1930. Αντί ν΄αρχίσω να γράφω μυθιστόρημα, ξεκινάω να γράφω ημερολόγιο. Είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από τη λογοτεχνία, πολύ πιο συναρπαστικό. Το ανάγνωσμα αυτού του είδους προκαλεί ενδιαφέρον, που δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα. Ας με φυλάξει ο Θεός απο τη λογοτεχνία. Σε καμιά περίπτωση να μην μουτζουρώνω, να μην σβήνω, αλλά να γράφω, ό, τι μου κατέβει στο κεφάλι-  χωρίς εκλεκτισμούς, λακωνικά.

 

Άνοιξη. Απρίλης. Κρύο. Σήμερα, στη δύση της η μέρα έλαμψε. Το ψηλό, μακρυνό κτίριο κιτρίνισε σαν ποτήρι με τσάι. Χόντρυνα, απέκτησα κοιλιά. Πώς να σωθώ; Είναι άραγε ακόμα εφικτό να φέρω πίσω τα νιάτα, ή ήρθε το τέλος; Τριάντα ενός ετών, παχουλός, κοντός λαιμός, φρικτά μυστικά στο βάθος του στόματος (εδώ ο λογοτέχνης υπονοεί, ότι έχει χαλασμένα δόντια και ότι για κάποιους δικούς του λόγους δεν τα θεραπεύει). Είναι ωραίο να έχει ένας άνδρας μερικά χρυσά δόντια. Είναι – λόγω τιμής- χαρακτηριστικό της κομψής ανδρικότητας.

Ανήσυχη είναι η άνοιξη φέτος.

Όσο και να γράφεις, όσες ανεξάρτητες σκέψεις και να έχεις, δεν μπορείς να αποφύγεις το «ροζανοβισμό», όταν επιλέγεις να γράφεις μ΄αυτόν τον τρόπο.

