Το οργανωτικό όμως ζήτημα, όσο σοβαρό και αν είναι, δεν είναι το βασικό. Το βασικό ζήτημα είναι ο προσανατολισμός της σοβιετικής μουσικής. Η συζήτηση που έγινε εδώ ξεγλιστρά κάπως από το πρόβλημα, και αυτό δεν είναι σωστό. Αν στη μουσική ζητάτε την καθαρή μουσική φράση, το ίδιο στο ζήτημα του προσανατολισμού της μουσικής μας, πρέπει να ζητάμε να φτάνουμε στη σαφήνεια. Στο ερώτημα: υπάρχουν δυο τάσεις στη μουσική;- η συζήτηση δίνει μια απόλυτα σαφή απάντηση: μάλιστα, ακριβώς γι’ αυτό πρόκειται. Αν και μερικοί σύντροφοι προσπάθησαν να μην πούνε τα πράγματα με τ’ όνομά τους και αν και το πήγαν λάου-λάου, είναι φανερό ότι γίνεται πάλη ανάμεσα στις τάσεις, και είναι έκδηλες οι προσπάθειες που γίνονται για να αντικατασταθεί μια κατεύθυνση με μια άλλη.

Ταυτόχρονα μερικοί συντροφοί μας ισχυρίστηκαν ότι δεν υπάρχει λόγος να μπει το ζήτημα της πάλης ανάμεσα στις τάσεις, ότι δεν έγινε καμιά ποιοτική αλλαγή, ότι βρισκόμαστε μόνο μπροστά στην ανάπτυξη της κλασικής κληρονομιάς στις συνθήκες του σοβιετικού περιβάλλοντος. Είπαν ότι δεν υπήρχε καμιά αναθεώρηση των βάσεων της κλασικής μουσικής και ότι συνεπώς δεν υπάρχει ζήτημα για συζήτηση, ότι είναι μάταιο να γίνεται θόρυβος. Το πρόβλημα, το πολύ, θα περιοριζόταν σε διορθώσεις ξεχωριστών λεπτομεριακών περιπτώσεων υπερβολικού θαυμασμού της τεχνικής, μεμονομένων λαβών νατουραλιστικού χαρακτήρα κλπ. Ακριβώς γιατί έγινε ένα καμουφλάρισμα τέτοιου είδους, πρέπει να επεκταθούμε περισσότερο σε λεπτομέρειες για την πάλη των δύο τάσεων. Δεν πρόκειται προφανώς μόνο για διορθώσεις, δε φτάνει να λέμε ότι υπάρχει μια χαραμάδα στη σκεπή του Ωδείου και ότι πρέπει να την κλείσουμε- και δε μπορεί να μη συμφωνήσει κανείς σ’ αυτό με το σύντροφο Σεμπάλιν, αλλά η τρύπα δε βρίσκεται μονάχα στη στέγη του Ωδείου- αυτό θα διορθωνόταν γρήγορα. Σχηματίστηκε ένα πολύ σοβαρότερο ρήγμα στα ίδια τα θεμέλια της σοβιετικής μουσικής. Δεν υπάρχουν δύο απόψεις πάνω σε αυτό κι όλοι οι ρήτορες το είπαν: στη δράση της Ένωσης των συνθετών τον καθοδηγητικό ρόλο τον παίζει σήμερα μια περιορισμένη ομάδα συνθετών. Πρόκειται για τους συντρόφους Σοστακόβιτς, Προκόφιεφ, Μιασκόφσκι, Χατσατουριάν, Ποπόφ, Καμπαλέφσκι, Σεμπάλιν. Ποιον θέλετε να βάλουμε ακόμα πλάι σ’ αυτούς τους συντρόφους;

Κάποιος φωνάζει: Το »Σαπόριν» (ο Ζντάνοφ συνεχίζει).

Όταν μιλάμε για καθοδηγητική ομάδα που κρατά όλα τα νήματα και όλα τα κλειδιά της »Εκτελεστικής επιτροπής των τεχνών» αυτά είναι τα ονόματα που αναφέρονται πιο συχνά. Θα παραδεχτούμε πως οι σύντροφοι αυτοί είναι τα κύρια καθοδηγητικά πρόσωπα της φορμαλιστικής τάσης στη μουσική. Κι η τάση αυτή είναι ολότελα λαθεμένη.

