Του Σ. Σαλαβιώφ
Στα «Σχεδιάσματα» ο Μαρξ φέρνει στο φως το ορθολογιστικό περιεχόμενο αυτής της αρχής, σημειώνοντας ότι στους κόλπους του αστικού συστήματος ωριμάζει μια νέα κοινωνία, της οποίας ο αρχαίος κόσμος –από την άποψη της σχέσης του με τον πλούτο- αποτελούσε μια πρωτόγονη και μονόπλευρη προδρομική μορφή. «Αν εγκαταλειφθεί η περιορισμένη αστική μορφή –γράφει ο Μαρξ- τι είναι τότε ο πλούτος, αν όχι η καθολικότητα των αναγκών, των ικανοτήτων, της κατανάλωσης, των παραγωγικών δυνάμεων κλπ. των ατόμων; Τι είναι τότε αν όχι η πλήρης ανάπτυξη της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στις δυνάμεις της φύσης, είτε πρόκειται για την κυρίως λεγόμενη φύση, είτε πρόκειται για τη δική τους φύση; Τι είναι τότε αν όχι η απόλυτη εξωτερίκευση των δημιουργικών του χαρισμάτων, χωρίς καμμιάν άλλη προϋπόθεση από την προηγούμενη ιστορική εξέλιξη, μια εξωτερίκευση που αφομοιώνει την εξέλιξη της ολότητας;» Μονάχα χάρη σ’ αυτό ζωντανεύει ολόκληρος ο αντικειμενικός κόσμος που περιβάλλει τον άνθρωπο και από αποθήκη νεκρών πραγμάτων μεταβάλλεται σε πραγματική του κληρονομιά, και ξανοίγεται μπροστά του σαν πλούτος του υλικού και πνευματικού πολιτισμού. Και αυτό σημαίνει ιδιαίτερα ότι η αυθεντική αισθητική αξία των διαφόρων αντικειμένων θα είναι κατανοητή και προσιτή στους ανθρώπους, το ίδιο όπως και η χρησιμότητά τους. Στη νέα κοινωνία, λέει ο Μαρξ, «θα αντιστοιχεί μια καλλιτεχνική, επιστημονική διαπαιδαγώγηση κλπ., η διαπαιδαγώγηση ατόμων σε μια εποχή που θα υπάρχει ελεύθερος χρόνος για όλους». Όλα αυτά αποτελούν όχι μόνο τη βάση και το στήριγμα για την άνθιση της μελλοντικής τέχνης, αλλά και για την αυθεντική αναβίωση της τέχνης του παρελθόντος. Στα άρθρα του για τον Τολστόι ο Λένιν υπογράμμισε συχνά ότι μονάχα η προλεταριακή επανάσταση θα δημιουργούσε ένα κοινό που θα ήταν σε θέση να κατανοεί καθολοκληρία τη μεγαλοσύνη της ρούσικης αυτής μεγαλοφυΐας.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες, που η τέχνη τους αναπτύχθηκε μέσα στην αστική πραγματικότητα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αντανακλούν στο έργο τους την ολέθρια επίδραση που ασκεί η καπιταλιστική μορφή του πλούτου πάνω στην καλλιτεχνική δημιουργία. Ο Μπαλζάκ παρουσιάζει αυτή την αντίληψη με εξαιρετική δύναμη και οξύτητα. Η τραγωδία όλων των καλλιτεχνών ηρώων του συνίσταται στο στράγγισμα και τη ραγδαία πτώση της τέχνης τους εξαιτίας της επίδρασης των ωφελιμιστικών και εμπορικών απαιτήσεων. «Το άθλιο δικαστήριο του εμπορίου έχει καταραστεί την τέχνη και τη σκέψη» παρατηρεί ο Μπαλζάκ. Ο μεγάλος ρεαλιστής κατενόησε πλήρως ότι το εμπορικό μέτρο δεν έχει εφαρμογή στις αυθεντικές πνευματικές αξίες και γι’αυτό τούτες οι αξίες μένουν πάντα έξω από τα αστικά οικονομικά ενδιαφέροντα. «Η χώρα μας –λέει για την καπιταλιστική Γαλλία- που γνοιάζεται τόσο πολύ τις μηχανές, το σιτάρι, το μετάξι, το βαμβάκι, δεν έχει αυτιά, μάτια και το εργασιακό προτσέσο προσέλαβε τέτοιες μορφές που στα πλαίσιά του έγινε αδύνατη μια οποιαδήποτε αισθητική δημιουργική δραστηριότητα. Η ανάπτυξη ενός ολοένα και πιο στενού επαγγελματισμού υπομόνευσε στη βάση της τη ζωντανή, ολοκληρωτική σχέση με το προτσέσο και το προϊόν της εργασίας. Ο συνθετικός και σε σημαντικό βαθμό αυτόνομος χαρακτήρας της λαϊκής βιοτεχνίας εμφανίζεται στις συνθήκες της αστικής συνεργασίας περιττός και επιζήμιος. «Οι γνώσεις, η εξυπνάδα και η θέληση… δεν ζητούνται τώρα πια, παρά μονάχα για το εργοστάσιο σαν όλο. Οι πνευματικές δυνάμεις της παραγωγής επεκτείνουν την κλίμακά τους προς μια κατεύθυνση, επειδή εξαφανίζονται από πολλές άλλες κατευθύνσεις. Ό,τι χάνουν οι επιμέρους εργάτες, συγκεντρώνεται στο κεφάλαιο, ενάντιά τους». Ο Μαρξ βλέπει την από μέρους της εργασίας απώλεια των πνευματικών δυνάμεων (συμπεριλαμβανομένης και της καλλιτεχνικής) σαν ένα από τα γενικά γνωρίσματα του αστικού οικονομικού συστήματος. Γι’ αυτό ο Μαρξ υπογραμμίζει ειδικά ότι η βασική αντίθεση της αστικής κοινωνίας, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, ανάμεσα στον εργάτη και τον καπιταλιστή, εξελίσσεται προς μια μορφή τόσο περισσότερο καθαρή και κατάλληλη όσο περισσότερο η εργασία χάνει το χαρακτήρα της τέχνης. Ο Μαρξ αφιερώνει τόσο μεγάλη προσοχή στην αισθητική προβληματική, μέσα στο γενικό σύστημα της οικονομικοκοινωνικής του ανάλυσης, κυρίως γιατί απ’την κοινωνική της φύση η καλλιτεχνική δραστηριότητα είναι ταυτόσημη με τη ζωντανή, ολοκληρωτική, αυτόνομη μορφικά εργασία. Πράγματι σε ιστορικές εποχές όπου η ζωντανή εργασία βρέθηκε να έχει μια ενότητα έστω και σχετική με τους αντικειμενικούς πραγματοποίησής της, δημιουργήθηκαν και οι προϋποθέσεις για μιαν εξάπλωση της καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Και αντίθετα όπου η εργασία βρέθηκε αποσπασμένη απ’αυτούς τους όρους, αποσπασμένη απ’την «αντικειμενική της δραστηριότητα» και πνευματικά αποστραγγισμένη, επήλθε μια κρίση της καλλιτεχνικής παραγωγής. Έτσι, π.χ. η διάλυση των αρχαίων ιδανικών στην ελληνιστική τέχνη συνοδευόταν σταθερά με την υποκατάσταση της ελεύθερης εργασίας, στην οποία βασιζόταν η καλλιτεχνική άνθηση της Ελλάδας, απ’ την εργασία των δούλων.

