της Ευγενίας Κριτσέφσκαγια

(απόσπασμα)

Γενικά ο Μαγιακόφσκι δεν είναι δύσκολος, αρκεί να θέλεις να τον ακούσεις και να μην παραποιείς ούτε τα λόγια του, ούτε τη ίδια τη ζωή του, εκτιμώντας εκ τών υστέρων τα γραπτά και τις πράξεις του. Πρέπει (αν πρέπει) να κρίνονται και να εκτιμούνται στα πλαίσια της εποχής του και των ηθικών και ιδεολογικών της πιστεύω.
Υπάρχει άφθονο φωτογραφικό και κινηματογραφικό υλικό/
Πολύ λίγα χρόνια της ζωής του έμειναν εκτός φακου, όλοι οι περίοδοι της δημιουργικής, προσωπικής και δημόσιας πορείας του είναι αποτυπωμένες στο χαρτί.
Η ιστορία διαφύλαξε για μας τη φωνή του, τις απαγγελίες των ποιημάτων του, και οι μεταφραστές του έργου του μπορούν να «συμβουλεύονται » τον ποιητή απευθείας.
Θα καταλάβουν αμέσως, οι στίχοι του δεν ψιθυρίζονται, αλλά φωνάζονται.
Υπάρχουν άφθονες επιστολές του Μαγιακόφσκι, αμέτρητες μαρτυρίες ανθρώπων σε περισσότερα μέρη του πλανήτη, που τον γνώριζαν καλά. Μαρτυρίες των φίλων, αλλά και των εχθρών.
Η ζωή του Μαγιακόφσκι δεν αποτελούσε μυστικό για κανένα, και να ήθελε δεν θα μπορούσε να κρυφτεί, έτσι όπως ήταν – ένας ωραίος γίγαντας , βροντόφωνος, οξυδερκής, με θανατηφόρο χιούμορ, που τον λάτρευε το ακροατήριο και το λάτρευε κι εκείνος.
Αν ήταν αρχαίος ναός – θα ήταν οπωσδήποτε δωρικός, αν ήταν μεσαιωνικός – θα ήταν δίχως αμφιβολία ρωμανικού ρυθμού.

Υπάρχουν επίσης αμέτρητα ποιήματα, ήρωας των οποίων είναι ο ίδιος ο Μαγιακόφσκι. Δεν είναι ναρκισσισμός, είναι εξομολόγηση ενός ευθραυστού, μοναχικού «σαν το τελευταίο μάτι ανθρώπου που πηγαίνει στους τυφλούς».
Ο Μαγιακόφσκι αποκαλύπτεται σε κάθε του ποίημα, του αρέσει να σοκάρει, να σπάει τον τσαμπουκά του ακροατή από τις πρώτες λέξεις.
Το 1913 δημοσιεύει το πρώτο του βιβλίαράκι Εγώ, το οποίο κλείνει με πιο το πιο αμφιλεγόμενο, πιο μυστηριώση ποίημά του.
Я люблю смотреть, как умирают дети.
Вы прибоя смеха мглистый вал заметили
за тоски хоботом?
А я —
в читальне улиц —
так часто перелистывал гроба том
Полночь
промокшими пальцами щупала
меня
и забитый забор,
и с каплями ливня на лысине купола
скакал сумасшедший собор.
Я вижу, Христос из иконы бежал,
хитона оветренный край
целовала, плача, слякоть.
Кричу кирпичу,
слов исступленных вонзаю кинжал
в неба распухшего мякоть
«Солнце!
Отец мой!
Сжалься хоть ты и не мучай!
Это тобою пролитая кровь моя льется дорогою дольней.
Это душа моя
клочьями порванной тучи
в выжженном небе
на ржавом кресте колокольни!
Время!
Хоть ты, хромой богомаз,
лик намалюй мой
в божницу уродца века!
Я одинок, как последний глаз
у идущего к слепым человека!»