Η γενιά μας (των τριαντάρηδων διανοουμένων) – δεν είναι μορφωμένη γενιά. Πολύ πιο πολιτισμένοι, πολύ πιο έξυπνοι – πολύ πιο σημαντικοί απο μας ήταν ο Μπέλι, ο Μερεζκόφσκι,ο Βιατσεσλάφ Ιβανώφ. Και ένας αληθινός γίγαντας, πιστεύω, ήταν στα τριάντα του χρόνια ο Ντοστογιέφσκι. Δεν ανακαλύπτουμε καμιά Αμερική. Ας σκεφτούμε το εξής: τα πάντα έχουν ήδη συμβεί, όλες οι σκέψεις, που παρουσιάζονται σήμερα ως ανακάλυψη, έχουν ήδη ειπωθεί, ακόμα και σε κάποια δευτερεύουσα πρόταση. Ειπώθηκαν απο τον Ντοστογιέφσκι. Και ο δικός μας πολιτισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα παιχνίδι γνώσεων. Επιστρέφουμε από τον βραδινό μας περίπατο και λέμε στη γυναίκα μας ενώ πίνουμε το τσάι μας: «Ξέρεις, ο Θερβάντες ήταν κατάδικος στις γαλέρες». Και οι γυναίκες μας μας σέβονται. «Ξέρεις ποιοί είναι οι Ούγγροι? Οι Ούγγροι είναι Μογγόλοι. Λένε, πως είναι απόγονοι των Ούννων».
Αυτός είναι ο πολιτισμός των τριαντάχρονων διανοουμένων. Πως είναι τότε ο πολιτισμός των υπολοίπων, των μη-διανοουμένων, της νεολαίας?
Έχω τελειώσει οχτώ τάξεις του Γυμνασίου. Μετά σπούδαζα δύο χρόνια στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου. Μέσα σ΄αυτά τα δύο πανεπιστημιακά χρόνια δεν αφομοίωσα απολύτως τίποτα. Πέρασα μονάχα ένα μάθημα: τη θεωρία του Δικαίου. Θυμάμαι μόνο ένα όνομα – εκείνο του καθηγητή Τσέριχ. Αυτά. Θεμελιώδεις γνώσεις: γεωγραφία, ιστορία. Μετά- διάβαζα. Δεν διάβαζα πάρα πολύ. Ας πούμε δεν έχω διαβάσει καθόλου Δαρβίνο, Σπένσερ, ούτε και τους φιλοσόφους- Κάντ, Χέγκελ. Ό, τι γνωρίζω για δαύτους κάνει μόνο για το παιχνίδι των γνώσεων: Χέγκελ- σημαίνει διαλεκτική, Κάντ- υπερβατικολογικές κατηγορίες (και τί σημαίνει αυτό- ούτε που έχω ιδέα!). Διαλεκτική- είναι η τέχνη της συζήτησης ( βγαλμένο απο το λεξικό, η πρώτη κι όλας έννοια της λέξης). Ο Κάντ – είναι ιδεαλιστής. Ονόμαζε τον εαυτό του κριτικό. Ζούσε στον Κένιγκσμπεργκ. Στην γυναίκα μου, ενώ πίνουμε το τσάι μας: » Ξέρεις τριάντα ολόκληρα χρόνια ο Κάντ έκανε καθημερινά τον ίδιο περίπατο!» Και η γυναίκα μου με σέβεται. Και ποιός «ορθόστησε» τη διαλεκτική του Χέγκελ? Ο Μαρξ? Δεν έχω ιδέα. Στις συζητήσεις με τους άλλους τους ρίχνω στάχτη στα μάτια. Και όμως, τα καταφέρνω καλά, δεν μπερδεύομαι, δεν αποκαλύπτομαι- αντιθέτως, ο περισσότερος κόσμος με αποκαλεί » τέρας μορφώσεως», κι εγώ έχω το θράσος να θλίβομαι στα έργα μου για την καταστροφή του πολιτισμού του παρελθόντος, σαν να τον γνωρίζω! Σκέτη απάτη, απατεωνιά, γνωρίζω μόνο ονόματα και τίποτα άλλο. Και αυτά τα ονόματα μου προκαλούν ρίγος, καμιά φορά δακρύζω: ακού, Τζορτζιόνε!

Κάποτε πίστευαν, ότι η Γη στέκεται πάνω σε τρείς φάλαινες, και ήταν επίσης απολύτως επιστημονική για εκείνη την εποχή άποψη. Μετά αιώνες ολόκληρους επικρατούσε η πεποίθηση, ότι η Γη είναι ακίνητη και γύρω της σαν γύρω από κάποιο κέντρο- περιστρέφονται όλα τα υπόλοιπα. Οι προσπάθειες διάψευσης αυτών των αληθειών κόστιζαν ζωές.
Με άλλα λόγια η κάθε δεδομένη κατάσταση γνώσεων θεωρείται επιστήμη, δηλαδή ένα άθροισμα αληθειών και μοναδικά σωστών θέσεων. Και ποιόν πρέπει να πιστεύεις αν όχι την επιστήμη?
Και ο άνθρωπος του Μεσαίωνα ήταν απόλυτα σίγουρος, ότι η επιστήμη του είναι αλάνθαστη και έχει ακλόνητο κύρος, όπως πιστεύουμε κι εμείς σήμερα για το αληθές της δικής μας επιστήμης. Χωρίς εντωμεταξύ να υπάρχουν εγγυήσεις, ότι στην εποχή μας ή και αργότερα δε θα υπάρχουν κάποιες ριζικές διαψεύσεις. Η Γη πάνω σε τρείς φάλαινες – είναι γελοίο. Παραμύθι. Βρίσκεται ήδη στην χώρα των μάγων, των νεράιδων ,των γιγάντων.

