Θεωρία από το «Σιδηρουργό»* συγγραφέα Νικολάι Λιάσκο (1920)

Ανάμεσα στις επιθυμίες της εργατικής τάξης στην αναζήτησή της να είναι δυνατή και να ζήσει μια πολύπλευρη ζωή, μία από τις πρώτες θέσεις καταλαμβάνεται από την επιθυμία να έχει τους δικούς της καλλιτέχνες και συγγραφείς – ακριβώς τους δικούς της, από την οικογένειά της, κοντά σε αυτή όχι μόνο ιδεολογικά αλλά και στην αίσθησή της για τη ζωή. Από τη στιγμή της αφύπνισης της συνείδησης της εργατικής τάξης, η επιθυμία αυτή ώθησε μεμονωμένους εργάτες στη συγγραφή. Όσο η πάλη εξαπλωνόταν, τόσο ο αριθμός αυτών των ατόμων αυξανόταν. Τα πρώτα τους βήματα ήταν τα βήματα κάποιου μεθυσμένου με ιδέες και με τη δίψα να τραβήξει τους γύρω του στον κόσμο των ιδεών του, των εμπειριών και των αγώνων του.

 
Ο συγγραφέας-εργάτης κατά κανόνα ξεκινούσε με τη διακήρυξη συνθημάτων, την παρουσίαση των αιτημάτων, των πεποιθήσεων, των αγωνιών και του μίσους της τάξης του και των εργατών γενικά.

 
Μετά από αυτά τα πρώτα βήματα – αν ο συγγραφέας ήταν ταλαντούχος, αν εξελισσόταν – ακολουθούσαν άλλα βήματα τα οποία ήταν βασανιστικά και γεμάτα τραγικά στοιχεία. Ο συγγραφέας- εργάτης αισθάνθηκε ότι παράλληλα με το να διακηρύττει συνθήματα και να αποκαλύπτει τη διάθεση του κοινωνικού περιβάλλοντός του, έπρεπε να δουλέψει δημιουργικά χρησιμοποιώντας έννοιες και κοινές λέξεις, και ότι αυτές οι λέξεις θα μπορούσαν να έχουν επίδραση στους ανθρώπους μόνο σε μια στιγμή αυξημένης δραστηριότητας • αισθάνθηκε ότι μια πιο ισχυρή μέθοδος επιρροής είναι μια μέθοδος που βασίζεται σε μικρότερο βαθμό στη στιγμή- δηλαδή, όχι μια έννοια, αλλά μια εικόνα που αποδίδεται όχι με κοινές λέξεις αλλά με τις δικές του λέξεις.

 
Έτσι γεννήθηκε στο συγγραφέα-εργάτη η ανάγκη όχι μόνο να αποκαλεί τα πράγματα με το σωστό τους όνομα στα έργα του, όχι μόνο να μιλάει για αυτά με οποιεσδήποτε λέξεις περνούσαν από το μυαλό του, αλλά και να τα δείχνει, να διαλέγει ανάμεσά τους τα πράγματα εκείνα που θα είχαν μια βαθιά σημασία για ολόκληρη την τάξη του και όλα τα στρώματα των εργαζομένων που συνδέονται με αυτόν. Την ίδια στιγμή, αισθάνθηκε την ανάγκη να ζυγίζει τις λέξεις του προσεκτικά. Πείστηκε ότι οποιοσδήποτε έμπειρος συγγραφέας θα μπορούσε να δημιουργήσει έργα μέσα από τη χρήση εννοιών και θα μπορούσε να μιλήσει για τη ζωή των εργατών• αλλά για να απεικονίσει κανείς αυτή τη ζωή, για να συνδεθεί με τη ψυχή της εργασίας, με το αίσθημα της καταπίεσης, του αγώνα και με όλες τις σκηνές που τα συνοδεύουν- αυτή είναι μια ικανότητα την οποία ούτε οι πιο ταλαντούχοι συγγραφείς δεν μπορούν απαραίτητα να αξιώσουν.

 
Ο συγγραφέας- εργάτης αισθάνθηκε ότι μόνο με τη δημιουργία μιας καλλιτεχνικής εικόνας θα μπορούσε να ξεσηκώσει τους γύρω του, να εισχωρήσει στη σάρκα και το αίμα τους, και να αποφύγει να ταυτιστεί με εκείνους που γράφουν για την εργατική τάξη αλλά παραμένουν ξένοι προς την τάξη αυτή. Έγινε ξεκάθαρο σε αυτόν ότι ενώ η πλήρης κατανόηση των συνθημάτων και των εννοιών απαιτεί εκτεταμένη προετοιμασία, οι εικόνες του πώς ενθουσιάζουν τους ανθρώπους και τι συναισθήματα τους προκαλούν μπορούν να ζωντανέψουν αυτά τα συνθήματα και τις έννοιες, απαιτούν λιγότερη προετοιμασία, γίνονται αξέχαστες και, το σημαντικότερο, αντικρούουν τα επιχειρήματα εκείνων που τις εχθρεύονται.