Μ΄αρέσει να κοιτάζω πως πεθαίνουν τα παιδιά
Του γέλιου το μουντό κύμα το συλλάβατε τάχα ποτέ
στον παφλασμό της θάλασσας
πίσω από την προβοσκίδα της θλίψης
Όμως εγώ – στο αναγνωστήριο των δρόμων –
Κάθε τόσο ξεφύλλιζα φέρετρα.
Τα μεσάνυχτα
Με τα υγρά τους δάχτυλα μας μαλάζανε
Εμένα
Και τον έρημο μαντότοιχο
Ενώ με τις σταγόνες του ανεμοστρόβιλου στη
Φαλάκρα του τρούλου
Κάλπαζε πέρα μουρλιασμένος ναός.
Βλέπω τον Χριστό να το σκάει μες απ΄ την εικόνα
Και την άκρη του ανεμοδαρμένου χιτώνα του
Να τη φιλούνε κλαίγοντας οι λάσπες.
Βάζω τις φωνές στα κεραμύδια
Των έξαλλων λόγων μου βυθίζω το στιλέτο
Στα ψαχνά του κοιλαρά ουρανού:
‘Ηλιε!
Πατέρα μου!
Εσύ έστω, λυπήσου με, μη με τυραννάς!
Απ’ το δικό σου χέρι το αίμα μου χύνεται
Σε δρόμο τόσο μακρύ.
Στον φλεγόμενο ουρανό
Η ψυχή μου ανεμίζει
Σαν κουρέλι από το σύννεφο που σκίζει
Ο σκουργιασμένος σταυρός του καμπαναριού!

Χρόνε!
Εσύ έστω ο κουτσός μπογιατζής
Ζωγράφισε τη μορφή μου
Στο τέμπλο αυτού του σακάτη αιώνα!
Μόνος είμαι σαν το τελευταίο μάτι
Που πάει ν’ ανταμωθεί με τους τυφλούς! (μετάφραση του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου).
Το βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου Ο Μαγιακόφσκι, Τα εύκολα και τα δύσκολα βγήκε στις Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα το 2000.

 

Τα δύσκολα που επισημαίνει ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, δεν αφορούν μόνο τη μορφή του Μαγιακόφσκι και άκρως πολύπλοκο παζλ της εποχής εκείνης, όχι μόνο την κατανόηση των στίχων του ποιητή, αλλά κυρίως τη μετάφραση τους.
Η μετάφραση του έργου του απότελεί μια τεράστια παγίδα για κάθε – ακόμα και εντελώς ειλικρινή μεταφραστή, που ξεκινά τη δουλειά με τις καλύτερες προθέσεις. Ο ελεύθερη ροή του λόγου του Μαγιακόφσκι, η επιλογή του λεξιλογίου, των μεταφορών, όλο το οπλοστάσιο του ποιητή είναι μια σκέτη πρόκληση.
Σ΄αφήνει να μεταχειριστείς ελεύθερα τις λέξεις του, όπως τις χειρίζεται κι εκείνος, αλλά προσοχή: ο Μαγιακόφσκι μεταφράζεται μόνο από τον ποιητή που γνωρίζει τέλεια τα ρωσικά, κι αν δεν τα γνωρίζει ο ίδιος – με τη βοήθεια ανθρώπων όχι απλώς φορέων της γλώσσας, αλλά μυημένων στην ποίηση και ιστορικά και λογοτεχνικά ενημερωμένων.
Παράδειγμα του τερατουργήματος είναι η μετάφραση του Σύννεφου με τα παντελόνια που υπογράφει ο Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, παρόλο που μιλάμε για άνθρωπο, που γνωρίζει τα ρωσικά.
Θα ήθελα εδώ να παραθέσω την μετάφραση του ίδιου του ποιήματος – Λίγα λόγια για λόγου μου από τον Γιώργο Κεντρωτή από το βιβλίο Φυσώντας των σπονδύλων μου το φλάουτο και άλλα ποιήματα, που βγήκε στις Εκδόσεις Λαλόν ύδωρ το 2007.
Κι ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι ο ποιητής έχει όλα τα φόντα, και προπαντώς όλη τη διάθεση να αποδώσει τον Μαγιακόφσκι, επιλέγει να τον συμπληρώνει αυτοβούλως τον ποιητή και να τον ερμηνεύει:

Τρελαίνομαι να κοιτώ τα παιδιά πως πεθαίνουν…
Ξεκινά ο μεταφραστής και ο Μαγιακόφσκι παρουσιάζεται ως αιμοβόρος διαστροφέας, ενώ υπάρχει μια σαφής απόσταση από το «μ΄αρέσει» έως το «τρελαίνομαι».
Είδατε – ερωτώ – ποτέ σας εσείς
Του γέλιου το μαβί το κύμα πως είναι
Εκεί που παφλάζει η θάλασσα,
καθώς την αρμέγει η προβοσκίδα της θλίψης;

