Αυτός ο ΝΕΠ Νο 2, μ’ όλο το βάρος του αλογίσιου κολάρου του, στηρίζεται πάνω σ’ ανθρώπους που τους κατατρώγει άσβεστη φλόγα.
Αυτοί δεν ξεχνούν ποτέ πως είναι μέσα στα χαρακώματα, και ότι απέναντί τους τους σημαδεύουν όπλα εχθρικά. Ακόμα κι όταν καλλιεργούν πατάτες κοντά στα χαρακώματα, ποτέ δεν αφήνονται σε φαντασιώσεις –ποτέ δεν φαντάζονται πως το χαράκωμα δεν είναι χαράκωμα μα «ΝΤΑΤΣΑ» (εξοχικό σπίτι), αυτή η πραγματοποιημένη ουτοπία, το χωριό-κήπος ή πώς ο εχθρός δεν είναι παρά ένας γείτονας του σπιτιού. Ξέρουν πως αν μπορεί να υπάρξει συναδέλφωση ανάμεσα σε ταξικά αδέλφια που τα χώρισε ο ιμπεριαλισμός, συναδέλφωση ανάμεσα σε ταξικούς εχθρούς είναι αδύνατη.

Μέσα στο ΝΕΠ Νο 2, βρίσκει κανείς εκείνους που, αγγιγμένοι απ’τη φλόγα του ρώσικου Οκτώβρη, δεν θα σβήσουν πια ως το θάνατό τους ή ώσπου να λαμπαδιάσει ο παγκόσμιος Οκτώβρης. Αυτούς που στις πιο απόμακρες γωνιές, καθισμένοι στις πιο άθλιες μεριές, εκτελούν την πιο ανώνυμη δουλειά χαρούμενοι, έχοντας συνείδηση της σημαντικότητάς τους σαν κομμάτια του επαναστατικού μετώπου συγκέντρωσης δυνάμεων.
Εκεί βρίσκει κανείς ιδιαίτερα τη θαυμάσια σημερινή επαναστατική νεολαία.
Αυτοί οι δύο ΝΕΠ, που σημαδεύουν δύο διαμετρικά αντίθετες αντιλήψεις για τον κόσμο, παλεύουν αγώνα θανάτου. Κι αυτός ο αγώνας, παρά τη φαινομενική ηρεμία που παρουσιάζει –όπως όταν εισχωρούν στους ιστούς ενός οργανισμού μικροσπόροι, δεν είναι λιγότερο «υπεύθυνος» από τον όποιο κλάδο της βιομηχανίας και του εμπορίου. Είναι ο αγώνας για την κουλτούρα, για τον βαθμό των φυσικών και ψυχικών εφοδίων, η μάχη για τη σταθερότητα των συμπαθειών και των υποχρεώσεων…
Εδώ, στη διεργασία της ενδοανασκόπησης και αμοιβαίας δράσης, αντιτίθεται η αστική αντίληψη για τον κόσμο: ατομικισμός, ιδεαλισμός, δυϊσμός, νασιοναλισμός, στον κολλεκτιβισμό, στον υλισμό, στο διεθνισμό της επαναστατικής αντίληψης του κόσμου.
Μέσα σ’αυτόν τον αγώνα για την κουλτούρα στο σύνολό της, εκείνο που μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι ο αγώνας που γίνεται με τα μέσα της τέχνης για τις αγορές της αισθητικής κατανάλωσης. Η μάχη αυτή συνίσταται στο να δοθεί μια φόρμα στις συγκινήσεις της παθητικής μάζας, να της μεταδοθεί ένας αριθμός συμπαθειών και αντιπαθειών, να τραβηχτεί το ενδιαφέρον της πάνω στην τέτοια ή τέτοια μέθοδο που θα επιτρέψει να νικηθεί η δύναμη του περιβάλλοντος.
Η τέχνη δεν περιορίζεται να διαπιστώνει, επιδρά πάνω στον ψυχισμό, παρουσιάζει τα υλικά μ’ έναν ορισμένο εκλεκτικό τρόπο και συγκεντρώνει το ενδιαφέρον σε τέτοιους συσχετισμούς ιδεών που γεννούν στο πνεύμα του καταναλωτή μια αδιάπτωτη προσοχή για τις αναλογίες και τις μεθόδους έκφρασης που είναι χαρακτηριστικές του παραγωγού. Οποιαδήποτε τέχνη, ακόμα και η πιο αιθέρια, η λιγότερο ανοιχτή στον κόσμο, η περισσότερο ανένταχτη (χωρίς, συχνά, νά’χει ο ίδιος ο παραγωγός της συνείδηση…) εξαιτίας του γεγονότος ότι είναι αντικειμενική και δεν βάζει σα στόχο της να εξασκήσει μια πίεση κοινωνικοψυχολογική, οποιαδήποτε τέχνη, λοιπόν, περιέχει μέσα της ένα συγκεκριμένο προσανατολισμό και εξυπηρετεί, αντικειμενικά, ορισμένους σκοπούς στην πάλη των τάξεων.