Οι σύντροφοι που αναφέραμε πήραν κι αυτοί το λόγο εδώ και είπαν ότι κι αυτοί επίσης δεν είναι ευχαριστημένοι που στην Ένωση των συνθετών δεν υπάρχει ατμόσφαιρα κριτικής, ότι τους επαινούν υπερβολικά, ότι νιώθουν κάποιο χαλάρωμα στη σύνδεσή τους με τα στελέχη της βάσης των συνθετών, με τους ακροατές κτλ. Για να διαπιστωθούν όμως αυτές οι αλήθειες δε χρειαζόταν, βέβαια, να ακούσουμε μια αποτυχημένη όπερα. Οι ομολογίες αυτές θα έπρεπε να έχουν γίνει πολύ πιο νωρίς. Κατά βάθος, γι’ αυτήν την καθοδηγητική ομάδα των συνθετών μας της φορμαλιστικής παρέας, το καθεστώς που βασίλευε μέχρι τώρα στις οργανώσεις των μουσικών δεν ήταν για να μετριάσω την έκφραση μου- »καθόλου δυσάρεστο». Χρειάστηκε να γίνει η συνδιάσκεψη στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος για ν’ ανακαλύψουν αυτοί οι σύντροφοι το γεγονός ότι το καθεστώς αυτό περιέχει επίσης και αρνητικές πλευρές. Όπως και αν είναι, ως την συνδιάσκεψη στην Κεντρική Επιτροπή, κανένας απ’ αυτούς ποτέ δεν πρότεινε ν’ αλλαχτεί τίποτε στην κατάσταση που υπήρχε στην Ένωση των συνθετών. Οι δυνάμεις του »τραντισιοναλισμού» (σημ. η τάση να κρατάς την παράδοση, το παλιό χωρίς επιλογή και κριτική) και του »επιγονοσμού» δρούσαν ασταμάτητα. Ειπώθηκε εδώ ότι ήρθε η στιγμή να αλλάξουν πέρα για πέρα τα πράγματα. Δε μπορεί κανείς να μη συμφωνήσει μ’ αυτό. Εφόσον τα διοικητικά πόστα της σοβιετικής μουσικής τα κατέχουν οι σύντροφοι που αναφέραμε, εφόσον αποδείχτηκε ότι οι προσπάθειες να τους γίνει κριτική θα είχαν προκαλέσει, όπως είπε εδώ ο σύντροφος Ζαχάροφ, μια έκρηξη, μια άμεση κινητοποίηση όλων των δυνάμεων ενάντια στην κριτική, πρέπει να συμπεράνουμε ότι αυτοί ακριβώς οι σύντροφοι δημιούργησαν τούτη την ανυπόφορη ατμόσφαιρα θερμοκηπίου, αποτελμάτωσης και οικογενειακότητας, που τώρα προθυμοποιούνται να ομολογήσουν πως είναι άσκημα τα πράγματα.

Οι καθοδηγητές της Ένωσης των συνθετών είπαν εδώ ότι δεν υπάρχει ολιγαρχία στην Ένωση των συνθετών. Μα τότε μπαίνει το ζήτημα: γιατί κολλάνε τόσο στα διευθυντικά πόστα της Ένωσης. Τους γοητεύει η εξουσία για την εξουσία; Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι αυτοί πήραν την αρχή στα χέρια τους γιατί τους είναι ευχάριστο να κρατούν την εξουσία για την εξουσία; τους έπιασε τέτοιο μεράκι για τη διοίκηση, θέλουν απλώς να παριστάνουν τους μικρούς πρίγκηπες, όπως ο Βλαντίμιρ Γκαλίτσκι στον »πρίγκιπα Ιγκόρ». Ή μήπως αυτή η κυριαρχία εγκαθιδρύθηκε με το σκοπό να δώσει στη μουσική έναν ορισμένο προσανατολισμό; Νομίζω ότι η πρώτη υπόθεση δε στέκει και ότι η δεύτερη είναι σωστή. Δε θα ήταν σωστό να υποστηρίζουμε πως η καθοδήγηση των υποθέσεων της Ένωσης δε συνδέεται με τον προσανατολισμό. Δε μπορούμε να απευθύνουμε μια τέτοια κατηγορία στο Σοστακόβιτς, ας πούμε. Κατά συνέπεια όταν διοικούσαν, διοικούσαν για να προσανατολίζουν.