Αν μπορεί, ας εξηγήσει κανείς, τί εννοούσε εδώ ο Μαγιακόφσκι, και ποιά είναι η σχέση του θανάτου των παιδιών, που του αρέσει να παρακολουθεί, με το παφλασμός της θάλασσας, την οποία με τη σειρά της αρμέγει η προβοσκίδα. Ιδού η απορία…
Αλλά αν παραδεχτούμε, ότι στο πρωτότυπο δεν υπάρχει «παφλασμός της θάλασσας», αλλά υπάρχει το «αντιμάμαλο του γέλιου», και αυτή την ανύπαρκτη θάλασσα δεν την «αρμέγει καμιά προβοσκίδα», αλλά ο ποιητής απλά ρωτάει, αν «έχετε προσέξει το θαμπό αντιμάμαλο κύμα του γέλιου πίσω από την προβοσκίδα του πόνου;», τότε πιθανόν βγαίνει κάποιο νόημα:
Η πρώτη φράση είναι πρόκληση, σκάνδαλο, σόκ, και το επιβεβαιώνουν οι αμέσως επόμενες: ήταν ένα φουτουριστικό κόλπο, μια μπάλα που σάρωνε τις συνειδήσεις, που αποσβόλωνε και ουσιαστικά ανοίγιε το δρόμο για τη συζήτηση για τη μοναξιά του ποιητή. Μετά από μια τέτοια αρχή ο αναγνώαστης και ο ακροατής είναι όλο αφτιά – με τον καλό ή με τον κακό τρόπο.
Και πάλι πρέπει να έχουμε υπόψη μας, ότι τα ποιήματα του Μαγιακόφσκι είναι φτιαγμένα για να απαγγέλονται σε τεράστιους χώρους, κι αν είναι δυνατόν, από τον ίδιο τον ποιητή.
Το θέμα των μεταφράσεων του Μαγιακόφσκι είναι ένα ξεχωριστό μεγάλο ζήτημα, που δεν αφορά σαφώς μόνο τον Μαγιακόφσκι, αλλά γενικώς τις μεταφράσεις των ρώσων ποιητών.
Ο Μαγιακόφσκι και η Επανάσταση.
Ένα τεράστιο θέμα, που συζητιέται επίσης ποικιλοτρόπως εδώ και 95 χρόνια
Ο Χριστός του Μαγιακόφσκι το σκάει μέσ’ από την εικόνα και βγαίνει στους δρόμους πέντε χρόνια νωρίτερα από τον Χριστό του Αλέξανδρου Μλοκ, που «με το στεφάνι με λευκά ρόδα» ηγείται της Επανάστασης στους «Δώδεκα», και πέντε χρόνια νωρίτερα από τον Χριστό τον Σεργκέι Γιεσένιν, το σώμα του οποίου ο ποιητής «φτύνει από το στόμα».
Ο Μαγιακόφσι πρώτα ήταν επαναστάτης, μπολσεβίκος και μετά – ποιητής.
Μάλλον, πρώτα μπολσεβίκος, μετά – ζωγράφος και μετά – ποιητής.
Δεν ήρθε στην Επανάσταση, όπως ο Μλοκ, δεν την αποδέχτηκε, όπως ο Μριούσοφ. Η ιδεολογία προϋπήρχε της ποίησης: 14 χρονών σχολιαρόπαιδο ήταν ήδη σεσειμασμένος αντιεξουσιατής και πέρασε 11 μήνες στην φυλακή στη απομόνωση! Από την εξορία και τα κάτεργα τον εγλίτωσε το νεαρό της ηλικίας.

 

