Του Σ. Σαλαβιώφ

Μια από τις κεντρικές ιδέες της αισθητικής αντίληψης του Μαρξ είναι η αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στον καπιταλισμό και την τέχνη σαν ειδική μορφή πνευματικής δημιουργίας. Η ιδέα αυτή εμφανίζεται κιόλας από τα πρώτα του έργα και βρίσκει την πιο ολοκληρωμένη της έκφραση στις «Θεωρίες της υπεραξίας». Βασικό σταθμό για τη διαμόρφωση αυτής της θεωρίας αποτέλεσαν τα «Σχεδιάσματα της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας». Η αρχική ιστορική τοποθέτηση των «Σχεδιασμάτων» που είναι συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο «Κεφάλαιο» και όλα τα προηγούμενα έργα του Μαρξ, κάνει ώστε το βασικό φιλοσοφικό πρόβλημα (το πρόβλημα της σχέσης υποκειμένου-αντικειμένου) να παραμένει σταθερά στο οπτικό πεδίο παρατήρησης αυτού του έργου, το οποίο ωστόσο έχει κυρίως οικονομικό χαρακτήρα. Η γραμμή σύμφωνα με την οποία εξετάζεται αυτή η σχέση μας επιτρέπει να μπούμε στην ουσία της ανάλυσης της καλλιτεχνικής πραγματικότητας. Ο Μαρξ ξεκαθαρίζει με ποιο τρόπο ο άνθρωπος σχετίζεται με τον αντικειμενικό κόσμο που δημιούργησε με την εργασία του. Το επόμενο πρόβλημα είναι: με ποιο τρόπο διαφοροποιείται ο ίδιος, με ποιο τρόπο διαφοροποιούνται οι ενέργειές του, τα προϊόντα της δραστηριότητάς του και ποιο είναι το στοιχείο που τον συνδέει μ’ αυτά τα προϊόντα, σε σχέση με την ιστορικο-κοινωνική πραγματικότητα μέσα στην οποία πραγματοποιείται η εργασία.

 
Οι διανοητές του παρελθόντος μόνο κατά προσέγγιση μπορούσαν να πλησιάσουν την τέτοια τοποθέτηση του προβλήματος. Η αξία του Χέγκελ βρίσκεται στο ότι πρώτος αυτός έθιξε το πρόβλημα. Η βασική ιδέα της «Φαινομενολογίας» του είναι η περιγραφή του πώς η ατομική συνείδηση ιδιοποιείται στην πορεία της ιστορικής ανάπτυξης τα δημιουργήματα του απόλυτου πνεύματος. Ο Μαρξ απελευθέρωσε το πρόβλημα από τη μυστικιστική ιδεαλιστική του μορφή και το τοποθέτησε υλιστικά. Με ποιο τρόπο τα πραγματικά άτομα, σε καθορισμένες ιστορικές συνθήκες, ιδιοποιούνται τον αντικειμενικό πλούτο που δημιουργείται στην πορεία της ιστορικής ανάπτυξης.

 
Η μορφή αυτού του προβλήματος είχε επισημανθεί με καθαρότητα από τα πρώτα κιόλας έργα του Μαρξ (ιδιαίτερα στα «Οικονομικο-Φιλοσοφικά χειρόγραφα» του 1844). Σε αντίθεση με τους αστούς θεωρητικούς της πολιτικής οικονομίας ο νέος Μαρξ διατύπωσε τη θέση σύμφωνα με την οποία η σχέση του ανθρώπου με τον αντικειμενικό πλούτο δεν είναι καθόλου παθητική, φυσική και ανεξάρτητη από την ιστορία, μα αντίθετα είναι μια μορφή ιδιοποίησης που αλλάζει ιστορικά. Σ’ αυτό δεν μπορούμε παρά να δούμε το αποτέλεσμα του κριτικού διαφωτιστικού έργου που εξάσκησε ο Μαρξ πάνω σ’ολόκληρη την κληρονομιά της κλασσικής γερμανικής φιλοσοφίας.

 
Στην αστική πολιτική οικονομία κυριαρχούσε και κυριαρχεί και σήμερα μια ωφελιμιστική αντίληψη του πλούτου. Το σημείο αφετηρίας αυτού του ωφελιμισμού, όπως το απόδειξε ο Μαρξ, βρίσκεται στην άποψη του ατομικού ιδιοκτήτη, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος κατέχει ένα αντικείμενο όταν αποκτάει την τυπική του κατοχή μέσω της αγοράς. Μα φτάνει αυτό για να εξασφαλίσει μια κοινωνικά ανεπτυγμένη μορφή κατανάλωσης του αντικειμένου; Σε ποιο μέτρο η τελευταία εξαρτάται από την ανάπτυξη της ατομικότητας του καταναλωτή; Τα προβλήματα αυτά για τις αστικές θεωρίες ανήκουν σε μια «απαγορευμένη ζώνη». Για να τα λύσει κανείς με συνέπεια πρέπει να βγει από τα όρια των αστικών οριζόντων.