Αν είναι έτσι, τότε η τέχνη των ξεπερασμένων κοινωνικών φάσεων: τόσο η ύπνωση του ρομαντισμού και ο αισθητισμός των συμβολιστών, όσο και η ρεαλιστική τέχνη και ο νατουραλισμός και η ηθογραφική τέχνη, είναι τέχνη επικίνδυνη για την αλλαγή την υπαγορευμένη από την επανάσταση, του ανθρώπου του κλεισμένου στον εαυτό του μέσα στη φετιχιστική του αυταρχικότητα, σ’ ένα άνθρωπο-όργανο της κοινωνικής δράσης, που ξεχνά τ’ όνομά του στ’ όνομα της προόδου, σ΄αλληλεγγύη με όλη την τάξη του, για τη νίκη κατά το δυνατό ην πιο απόλυτη πάνω στις οπισθοδρομικές δυνάμεις, για την επίτευξη ενός στο μάξιμουμ εντατικού τρόπου ύπαρξης.
Κατά τη διάρκεια της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, οι αγορές της αισθητικής κατανάλωσης μετατοπίστηκαν κατά πολύ ενδιαφέροντα τρόπο σχετικά με τα πρώτα χρόνια της επανάστασης.
Στη δεύτερη περίοδο της Νέας Οικονομικής Πολιτικής• τα κοινωνικά ανακλαστικά πού’χαν μισοπνιγεί από την επανάσταση, αλλά ζούσαν ωστόσο, ξαναφάνηκαν στην κλίση των ανθρώπων για κατανάλωση ενός αισθητικού προϊόντος που σ’αυτό ήταν συνηθισμένοι κατά την προεπαναστατική περίοδο. Αποτέλεσμα: τ’ ακαδημαϊκά και τα ερασιτεχνικά θέατρα ξαναβρέθηκαν γεμάτα, και για τη δουλειά τους, την προσφορά όπιου, είδαν να τους αποδίδονται εξυπηρετικά ιδεολογικές προσφορές του τύπου «η δίκαια ανάπαυση του προλετάριου» ή ακόμα «η μελέτη των μεγάλων έργων της καπιταλιστικής περιόδου». Ξεχνούσαν, κάνοντάς το, ότι σαν κοιτάει κανείς κάτι μια φορά, είναι μελέτη, αλλά σαν επανέρχεται επίμονα δέκα φορές στο ίδιο πράγμα, τότε είναι υποβολή του εγκεφάλου από μια ορισμένη ψυχολογική δράση πού’χει σαν αποτέλεσμα τη συγκινησιακή αφομοίωση των κυρίαρχων τάσεων της εποχής όπου έγινε το έργο, αλλά καθόλου εκείνη των τάσεων της εποχής. Όσο για τα θέατρα που προσπαθούσαν να λύσουν το πρόβλημα του ανθρώπου-δράσης, του κοινωνικού ανθρώπου, του οργανωμένου ανθρώπου, και που απαιτούσαν απ’το κοινό τους, ακριβώς, μια πραγματική δουλειά, αυτά τα θέατρα έμειναν έρημα, πηγαίνοντας σίγουρα απ’ το κακό στο χειρότερο, και βλέποντας την ύπαρξή τους να κινδυνεύει διαρκώς.
Στη μουσική, ένα πρόβλημα που άρχιζε να διαγράφεται, αυτό της πολυφωνίας, με βάση θορύβους και ήχους, έμεινε σαν μετέωρο.
Όσο για την επανάσταση στην τέχνη, η έρευνα καινούριων τεχνοτροπιών και μεθόδων, όλο αυτό το κίνημα που τα δέκα τελευταία χρόνια ονομάστηκε φουτουρισμός – η επανάσταση στην τέχνη, κι αυτή έχανε τα δόντια της στη μετωπική, ανοιχτή και βίαιη επίθεση.
Η τέχνη της μεγάλης κατανάλωσης κατάφερνε να «έχει ανοσία» περιλαμβάνοντας μικρές δόσεις απ’την καινούρια τέχνη. Εκμοντέρνιζε την παραγωγή της, την τόσο βλαβερή από κοινωνική άποψη, δίνοντάς της τ’ όμορφο χρώμα της νιότης, αλλά «μετριοπαθώς», δηλαδή χωρίς να φτάσει τη δόση που κάνει να ταράζεται ο στοιχειώδης ρυθμός μιας οργανικής ανάπτυξης και να σπάνε οι κοινωνικοψυχολογικοί δεσμοί. Με την ένεση μιας αδύνατης ποσότητας επαναστατικού δηλητηρίου στις φλέβες της καθημερινής ύπαρξης, η γέρικη τέχνη κατόρθωνε να σώζει την πραγματική της ουσία: αυτήν ενός εργαλείου που εξασκεί μια ταξική πίεση (αστική) πάνω στον ψυχισμό των μαζών (…). Έτσι, μπορούσε κανείς να ρίξει πάνω στα μούτρα της αριστερής τέχνης την ακόλουθη παρατήρηση: «Τι δεν σας αρέσει; Βλέπετε καλά πώς σας χρησιμοποιούμε, σας ενσωματώνουμε στη ζωή, τουλάχιστον όσον αφορά στο “υγιές στοιχείο» σας”» (…)
Τρίτο, η ίδια η αριστερή τέχνη, κάτω απ’την επίδραση των απαιτήσεων της ζήτησης, αναγκαζόταν να κάνει σαφείς παραχωρήσεις, ν ‘ αλλάζει όψη για να «κολακέψει το γούστο του κοινού».

 

Μετάφραση: Βάσιας Καρκαγιάννη-Καραμπελιά για το περιοδικό Φιλμ, 16, 1979

Advertisements