Πραγματικά έχουμε να κάνουμε με μια οξύτατη, έστω και κάπως σκεπασμένη πάλη ανάμεσα σε δύο τάσεις. Η μια τάση εκπροσωπεί μέσα στη σοβιετική μουσική μια υγιερή προοδευτική βάση, που στηρίζεται στην αναγνώριση του τεράστιου ρόλου που παίζει η κλασική κληρονομιά και ιδιαίτερα οι παραδόσεις της ρώσικης μουσικής σχολής, στηρίζεται στο συνταίριασμα του υψηλού ιδεολογικού περιεχομένου της ρεαλιστικής αλήθειας, των βαθιών οργανικών δεσμών με το λαό, της μουσικής δημιουργίας τραγουδιού της μεγάλης επαγγελματικής μαστοριάς. Η δεύτερη τάση εκφράζει ένα φορμαλισμό ξένο προς τη σοβιετική τέχνη, παραπετά την κλασική κληρονομιά κάτω από το πρόσχημα μιας ψεύτικης προσπάθειας νεωτερισμού, παραπετά το λαϊκό χαρακτήρα της μουσικής, αρνείται να υπηρετήσει το λαό, κι όλ’ αυτά για χάρη στενών ατομικών συγκινήσεων ενός μικρού κύκλου εκλεκτών εστέτ.

Η τάση αυτή αντικαθιστά τη φυσική, όμορφη, ανθρώπινη μουσική με μια ψεύτικη, χυδαία, κάποτε απλούστατα παθολογική μουσική. Άλλη ιδιομορφία της δεύτερης τάσης είναι να αποφεύγει τις κατά μέτωπο επιθέσεις, να προτιμά να κρύβει τη ρεβιζιονιστική δράση της με τη μάσκα μιας τάχα συμφωνίας με τις βασικές θέσεις του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Οι τέτοιες μέθοδοι »λαθρεμπορίου» δεν είναι φυσικά καινούργιες.

Στην ιστορία είναι πολλά τα παραδείγματα του ρεβιζιονισμού που διακηρύχνει τη συμφωνία του με τις βασικές θέσεις της αναθεωρημένης θεωρίας. Γι’ αυτό είναι ακόμα πιο απαραίτητο να ξεσκεπάσουμε την αληθινή φύση αυτής της δεύτερης τάσης και το κακό που έκανε στην ανάπτυξη της σοβιετικής μουσικής.

Ας αναλύσουμε πχ. το ζήτημα της στάσης απέναντι στην κλασική κληρονομιά. Οι συνθέτες, για τους οποίους γίνεται λόγος, μάταια ορκίζονται πως στέκονται και με τα δυο πόδια στο έδαφος της κλασικής κληρονομιάς. Δεν υπάρχει τρόπος να αποδείξει κανείς ότι οι οπαδοί της φορμαλιστικής σχολής συνεχίζουν και αναπτύσσουν τις παραδόσεις της κλασικής μουσικής. Οποιοσδήποτε ακροατής θα πει ότι τα έργα των σοβιετικών συνθετών της παρέας των φορμαλιστών διαφέρουν ριζικά από την κλασική μουσική. Την κλασική μουσική τη χαρακτηρίζει η αλήθεια και ο ρεαλισμός, η τέχνη να συνενώσει μια λαμπρή μορφή με ένα βαθύ περιεχόμενο, να συνταιριάζει την πιο μεγάλη μαστοριά με την πιο προσιτή απλότητα. Η κλασική μουσική γενικά, η ρώσικη κλασική μουσική ιδιαίτερα, αγνοούν το φορμαλισμό και τον χοντροκομμένο νατουραλισμό. Τις χαρακτηρίζουν οι υψηλές ιδέες, γιατί ξέρουν να βρίσκουν τις πηγές της μουσικής στο μουσικό έργο των λαών. Σέβονται και αγαπούν το λαό, τη μουσική του και το τραγούδι του.

πηγή ΑΝΤΡΕΪ ΖΝΤΑΝΟΦ- Για τη λογοτεχνία, για τη φιλοσοφία και για τη μουσική, Εκδοτικό ”Νέα Ελλάδα”

Advertisements