 
Η αστική πολιτική οικονομία υποθέτει ότι η κλίμακα των ανθρώπινων αναγκών είναι ιστορικά αμετάβλητη, ότι αυτές οι αλήθειες μπορούν, είναι αλήθεια, να αλλάζουν μορφή, να εξευγενίζονται και να διαφοροποιούνται στην πορεία του ιστορικού προτσέσου, μα η βάση τους παραμένει κάτι το δοσμένο από τη φύση. Δηλαδή αντιλαμβάνεται ακόμα κι αυτή την πράξη της κατανάλωσης σαν κάτι το μη προβληματικό, το δοσμένο μια για πάντα. «Η ατομική ιδιοκτησία –λέει ειρωνικά ο Μαρξ- μας έκανε τόσο στενοκέφαλους και μονόπλευρους που ένα αντικείμενο είναι δικό μας, μόνο όταν το έχουμε, όταν υπάρχει για μας σαν κεφάλαιο ή το κατέχουμε άμεσα, το τρώμε, το πίνουμε, το φοράμε απάνω μας, το κατοικούμε κλπ.» Μα η ιδιοποίηση από μέρος του ανθρώπου του αντικειμενικού πλούτου που τον περιβάλλει εξαντλείται τάχα στο σύνολο αυτών των καταναλωτικών πράξεων που συντελούνται με τη μεσολάβηση της κυριότητας και κατοχής; Η δημιουργία κάθε αντικειμένου που βγαίνει από τους κόλπους της σύγχρονης παραγωγής είναι αποτέλεσμα της μεγάλης ιστορικής εξέλιξης. Όσο περισσότερο αυτό ή εκείνο το ανθρώπινο προϊόν έχει τη σφραγίδα της ιστορικο-κοινωνικής του προέλευσης, τόσο περισσότερο η τυπική κατοχή του αποκαλύπτεται σαν μια ανεπαρκής προϋπόθεση για την κατανάλωσή του, τόσο περισσότερο η κατοχή αυτού του αντικειμένου γίνεται αμετάτρεπτη για την πιο στοιχειώδη καταναλωτική ενέργεια. Η άποψη αυτή γίνεται πιο έκδηλη αν περάσουμε στην εξέταση της κατανάλωσης των καταναλωτικών προϊόντων, των αισθητικών αξιών που αποτελούν ολοκληρωτικό στοιχείο του αντικειμενικού πλούτου που περιβάλλει τον άνθρωπο.

 
Η απλή αγορά ενός έργου τέχνης (ας πούμε ενός πίνακα ή ενός αγάλματος), δηλαδή η απόκτηση μιας τυπικής κυριότητας δεν αποτελεί διόλου και εγγύηση ότι το έργο αυτό θα αφομοιωθεί ανάλογα με την αντικειμενική του αξία. Η πραγματική απόλαυση της καλλιτεχνικής παραγωγής προϋποθέτει ένα αρκετά ανεβασμένο επίπεδο ανάπτυξης των ατομικών ικανοτήτων του ανθρώπου (του αισθητικού γούστου, της ικανότητάς του να κατανοεί την καλλιτεχνική πρόθεση, να εκτιμάει σωστά την ιδεολογική της σημασία κλπ.). Ένα πλατιά αναπτυγμένο σύστημα καλλιτεχνικών και αισθητικών αξιών αποτελεί παράγοντα αντικειμενικού πλούτου που η ύπαρξή του προϋποθέτει μια πολύπλευρη ανάπτυξη της ανθρώπινης ατομικότητας. Γι’ αυτό ο Μαρξ, από την εισαγωγή ακόμα των «Σχεδιασμάτων» καταφεύγει στο παράδειγμα της καλλιτεχνικής δραστηριότητας για να καταγγείλει τη στενότητα των γενικών αντιλήψεων της αστικής πολιτικής οικονομίας πάνω στην παραγωγή και την κατανάλωση: «Το καλλιτεχνικό αντικείμενο –και με τον ίδιο τρόπο οποιοδήποτε άλλο προϊόν- δημιουργεί ένα κοινό ευαίσθητο αντίκρυ στην τέχνη και ικανό για αισθητική απόλαυση. Γι’ αυτό το λόγο η παραγωγή δεν παράγει μονάχα ένα αντικείμενο για το υποκείμενο, αλλά και ένα υποκείμενο για το αντικείμενο». Αυτή την αντίληψη ο Μαρξ την επαναλάμβανε συχνά και σε άλλα σημεία του έργου του. Έτσι, (στο κεφ. όπου πραγματεύεται το Κεφάλαιο) εξετάζοντας το πρόβλημα παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας και μιλώντας για το μουσικο-εκτελεστή, ο Μαρξ υπογραμμίζει ότι και αυτός με τη δραστηριότητά του «όχι μονάχα ικανοποιεί τη μουσική μας αίσθηση, μα την παράγει κιόλας, κατά κάποιο τρόπο». Γι’ αυτό η ανάγκη που μπορεί να ικανοποιηθεί από το καλλιτεχνικό προϊόν είναι αδιαχώριστη από μια κοινωνικά αναπτυγμένη ικανότητα του ανθρώπου, από την ικανότητά του να απολαμβάνει και να κατανοεί το καλλιτεχνικό προϊόν. Επειδή ακριβώς η πράξη της κατανάλωσης εδώ παύει να είναι παθητική και στερημένη από περιεχόμενο ενεργεί σαν ειδική μορφή ιδιοποίησης του αντικειμένου, σαν μορφή μιας ενεργητικής σχέσης του υποκειμένου ως προς το αντικείμενο.

 

Μετάφραση Μανόλη Φουρτούνη για την Επιθεώρηση Τέχνης, 49

Advertisements