του Νικολάι Λιάσκο

Νέες δυνάμεις μέσα από τις μάζες ωθούνται διαρκώς στην πένα. Καρποφορούν στις μέρες μας, αναπνέουν τον αέρα της θύελλας πάνω από την ταραχώδη ζωή των θεωρητικών παθών και ενθουσιασμών• συχνά βλέπουν αυτούς τους ενθουσιασμούς σαν κάτι στο οποίο θα έπρεπε να δώσουν όλη την προσοχή και το ζήλο τους. Η αποστολή των συγγραφέων-εργατών, εκείνων που είναι σχετικά καθιερωμένοι, είναι να κατευθύνουν αυτούς τους ενθουσιασμούς σε ένα κανάλι σοβαρής αντιμετώπισης.

 
Μερικοί συγγραφείς- εργάτες απεικονίζουν βιομηχανικές πόλεις και εργοστάσια, τη δουλειά, τη ζωή και τα όνειρά τους. Αναζητούν νέους ρυθμούς και χρώματα• γράφουν για αυτά που έχουν ζήσει οι άνθρωποι στα εργοστάσια. Στο πλαίσιο αυτό, υπάρχουν πολλά να μας χαροποιούν, να μας ενθουσιάζουν. Αλλά για εμάς, τα τραγούδια τους ξεκινούν να παίζουν το ρόλο ενός διαπασών: μεταδίδονται σ’ εκείνους που έχουν ακούσει μονάχα για τη ζωή του ατσαλιού, των φούρνων και των γερανών, εκείνους στους οποίους φαίνεται ότι μόνο ένα μεταλλικό θέμα μπορεί να τους κάνει να είναι αληθινοί συγγραφείς-εργάτες. Συγγραφείς- εργάτες που δεν έχουν και δεν είχαν ποτέ καμία σχέση με το σίδηρο αρχίζουν να τραγουδάνε ότι είναι μέσα στο σίδηρο, από σίδηρο, από ατσάλι. Από αυτό γίνεται ένα βήμα προς την υποκρισία, την προσποίηση, προς το καθετί, που με άδειες ψυχές και γρήγορα χέρια, διώχνει τους ποιητές μακριά. Η ζωή στα εργοστάσια και η σύζευξη των μαζών με αυτά δεν είναι φαινόμενα τόσο απλά που να μπορεί κανείς να γράψει για αυτά βασιζόμενος σε φήμες.

 
Μπορεί κανείς να διαφωνήσει για το πόσο θεμιτό είναι στις μέρες μας το μεταλλικό θέμα. Αλλά είναι αναμφισβήτητο ότι κουραζόμαστε από τα ημι-αδρανή εργοστάσια. Εν τω μεταξύ, σχεδόν ποτέ δε χρησιμοποιείται στη λογοτεχνία η σιγή, είτε μισή είτε ολόκληρη, των εργοστασίων μας. Μια καλλιτεχνική απεικόνισή τους πιστεύεται ότι θα μας μολύνει με κατάθλιψη. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Η σιωπή για τη στασιμότητα και τη διασπορά των μαζών, χαρακτηριστικό της μεταβατικής εποχής μας, είναι ένας υπερβολικά υψηλός φόρος τιμής. Ήρθε η ώρα για τους συγγραφείς-εργάτες να σταματήσουν να τον πληρώνουν: οι συνέπειες της σιωπής γι’ αυτές ή άλλες πλευρές της ζωής δεν μπορούν να θεωρηθούν ασήμαντες. Η αντίληψη ότι δεν έχουμε μια συνηθισμένη ζωή δεν είναι αρκετή για να δικαιολογήσει τη σιωπή: δεν έχει κανείς παρά να επαληθεύσει τα φαινόμενα της ζωής με τις δικές μας καθημερινές ζωές, και πάραυτα όλοι οι ισχυρισμοί περί απουσίας τέτοιων φαινομένων εμφανίζονται ως κενές λέξεις. Η αντικατάσταση ολόκληρης της κλίμακας της ζωής από μια ή δυο χορδές, πρώτα απ’ όλα, ελλοχεύει τον κίνδυνο για μερική ατροφία της αντίληψης, η θεραπεία της οποίας κάθε άλλο παρά εύκολη θα είναι αργότερα και δευτερευόντως θέτει τους συγγραφείς στον κίνδυνο να πρέπει να εγκαταλείψουν θέσεις και να καταλάβουν νέες, που δεν είναι της επιλογής τους.

 
Διακρίνει κανείς μια υπερβολή στην αντιμετώπιση ορισμένων συγγραφέων-εργατών της ζωής στο μέλλον. Πού, πότε και από ποιόν καθιερώθηκε ότι η εργατική τάξη, έχοντας κατακτήσει πλήρως την εξουσία, θα ξεκινήσει να δημιουργεί βιομηχανικά Μάντσεστερ και Σικάγο, δηλαδή πόλεις εγκλωβισμένες σε ατσάλινους σκελετούς, αιωνίως γεμάτες με καπνό, παγιδευμένες σε ιστούς αιωρούμενων δρόμων και ούτω καθεξής;

