sm
{Το κείμενο αποτελεί την εισαγωγή της παρέμβασης του Ζντάνοφ για τη μουσική ενώ σε επόμενη ανάρτηση θ’ ανέβει η συνέχεια που αφορά την κριτική του σε γνωστούς σοβιετικούς συνθέτες όπως οι Σοστακόβιτς, Προκόφιεφ, Χατσατουριάν, Καμπαλέφσκι}

(Στα μέσα του Γενάρη του 1948 έγινε στην ΕΣΣΔ, στην έδρα της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος των Μπολσεβίκων, μια συνδιάσκεψη των σοβιετικών μουσικών, όπου συμμετείχαν πάνω από 70 συνθέτες, διευθυντές ορχήστρας, μουσικοί κριτικοί και καθηγητές της μουσικής. Η συνδιάσκεψη ύστερα από συζήτηση πάνω στην όπερα του Μουραντέλι, »Η μεγάλη φιλία», εξέτασε τα προβλήματα τησ ανάπτυξης της σοβιετικής μουσικής στο σύνολό της.

Στην εισήγησή του ο Α. Ζντάνοφ έκανε πρώτα μια βαθιά κριτική ανάλυση του λιμπρέτου της όπερας » Η μεγάλη φιλία» και έδειξε τι έκδηλα αντιιστορικό περιέχει.

Τα παρακάτω είναι τα σπουδαιότερα αποσπάσματα από το λόγο του Α. Ζντάνοφ)

Μερικά λόγια για το λιμπρέτο. Το  λιμπρέτο αυτής της όπερας είναι τεχνητό και τα γεγονότα που θέλει να δώσει είναι ανακριβή και λεθεμένα από άποψη ιστορική.

Να με δύο λόγια για τι πρόκειται. Η όπερα τούτη είναι αφιερωμένη στην πάλη που έγινε για τη φιλία των λαών του Βόρειου Καυκάσου στα 1918-1920. Οι λαοί του Καύκασου- από τους οποίους η όπερα θέλει να παρουσιάσει τους οσσέτους, τους λεσγούς και τους γεωργιανούς- με τη βοήθεια ενός επιτρόπου που στάλθηκε από τη Μόσχα, περνούν από τον αγώνα ενάντια στο ρούσικο λαό, και ιδιαίτερα στους κοζάκους, σε ειρήνη και φιλία μαζί τους.

Εδώ το ιστορικό λάθος είναι να λες πως οι λαοί αυτοί είχαν εχθρότητα με το ρούσικο, λαό, ενώ ποτέ δεν είχαν τέτοια εχθρότητα. Εντελώς αντίθετα, στην ιστορική περίοδο ακριβώς που αναφέρεται αυτή η όπερα ο ρούσικος λαός και ο κόκκινος στρατός μαζί με τους οσσέτους, τους λεσγούς και τους γεωργιανούς τσάκιζαν τις δυνάμεις της αντεπανάστασης, βάζανε τα θεμέλια της σοβιετικής εξουσίας στο Βόρειο Καύκασο και έφερναν την ειρήνη και τη φιλία στους λαούς. Την εποχή εκείνη εμπόδιο στη φιλία των λαών ήταν οι τσεστέντσοι κι οι ινγκούσοι.

Επομένως τον καιρό εκείνο οι τσεστέντσοι κι οι ινγκούσοι έσπερναν το μίσος ανάμεσα στις εθνότητες, και να που, στη θέση τους, παρουσιάζουν στο κοινό τους οσσέτους και τους γεωργιανούς! Αυτό είναι χοντροκομμένο ιστορικό λάθος. Είναι πλαστογράφηση της ιστορίας, είναι εγκληματική πράξη ενάντια στην ιστορική αλήθεια.

……………………………………………………………………………………………..

