του.

Πρωτοδημοσιεύται

Πηγή 14 τόμος Απάντων Στάλιν, Σύγχρονη Εποχή

Advertisements