Ο παραγωγός βλέπει την εργασία σαν μια «κατάρα», ενδιαφέρεται για τα αποτελέσματα της και για την επιτυχία μονάχα στα πλαίσιο αυτού που του καθορίζονται από το μεροκάματο και αδιαφορεί ολότελα για όλα τ’ άλλα: να ποια είναι η τυπική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο παραγωγός μέσα στην καπιταλιστική επιχείρηση.

Οι βαθειές αντιθέσεις που δημιουργήθηκαν μέσα απ’τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές σχέσεις και μέσα στις οποίες καταβαραθρώθηκε η καλλιτεχνική παραγωγή, αποτελούν κι αυτές μια έκδηλη μαρτυρία της πλήρους αποστράγγισης και αποπροσωποποίησης της ζωντανής εργασίας. Η μορφή της καπιταλιστικής παραγωγής βάζει τον εργάτη σε μια σχέση στενά καθορισμένη μέσα στην ίδια τη διαδικασία της δραστηριότητάς του. «Το υλικό που επεξεργάζεται είναι ξένο υλικό, το εργαλείο είναι κι αυτό ξένο, η δουλειά του είναι μόνο μια “προσθήκη”… και αντικειμενικοποιείται στο προϊόν το οποίο δεν του ανήκει». Γι’ αυτό «και η ζωντανή εργασία αντιπαρατίθεται σαν ξένη προς τη ζώσα εργατική δύναμη, της οποίας είναι εργασία και από την εξωτερική ζωή της οποίας έχει προκύψει.