Αν και σε τούτη την όπερα πρόκειται για μια εποχή πολύ ενδιαφέρουσα, για την εποχή της εγκαθίδρυσης της εξουσίας των Σοβιέτ στο Βόρειο Καύκασο, μ’ όλο το πολύπλοκο των πολυεθνικών εθίμων του και με όλη την ποικιλία των μορφών της πάλης των τάξεων, και ενώ με αυτούς τους όρους η όπερα τούτη έπρεπε να δώσει πλέρια τη ζωή, τη γόνιμη σε περιστατικά, και τα έθιμα των λαών του Βόρειου Καυκάσου, η μουσική της μένει πολύ μακριά από τη λαϊκή δημιουργία των λαών του Βόρειου Καύκασου.

Αν και οι κοζάκοι παρουσιάζονται στη σκηνή- και παίζουν μεγάλο ρόλο στην όπερα- ούτε η μουσική, ούτε τα τραγούδια δεν έχουνε τίποτε τυπικό από τους κοζάκους, από τα τραγούδια τους και τη μουσική τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τις λαότητες των βουνών. Αν και στη διάρκεια της δράσης χορεύουν ένα λεσγιακό χορό, η μελωδία του δε θυμίζει σε τίποτε τις τόσο γνωστές και λαοφιλείς μελωδίες των λεσγών. Ο συνθέτης αναζητώντας την πρωτοτυπία έγραψε για το χορό του μια μουσική δυσνόητη, βαρετή και πολύ λιγότερο όμορφη και πλούσια σε περιεχόμενο από τη συνηθισμένη λαϊκή λεσγιακή μουσική.

…………………………………………………………………………………………….

Επιτρέψτε μου πρώτα να κάνω μερικές παρατηρήσεις σχετικά με το χαρακτήρα της συζήτησης που γίνεται εδώ.

Η γενική εκτίμηση της κατάστασης στο πεδίο της μουσικής δημιουργίας ανάγεται σε τούτη τη διαπίστωση: Δεν πάμε περίφημα. Εκφράστηκαν, είναι αλήθεια, διάφορες αποχρώσεις στη διάρκεια των ομιλιών. Μερικοί είπαν ότι κουτσαίνει κυρίως σχετικά με την οργάνωση, έδειξαν την ανεπάρκεια της κριτικής και της αυτοκριτικής και κατάγγειλαν τις λαθεμένες μέθοδες καθοδήγησης, ιδιαίτερα στην Ένωση των συνθετών. Άλλοι, συμφωνόντας με την κριτική για την οργάνωση και το καθεστώς που βασιλεύει στις οργανώσεις, τόνισαν τι πάει άσχημα στον ιδεολογικό προσανατολισμό της σοβιετικής μουσικής. Άλλοι πάλι προσπάθησαν να αποκρύψουν την οξύτητα της κατάστασης και να αποσιωπήσουν τα δυσάρεστα ζητήματα. Όπως όμως κι αν εκφράστηκαν οι αποχρώσεις αυτές, ο γενικός τόνος της συζήτησης συνοψίζεται στη διαπίστωση ότι δεν πάμε διόλου καλά.

Δε σκοπεύω να κάνω παραφωνία ή »ατονικότητα» σ’ αυτή την εκτίμηση, αν και η »ατονικότητα» είναι της μόδας σήμερα. Η κατάσταση είναι πραγματικά πολύ άσκημη. Μου φαίνεται ότι είναι χειρότερη από ό,τι λέγεται εδώ. Δε σκοπεύω να αρνηθώ τις επιτυχίες που είχε η σοβιετική μουσική. Υπάρχουν, βέβαια αλλά αν βάλουμε με το νου μας τις επιτυχίες θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να έχουμε στον τομέα της μουσικής, αν συγκρίνουμε ακόμα τις επιτυχίες που είχαμε στον τομέα αυτό, με άλλους ιδεολογικούς τομείς, πρέπει να ομολογήσουμε πως είναι ολότελα ασήμαντες. Αν πάρουμε πχ. τη λογοτεχνία, θα δούμε σήμερα μερικά περιοδικά να περνάν πραγματικές δυσκολίες γιατί δεν καταφέρνουν πια να έχουν χώρο για όλα τα χειρόγραφα τα άξια για δημοσίευση, που έχουν στα συρτάρια τους. Φαίνεται ότι κανένας από τους ομιλητές δε μπόρεσε να παινευτεί για μια τέτοια υπερπαραγωγή στη μουσική. Υπάρχει πρόοδος στον τομέα του κινηματογράφου και των δραματικών έργων. Στον τομέα όμως της μουσικής δεν υπάρχει ούτε η παραμικρή αισθητή πρόοδος.