Το 1913, όταν βγήκε το πρώτο του βιβλιαράκι Εγώ, είχε ήδη προϋπηρεσία 6 ετών σαν μπολσεβίκος!
Γενικά, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε, ότι τον μπελά της αριστερής ιδεολογίας ο Μαγιακόφσκι απέκτησε μόλις 12 ετών. Μπορείτε να φανταστείτε ένα σημερινό μαθητή της ΣΤ΄ τάξης του Δημοτικού να συμμετέχει σε παράνομες συγκεντρώσεις, να διαβάζει απαγορευμένη λογοτεχνία, να γράφει προκηρύξεις;
Το 1905, όπως αναφέρει ο ίδιος στην Αυτοβιογραφία του, έγινε μέλος μιας μαρξιστικής μαθητικής ομάδας, και το ίδιο έτος με αφορμή το Ρωσο-Ιαπωνικό πόλεμο, όλα τα σχολεία μέσης και ανώτερης εκπαίδευσης στην πόλη Κουταϊσι, όπου πήγαινε στο Γυμνάσιο, έκλεισαν λόγω στάσης των μαθητών και των φοιτητών, που προέβαλαν πολιτικά αιτήματα!
Το Νοέμβριο του 1905, 12 ετών, ο Μαγιακόφσκι γράφει στην αδελφή του Λιουντμίλα:
«Το Γυμνάσιο και το Τεχνικό Λύκειο απεργούν, κι υπάρχει λόγος σοβαρός. Το Γυμνάσιο σημαδεύουν τα κανόνια, και στο Λύκειο έκαναν ακόμα καλύτερα: τοποθέτησαν τα κανόνια στην αυλή και προειδοποίησαν, ότι με το πρώτο κίχου δε θ΄αφήσουν πέτρα στην πέτρα. Καινούργια νίκη γνωρισαν οι Κοζάκοι και στην Τυφλίδα: εκεί έγινε η περιφορά των πορτραίτων του Νικολάου και διέταξαν τους μαθητές να βγάλουν τα πηλήκιά τους. Την άρνησή τους οι Κοζάκοι αντιμετώπισαν με σφαίρες. Αυτή η σφαγή κράτησε δυο μέρες».
Στο ημερολόγιο του 1923, που ο Μαγιακόφσκι κρατούσε για δυο μήνες, όταν χώρισε με την Λιλί Μπρικ, ο ποιητής αναφέρει δυο χαρακτηριστικά του γνωρίσματά: την τιμιότητα, την πίστη στο λόγο που έχει δώσει στον εαυτό του και την απέχθεια για κάθε είδος καταναγκασμού. Δυο πράγματα ουσιαστικά ασυμβίβαστα: η ενηλικίωση του Μαγιακόφσκι άρχισε στην πολύ πρώημη εφηβεία, άρα και η λίστα των όρκων και η βαρύτητά τους ήταν μεγάλες. Μήπως΄ο ποιητής έγινε όμηρός τους, και η αδιέξοδος, στην οποία βρέθηκε προσωπικά, πολιτικά, και επομένως – δημιουργικά, τον οδήγησε στη σφαίρα;
Ο παλιός κόσμος, την καταστροφή του οποίου λαχταρούσε ο Μαγιακόφσκι, γκρεμίστηκε. Αλλά δεν πέρασε μια δεκαετία, κι έγινε φανερό, ότι ο Κατακλυσμός δεν ξέπλυνε τις αμαρτίες του παλιού κόσμου, που τώρα, στο σοσιαλισμό, έγιναν ακόμα αποκρουστικότερες.
Στην Κυβωτό, που έπλεε στην αχανή επικράτεια της Σοβιετικής ¨Ενωσης, μπήκαν ξένοι προς τα ιδανικά τις Επανάστασης άνθρωποι, και όχι μόνο μπήκαν, αλλά άρπαξαν και το τιμόνι της.
Τί έπρεπε να κάνει ο άνθρωπος, που ορκίστηκε, αλλά δεν μπόρεσε εκ των πραγμάτων να κρατήσει το λόγο του;
Τα 37 χρόνια που έζησε ο Μαγιακόφσκι στη Γη, δεν ήταν λίγα για εκείνη την εποχή.
Νέος ήταν με τα δικά μας μέτρα και σύμφωνα με τη δική μας απόψη περί ωριμότητας και μη. Γιατί αν συμβουλευτούμε τον πίνακα μέσης διάρκειας ζωής στην ΕΣΣΔ, θα δούμε, ότι το 1927 ήταν 44 χρόνια, το 1937 – 47 χρόνια. Ακόμα και στα σοβιετικά μυθιστορήματα της δεκαετίας του ΄50, οι άνθρωποι πάνω από 50 ετών θεωρούνταν ηλικιωμένοι. Και είναι ακόμα μια παγίδα, όπου συνήθως πέφτουμε όλοι: ο Μαγιακόφσκι δεν πέθανε νέος, απλά έβαλε τέρμα στη ζωή του.

(Στις 14 Απριλίου του 1930 αυτοκτόνησε ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι)

πηγή http://www.greekorbis.gr

Advertisements