 
Δεν είναι πολλοί οι συγγραφείς- εργάτες που κατάφεραν να ξεπεράσουν τις δύσκολες συνθήκες ζωής και να αναδειχθούν στο δρόμο της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Πολλοί απελπίστηκαν και πέταξαν την πένα• πολλοί ασχολήθηκαν πλήρως με την υπόγεια δουλειά• άλλοι πικράθηκαν…

 
Αλλά από τις μάζες προήλθαν ολοένα και περισσότεροι…

 
Τον τελευταίο καιρό, δεν είναι μεμονωμένα άτομα, αλλά ολόκληρες ομάδες συγγραφέων που, ενώ παλιότερα βρίσκονταν διασκορπισμένοι στις φυλακές και τις περιοχές του βορρά και της Σιβηρίας, τώρα έπιασαν την πένα. Αλλά όλοι έχουν συναντήσει τα ίδια στάδια στο δρόμο της συγγραφής. Τα στάδια αυτά είναι αναπόφευκτα για τους εργάτες που ωθούνται στη συγγραφή από κάτι διαφορετικό από την πείνα για αισθητική, η οποία κινεί εκπροσώπους άλλων στρωμάτων της κοινωνίας προς τη συγγραφή. Αυτό επίσης εξηγεί γιατί στους συγγραφείς-εργάτες το περιεχόμενο των τραγουδιών και των ιστοριών σχεδόν πάντοτε υπερισχύει έναντι της μορφής τους.

 
Συγγραφείς-εργάτες που γεννήθηκαν τα τελευταία χρόνια γράφουν με συνθήματα και έννοιες. Αλλά τότε αισθάνονται ότι τα τραγούδια τους ανακατεύονται με τα τραγούδια εκείνων που μιμούνται μοναχά την επαναστατικότητα της εργατικής τάξης, ότι τα τραγούδια τους μοιάζουν μερικές φορές με τα τραγούδια αυτών των ψευτο-στιχουργών, ότι τα συναισθήματά τους, όσο βαθιά ριζωμένα κι αν είναι, περνώντας μέσα από το μύλο των κοινών λέξεων, ξεχύνονται στο έδαφος όχι με φωτεινά χρώματα αλλά με μια απρόσωπη επαναστατική φρασεολογία. Και φτάνουν να συνειδητοποιήσουν την αναγκαιότητα της δημιουργίας εικόνων.

 
Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα αποδεδειγμένο γεγονός: μερικοί συγγραφείς-εργάτες αισθάνθηκαν περιορισμένοι στα σπάργανα των εννοιών και ξεκίνησαν μια πορεία καλλιτεχνικής δημιουργίας εικόνας.

 
Από εκείνη τη στιγμή, η κηδεμονία εκείνων που πραγματικά πίστευαν ότι είχαν κληθεί όχι μόνο για να διδάξουν τους συγγραφείς-εργάτες πως να γράφουν σωστά αλλά και για να επιλέγουν τα θέματά τους και να βλέπουν και να αισθάνονται για λογαριασμό τους, έχασε την επίδρασή της στους εν λόγω συγγραφείς-εργάτες. Μπροστά στα μάτια μας, ο συγγραφέας-εργάτης μεταμορφώθηκε από έναν μαθητευόμενο, που ίσως να μην είχε καν υποπτευθεί τις δυνάμεις που βρίσκονταν αδρανείς μέσα του, σε έναν καλλιτέχνη. Περιττό να πούμε, ότι ένας συγγραφέας-εργάτης που έχει μεγαλώσει στη δουλειά, στον αγώνα και στην κοινωνική σύγκρουση, και απελευθερωμένος από κηδεμονίες δε θα προδώσει την κληρονομιά του. Είναι πιθανό να χάσει το δρόμο του, αλλά θα ξεπεράσει τα λάθη του χωρίς να παρακινείται, και θα αντλήσει απαραίτητη πείρα από αυτό. Δάφνες από τη σφαίρα των ξεριζωμένων σύγχρονων ποιητών δε θα δελεάσουν το συνειδητό καλλιτέχνη-εργάτη. Ξέρει τι πρέπει να κάνει, πώς να καταλαβαίνει και πώς να κρίνει τα πλεονεκτήματα κάθε επιτήδευσης και φρασεο-καπηλίας ασχέτως με το που μπορεί αυτή να εκφραστεί – στη συσσώρευση και εφεύρεση εικόνων, στη χωρίς περιεχόμενο ονοματοποιία, σε έναν ενθουσιασμό για ωμότητα, ερωτισμό ή στην ανασκαφή απομειναριών του παρελθόντος που δεν είναι χρήσιμα σε κανένα.

 
*Smithy: Καλλιτεχνική ομάδα της εποχής

πηγή sovlit.net/writerworker

μτφ: Βίκυ Βαλάρη

επιμέλεια: Παναγιώτης Μανιάτης

 

Advertisements