Η μουσική βρίσκεται σε καθυστέρηση,- σ’ αυτό τον τόνο έγιναν όλες οι ομιλίες. Τόσο στην Ένωση των συνθετών, όσο και στην Επιτροπή Τεχνών δημιουργήθηκε μια κατάσταση φανερά αφύσικη. Για την Επιτροπή Τεχνών μίλησαν λίγο και δεν της έγινε αρκετή κριτική. Εν πάση περιπτώσει μίλησαν πολύ περισσότερο και με δριμύτερο τρόπο για την Ένωση των συνθετών. Και ωστόσο η Επιτροπή Τεχνών έπαιξε ένα πολύ άσκημο ρόλο. Παρασταίνοντας ότι υπερασπίζει μ’ όλες τις δυνάμεις της τη ρεαλιστική τάση στη μουσική, η Επιτροπή ευνόησε μ’ όλους τους τρόπους τη φορμαλιστική τάση, εγκωμιάζοντας όλους τους εκπροσώπους της και έτσι ακριβώς έκανε δυνατή την αποδιοργάνωση και το μπάσιμο της ιδεολογικής σύγχισης στις γραμμές των συνθετών μας. Κι ακόμα, η Επιτροπή, όντας αμόρφωτη και αναρμόδια στα μουσικά ζητήματα, έγινε ουρά των συνθετών της φορμαλιστικής παρέας.

Σύγκριναν εδώ την οργανωτική επιτροπή της Ένωσης των συνθετών με μοναστήρι, ή με στρατηγούς χωρίς στρατό. Δεν είναι ανάγκη να αμφισβητήσουμε αυτές τις διαπιστώσεις. Αν η σοβιετική μουσική δημιουργία κατάντησε να είναι προνόμιο ενός πολύ κλειστού κύκλου από ιθύνοντες συνθέτες και κριτικούς, από κριτικούς που διαλέγονται σύμφωνα με την αρχή της υποστήριξης των αρχηγών και που δημιουργούν γύρω από τους συνθέτες μια μεθυστική ατμόσφαιρα λατρείας, αν δεν συζητάμε καθόλου για τη δουλειά, αν στην Ένωση των συνθετών υπάρχει μια ατμόσφαιρα απομόνωσης, μούχλας, όπου διακρίνουμε τους συνθέτες της πρώτης και της δεύτερης σειράς, αν ο τόνος που κυριαρχεί μέσα στις συνδιασκέψεις της Ένωσης των συνθετών  είναι η κατανυχτική σιωπή ή οι ευλαβικοί έπαινοι στους εκλεχτούς, αν η καθοδήγηση της Οργανωτικής επιτροπής είναι ξεκομμένη από τη μάζα των συνθετών- τότε δε μπορεί να μην αναγνωρίσει κανείς πως η κατάσταση στο μουσικό »Όλυμπο» έχει γίνει απειλητική.