Η αστική πολιτική οικονομία δεν βρήκε τίποτα καλύτερο για να εξηγήσει το γεγονός αυτό απ’ το να αποδώσει τις καθορισμένες αυτές ιδιομορφίες της αστικής μορφής εργασίας στην εργασία γενικά, δηλαδή στην εργασία που αντικρύζεται ανεξάρτητα από τις ιστορικο-κοινωνικές σχέσεις μέσα στις οποίες διεξάγεται. Ήδη ο Άνταμ Σμιθ διαβεβαίωνε ότι η εργασία είναι αιωνίως μη ελεύθερη, ότι είναι «καταναγκαστική εκδήλωση της ζωής», ένα «κακό» και μια «θυσία» που ο άνθρωπος επιβάλλει στη φύση για να εξασφαλίσει τη φυσική του ύπαρξη.

Ο Μαρξ δίκαια αντιτείνει στον Σμιθ ότι ένας γενικός αυθεντικός ορισμός της εργασίας μπορεί να βγει απ’ το ρόλο που αυτή παίζει στην ιστορική εξέλιξη του ανθρώπου, όπου η εργασία, παρά τους ορισμούς του Σμιθ, ενήργησε ακριβώς σαν «δραστηριότητα ελευθερίας». Και σε συνέχεια παίρνοντας για παράδειγμα τη μουσική δημιουργία –«εργασία πραγματικά ελεύθερη»- ο Μαρξ αποδείχνει ότι ακόμα και στο εσωτερικό του συστήματος σχέσεων που ανέλυσε ο Σμιθ, η καλλιτεχνική δραστηριότητα ενεργεί σα ζων μάρτυρας του πραγματικού περιεχομένου της εργασίας εφόσον αυτή παραμένει οργανικά σύμφυτη με τον άνθρωπο μέσω της αυτοδραστηριότητας. Η αντίληψη αυτή βρήκε την πιο καθαρή διατύπωση στις «Θεωρίες της υπεραξίας». «Ο Μίλτων –λέει ο Μαρξ- έγραψε το “Χαμένο Παράδεισο” για τον ίδιο λόγο που ένας μεταξοσκώληκας παράγει μετάξι. Ήταν μια εκδήλωση της φύσης του».

Πρέπει συνεχώς να έχουμε υπόψη ότι ο Μαρξ αντιπαραθέτει την καλλιτεχνική δραστηριότητα όχι στην υλική παραγωγή γενικά, αλλά στην αστική μορφή της εργασίας. Μάλιστα το πρόβλημα είναι ότι η εργασία στην αυθεντική ιστορικο-κοινωνική της έννοια αποτελεί την αντίθεση της αστικής μορφής εργασίας και ότι η καλλιτεχνική δραστηριότητα αποκαλύπτει την πραγματική της σημασία με πειστική ενάργεια. Γι’ αυτό στην πολεμική του ενάντια στον Σμιθ ο Μαρξ αντιμάχεται με ιδιαίτερο τρόπο και τις ουτοπικο-ρομαντικές αντιλήψεις που εκφράζονται καθαρά στη λεγόμενη θεωρία της «προσποίησης», σύμφωνα με την οποία η ελεύθερη δραστηριότητα δεν έρχεται σε αντίθεση με τον αστικό χαρακτήρα της εργασίας, αλλά με την εργασία γενικά (με τη σοβαρότητά της, την έντασή της, τον τελικό σκοπό της κλπ.) Ο Μαρξ υπογραμμίζει αντίθετα ότι η ελεύθερη και ενεργητική εκδήλωση του ανθρώπου δεν είναι «μονάχα το παιχνίδι, η διασκέδαση, όπως με αφέλεια πίστευε ο Φουριέ και όπως νομίζουν οι μοδιστρούλες. Πραγματικά η ελεύθερη εργασία, π.χ. ένα μουσικό έργο, είναι ταυτόχρονα κάτι το διαβολεμένα σοβαρό, είναι μια ισχυρότατη ένταση». Ο Μαρξ προσθέτει ότι η εργασία θα προσλάβει στο μέλλον τα γνωρίσματα της καλλιτεχνικής δραστηριότητας και περιγράφει τις συνθήκες μέσα στις οποίες αυτό θα γίνει πραγματοποιήσιμο.

Μετάφραση Μανόλη Φουρτούνη για την Επιθεώρηση Τέχνης, 49

Advertisements