 
Πριν από την επανάσταση υποτίθεται ότι η εργατική τάξη θα κληρονομούσε πόλεις μεταμορφωμένες σε βιομηχανικά καμίνια. Με αυτόν τον τρόπο θα γίνει στην Ευρώπη. Οι αστοί προσπαθούν και θα συνεχίσουν να προσπαθούν να καταλάβουν και το τελευταίο κομμάτι γης, χτίζοντας τη μια επιχείρηση μετά την άλλη. Η φύση τους τους ωθεί στη δημιουργία μιας κόλασης για τους εργάτες. Αλλά είναι η εργατική τάξη διατεθειμένη να τους μιμηθεί; Να κηλιδώσει εθελοντικά τον ουρανό με καπνιά, να τον δέσει με ατσάλινα λάβαρα, να κωφεύσουν τους εαυτούς τους με τα ουρλιαχτά εκατοντάδων σειρήνων; Να μαραζώσει με ιδία βούληση στα Μάντσεστερ, όσο ισχυρά κι αν είναι;

 
Είναι σωστοί οι συγγραφείς-εργάτες, δηλαδή, αντικατοπτρίζουν τις μύχιες ελπίδες της εργατικής τάξης όταν περιγράφουν τα μελλοντικά μας Μάντσεστερ;

 
Δεν έχει ωριμάσει ανάμεσα στους συγγραφείς-εργάτες η απαίτηση να ανταλλάξουν απόψεις πάνω σ’ αυτά τα ζητήματα, υποκινούμενη από τίποτα περισσότερο από τη φυσική επιθυμία να ξεχωρίσουν τους εαυτούς τους από τους μη-εργαζόμενους συγγραφείς;

 
Είναι επικίνδυνο να υποστηρίζουμε ότι το μέλλον μας είναι αυτά τα Μάντσεστερ. Κι αν είναι κηπουπόλεις, εργοστάσια-οπωρώνες, συγκροτήματα-δάση; Είναι πραγματικά αναπόφευκτες αυτές οι Βαβυλώνες, εκεί όπου το έδαφος πνίγεται από άσφαλτο και πέτρες, τόσο που είναι αδύνατο να αναπνεύσεις, τόσο που τα λουλούδια και το χορτάρι δεν μπορούν να μεγαλώσουν; Η αγάπη της εργατικής τάξης για τη φύση και η αποστολή της συνηγορούν υπέρ των κηπουπόλεων, των εργοστασίων-οπωρώνων, των συγκροτημάτων-δασών. Δε μιλάω για το γεγονός ότι η συγκέντρωση βιομηχανικών επιχειρήσεων στα κέντρα απομονώνει την εργατική τάξη από την καθυστερημένη από πνευματική άποψη αγροτιά.

 
Οι συγγραφείς-εργάτες προσδοκώντας τι δεν έχουμε και, ενδεχομένως, τι δε θα έχουμε ποτέ, φαίνονται ενίοτε σαν ξένοι. Τα έργα τους συχνά πικραίνουν. Είναι σαν να έχουμε ήδη καλλιτεχνικές εικόνες από τορναδόρους, μεταλλεργάτες, εργάτες χυτηρίου, εργαλεία μηχανής, εργοστάσια και πολλά άλλα. Αλλά δεν είναι έτσι. Δεν έχουμε ακόμα πολλές εικόνες από αυτά. Είναι αλήθεια, ότι μαζί με τους σπινθήρες, τους φούρνους και τα σφυριά μεγάλα και μικρά έχουμε μερικές αξέχαστες εικόνες που δημιουργήθηκαν από συγγραφείς-εργάτες. Εδώ βρίσκεται η χαρά μας. Αυτό μας δίνει το δικαίωμα να θέσουμε ξεκάθαρα την ερώτηση στους συγγραφείς-εργάτες, μήπως και το λούστρο της υπερβολής χαθεί πιο γρήγορα από τη συνείδησή τους.

 
Ίσως το μέλλον μας να είναι σημαντικά διαφορετικό από τις μεγάλες και μικρές βιομηχανικές κολάσεις. Ο ρυθμός της ζωής δεν θα απαιτεί τόσα ατσάλινα και σιδερένια νεύρα, θα είναι πιο υγιεινός και θα απαντάει στις φιλοδοξίες της εργατικής τάξης. Το μίσος για τα αδρανή πεδία και η άνευ όρων αγάπη για αυτά, η εχθρότητα προς τη μηχανή που εξαντλεί τις δυνάμεις του και η τρυφερότητα για αυτή υπάρχουν δίπλα- δίπλα στη ψυχή του εργάτη. Μια απέραντη έκταση κείτεται μπροστά στους συγγραφείς-εργάτες – όλες οι πτυχές της ζωής, τα χρώματα και οι αποχρώσεις της. Η οικογένεια τους είναι πολύ νέα για να μπλοκάρει τη συνείδησή τους με οτιδήποτε τους έρχεται στο μυαλό. Ο συγγραφέας-εργάτης έχει πολλά στην καρδιά του.

 
Εργασία, αγώνας και ο ηρωισμός που συνδέεται με αυτά• αποξένωση από τα χωράφια• λαχτάρα για τα χωράφια, όπου όλα μοιάζουν γνώριμα και απλά, λαχτάρα για την οργανωτική δουλειά και τη δικαιοσύνη• η λύπη και ο πόνος που προκαλούνται από τα αληθινά εργοστάσια και η δίψα να τα λειτουργήσουν με κάθε κόστος• η δίψα να ξεπεράσουν όλα τα εμπόδια, να φλέγονται από δουλειά και πίστη- σίγουρα, αυτός είναι ένας ολόκληρος ωκεανός εννοιών.

 

(Ρωσικό κείμενο από την εφημερίδα Κουζνίτσα, Νο. 3, 1920)

πηγή sovlit.net/writerworker

μτφ: Βίκυ Βαλάρη

επιμέλεια: Παναγιώτης Μανιάτης

Advertisements