Ταιριάζει να πούμε δυο λόγια ξεχωριστά για το σφαλερό προσανατολισμό της κριτικής και για την απουσία κάθε συζήτησης για τη δουλειά στην Ένωση των συνθετών. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει συζήτηση για τη δουλειά, που δεν υπάρχει κριτική και αυτοκριτική, δεν υπάρχει ούτε κίνηση προς τα μπρος. Η συζήτηση για τη δουλειά και μια ανεξάρτητη αντικειμενική κριτική-αυτό έχει γίνει σήμερα αξίωμα- είναι ο σημαντικότερος όρος της δημιουργικής προόδου. Εκεί όπου δεν υπάρχει κριτική και συζήτηση για τη δουλειά, στερεύουν και οι πηγές οι ίδιες της κίνησης, δημιουργείται μια ατμόσφαιρα θερμοκηπίου, μούχλας και αποτελμάτωσης που δεν οφελεί καθόλου τους συνθέτες μας. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι άνθρωποι που για πρώτη φορά συμμετέχουν σε μια συνδιάσκεψη για τα ζητήματα της μουσικής βρίσκουν παράδοξο ότι μπορούν να διαιωνίζονται τόσο ανειρήνευτες αντιθέσεις ανάμεσα στο πολύ συντηρητικό καθεστώς που επικρατεί στην οργάνωση της Ένωσης των συνθετών και στις λεγόμενες υπερπροοδευτικές ιδέες των τωρινών καθοδηγητών στο πεδίο της ιδεολογίας και της δημιουργίας. Ξέρουμε ότι η καθοδήγηση της Ένωσης έγραψε στη σημαία της συνθήματα γεμάτα υποσχέσεις, όπως η έκληση στο καινοτόμο πνεύμα, η απόρριψη των ξεπερασμένων παραδόσεων, η πάλη ενάντια στον »επιγονισμό» κλπ. Είναι όμως περίεργο ότι τα ίδια πρόσωπα που θέλουν να φαίνονται πολύ ριζοσπαστικά, ακόμα και υπερεπαναστατικά στο δημιουργικό τους πρόγραμμα, που διεκδικούν το ρόλο του γκρεμιστή των παλιωμένων κανόνων- ότι τα ίδια αυτά πρόσωπα, όταν παίρνουν μέρος στη δράση της Ένωσης των συνθετών αποκαλύπτονται εξαιρετικά οπισθοδρομικοί, αδιαπέραστοι στις καινοτομίες και τις αλλαγές, συντηρητικοί στις μέθοδές τους δουλιάς και καθοδήγησης και συχνά στα ζητήματα της οργάνωσης υποκλίνονται στις χειρότερες παραδόσεις και στον »επιγονισμό», που τόση κατακραυγή σήκωσαν εναντίον του, καλλιεργώντας τις πιο στενόμυαλες και ξεφτισμένες μέθοδες όταν πρόκειται να διευθύνουν τη ζωή και τη δράση της ίδιας τους της ομάδας.

Είναι εύκολο να εξηγήσουμε πως γίνεται αυτό. Όταν μια πομπώδικη φρασεολογία για τις λεγόμενες νέες τάσεις της σοβιετικής μουσικής συμβαδίζει με πράξεις που δεν είναι καθόλου πρωτοποριακές, αυτό και μόνο φτάνει να προξενήσει μια δίκαιη αμφιβολία για τον προοδευτικό χαρακτήρα των ιδεολογικών βάσεων όπου στηρίζονται τόσο αντιδραστικές μέθοδες.

Σε όλα τα πράγματα, έχει μεγάλη σημασία η οργάνωση, το καταλαβαίνετε περίφημα. Πρέπει- είναι φανερό- να φυσήξει για καλά καθαρός αέρας στην οργάνωση των συνθετών και των μουσικών, πρέπει μια πνοή δροσερή να εξαγνίσει την ατμόσφαιρα ώστε να δημιουργηθούν φυσιολογικές συνθήκες για τη δημιουργική δουλειά.

πηγή ΑΝΤΡΕΪ ΖΝΤΑΝΟΦ- Για τη λογοτεχνία, για τη φιλοσοφία και για τη μουσική, Εκδοτικό ”Νέα Ελλάδα”

Advertisements