Όμως και κάποιοι απο τους σημερινούς ισχυρισμούς μπορεί να είναι ανυποψίαστα γελοίοι. Εμένα, για παράδειγμα, μου φαίνεται μεσαιωνικός ο ισχυρισμός, ότι η ικανότητα της μύγας να περπατάει στο ταβάνι οφείλεται σε κάποια κολλώδη μαξιλαράκια στα ποδαράκια της. Πώς τότε ξεκολλάει τα πόδια της αν είναι κολλημένα? Εγώ νομίζω, πως η μύγα, καθώς κατευθύνεται στο ταβάνι, δεν καταλαβαίνει, ότι αρχίζει να πετάει με το κεφάλι προς τα κάτω… Δεν καταλαβαίνει τίποτα. Μου φαίνεται, ότι τελικά συμβαίνει το εξής: το ταβάνι πάντα βρίσκεται απο κάτω της και όχι απο πάνω, κι εκείνη κατεβαίνει παντού, όπως θα κατέβαινε, ας πούμε, το βλήμα, σταλμένο στη Σελήνη. ( Σκέψεις σε ώρα σχόλης, μετά το γεύμα, μέσα στο πνεύμα ενός αυτοδίδακτου φιλοσόφου- δουλοπάροικου).

Όλα τα όνειρά μου ήταν πάντα στραμμένα στη Δύση. Δε γνώριζα τη Ρωσία, δεν την έβλεπα. Στην Οδησσό ο γιός ενός οδοκαθαριστή με το διεθνές ψαράδικο όνομα Θωμάς μου διηγόταν για τη θαλάσσια ζωή. Ήταν Ρώσος, Νοβορώσος, γιός ενός οδοκαθαριστή, που φορούσε το σήμα του επαγγέλματός του στο στήθος, κι όμως πρόφερε χωρίς την παραμικρή δυσκολία : Κολόμπο, Σιγκαπούρη, Χογκ-Κογκ. Μια φορά, όταν εκείνος επέστρεψε μετά από σύντομη απουσία, έμαθα, ότι επισκέφθηκε την Μασαλία και το νησί Μάλτα.
Η Οδησσός σαν να ταξίδευε ήδη. Σαν να ήταν αποκομμένη απο την ήπειρο και ήδη βρισκόταν υπότην εξουσία της θάλασσας και των ναυτικών. Την ίδια ώρα η ήπειρος, που ξεκινούσε για μένα αμέσως πίσω από τις σιδηροδρομικές γραμμές, πέρα απο το σταθμό Οδησσός- Μάλαγια, και μου φαινόταν γκρίζα, δημόσια, όμοια με το κτίριο του Ειρηνοδικείου στην πλατεία του σταθμού- στη φαντασία μου η Ρωσία- αυτή η ήπειρος βρισκόταν στην εξουσία του σταθμάρχη. Και αν το έμβλημα της δικής μου ηπείρου ήταν ο ναυτικός, που στα ταξίδια του και στα νταραβέρια του έχανε τα εθνικά του γνωρίσματα – ενας μαύρος, με πρόσωπο, γεμάτο πίσσες, ναυτικός, το σήμα της Ρωσίας- ήταν ο σταθμάρχης- όλος εθνικότητα αυτός -με το στρογγυλό αστρακάν σκούφο, με τα μαύρα γυαλιστερά σαλβάρια, γυρισμένα πάνω στις μπότες, με το φουντωτό του μούσι, με σακκούλες κάτω απο τα μάτια, δεμένος με κάποιο έμμεσο τρόπο με το παπαδαριό, με το πορτραίτο του Αλέξανδρου ΙΙΙ.
Η Ρωσία για μένα ήταν μια ομαδική φωτογραφία, την οποία μπορούσες να συναντήσεις σε σπίτια δημοσίων υπαλλήλων. Τί πιο σιχαμερό απ΄αυτό το οικογενειακό κεμήλιο, τοποθετημένο σε μαύρο σκαλιστό πλαίσιο με το σπασμένο στην πάνω γωνιά τζαμάκι.
Γιατί ακόμα και ένα τόσο ελεύθερο πράγμα, όπως η φωτογραφία, η ουσία της οποίας είναι η στιγμαία αποτύπωση της ζώσας ζωής, απέκτησε στη Ρωσία τάση προς την ακινησία, προς τον μουχλιασμένο κανόνα, ο οποίος ορίζει για νομοθέτη έναν βλάκα φωτογράφο, που στα προϊόντα του τυπώνει το μετάλλιο του προμητευθη της Αυλής της Αυτού Μεγαλειότητος.
Γιατί ενας κοντοκουρεμένος λεβέντης ημιστρατιωτικού τύπου με γυαλισμένες μπότες κάθεται σταυροπόδι σε πρώτο πλάνο σε όλες τις ρωσικές ομάδες?
Πουθενά αλλού δεν αποκαλύπτει με τόση ειλικρίνεια την κρυφή του γνώμη για τον εαυτό του, όσο σ΄αυτές τις ομάδες, όταν εκείνη τη στιγμή, που ο φωτογράφος λέει: » Προσοχή, τραβάω!», ο καθένας ξεφεύγει απο τη σφαίρα προσοχής του διπλανού του και αποκτάει για ένα δευτεπόλεπτο την ευκαιρία να απομονωθεί ,και ξεχνώντας τη φυσική του ντροπαλότητα, να δείξει τη φανταστική ομορφιά, που περίμενε πώς και πώς αυτό το δευτερόλεπτο.
(Οι γιακάδες των σακακιών στηρίζουν τα κεφάλια τους. Ω, ακούω τον θόρυβο του χνουδιού, που φυτρώνει σ΄αυτούς τους γιακάδες και καίει τα πιο τρυφερά σημεία του δέρματος κάτω απο τα αφτιά. Ακούω, πώς με κάθε τους κίνηση τρίζει μέσα τους το χαρτόνι, τυλιγμένο σε τούλι, νοιώθω, πώς με κάθε εκπνοή ανασηκώνεται στην θηλειά της η κόπιτσα.
Στα κεφάλια τους στέκονται οι τραγιάσκες με ανασηκωμένα τα αφτιά. Εδώ στη συνείδησή μου αναδύονται οι λέξεις, που όσο και να χτυπιέμαι, τρυπώνουν στο λεξιλόγιό μου.
Είναι οι γιάπηδες. Ανάμεσά τους ξεχωρίζω έναν και δεν μπορώ να πάρω το βλέμμα μου απο πάνω του. Στέκεται σαν ξόανο. Γνωρίζω τα πάντα γι΄αυτόν. Κανένας δεν προδόθηκε, όσο αυτός. Ξέρω όλο το παιχνίδι της ψυχής, που συνόδευε αυτό το μικρό περιστατικό στη ζωή του, όταν τον είχαν προσκαλέσει να συμμετέχει στην ομαδική φωτογραφία. Η αγνότητα και η πονηριά ενώθηκαν μέσα στην ψυχή του. Όλο το ύφος του εκλιπαρεί εμένα, τον παρατηρητή, που ήρθε μετά απο χρόνια, να τον δει ξεχωριστά απο τους άλλους.)

Σαράντα γομάρια παρατάχθηκαν στο σχήμα της κόλουρου πυραμίδας στο χαρτόνι μπροστά μου, στο χαρτόνι, πού άρχισε να αποκτά απόχρωση ούρων. Οι πιο νέοι και οι πιο λεπτοί υψώνονται στο πίσω μέρος της φωτογραφίας: πιθανόν, ο φωτογράφος τους τοποθέτησε πάνω σε πάγκο. Ο καθένας τους εκλιπαρεί να κοιτάζω μόνο εκείνον. Σε κάθε πρόσωπο μπορώ να διαβάσω τη μέγιστη ματαιοδοξία, που δεν καίει παρά μονάχα ένα κλάσμα δευτερολέπτου και αμέσως μετά προσποιείται , πως ήταν ενα αστείο, ξεσκεπάζεται. Ακόμα και ο τσάρος δείχνει στις φωτογραφίες να λέει : » Να΄μαι κι εγώ!»
Πόσο φοβερή γελοιότητα εκπέμπουν αυτά τα » να΄μαι κι΄εγώ!» , όταν έρχεσαι απο μια άλλη εποχή να τα συναντήσεις. Ποιοί ήταν αυτοί οι μουσάτοι? Κυνηγού? Γιατί μερικοί απ΄αυτούς ακουμπάνε στις κάπες τους? Γιατί στα πόδια της κεντρικής φιγούρας κάθεται ενα πόιντερ?

Είναι η Ρωσία, και την μισώ. Κι αν τραβήξουμε το χαρτόνι απο το τζάμι, θα δούμε στην ανάποδη πλευρά του το επίθετο του φωτογράφου, χαραγμένο με χρυσά γράμματα- την επιγραφή, που μοιάζει με το ιπτάμενο καράβι , όπου κάθε γράμμα είναι φουσκωμένο σαν πανί…

Σήμερα, όταν πέρασαν δώδεκα χρόνια απο την επανάσταση, αναρωτιέμαι: ποιός είμαι? Τί έγινα?

Είμαι ρώσος διανοούμενος. Αυτό το παρατσούκλι επινόησαν στη Ρωσία. Στον υπόλοιπο κόσμο υπάρχουν γιατροί, λογοτέχνες, πολιτικοί. Εμείς έχουμε ακόμα μια ειδικότητα- τους διανοούμενους. Διανοούμενος είναι εκείνος, που αμφισβητεί, που υποφέρει, που διχάζεται, που παίρνει πάνω του τις ενοχές, που μετανοεί και ξέρει ακριβώς τι είναι η συνείδηση, τι είναι ο ηρωισμός…κ τ.λ.
Το όνειρό μου είναι: να πάψω να είμαι διανοούμενος.

Είμαι κοντός, μα ο κόσμος μου, πάντως, θα ταίριαζε σε εναν μεγαλόσωμο άνδρα.
Τα πόδια μου είναι κοντούτσικα – γι΄αυτό είμαι κακοφτιαγμένος, γελοίος με φαρδείς ώμους, χαμηλό λαιμό και είμαι χοντρός.

Ποτέ μου δεν πίστευα, ότι θα γίνω χοντρός. Και να, άρχισα να παχαίνω από τα είκοσι πέντε μου χρόνια. Και τώρα που είμαι τριαντάρης, είμαι ενας χοντρός κοντούλης παραφουσκωμένος, με την αίσθηση ενός περιλαίμιου στον αυχένα και κάτω απο το πηγούνι, με βουητό στ΄αφτιά, με τα μάτια, που κοκκινίζουν μετά απο τον ύπνο, όταν σκύβω και από το κρύο…
Έχω σαρκώδη μύτη, αρκετά υποφερτού σχήματος , στενά χείλη, εξέχον πηγούνι, μάτια που κάθονται πολύ βαθειά, θανατερά θα έλεγα. Το πρόσωπό μου είναι υπολογισμένο για κάποιον με πολύ σημαντική βιογραφία.
Το στόμα μου είναι σάπιο, πολλά χαλασμένα δόντια, μαύρα και μέσα στο στόμα – μια χοντρή, ασπρουλή, μια γέρικη γλώσσα…
Είμαι ατημέλητος. Τα ρούχα μου καταστρέφονται γρήγορα. Μόλις βγάζω το σακκάκι μου, φαίνομαι στον εαυτό μου αξιοθρήνητος, σαν ενας αστείος μπαμπάκας. Όπως συμβαίνει με όλους τους χοντρούς, το πουκάμισό μου με ένα ιδιαίτερο κόλπο μαζεύεται στην κοιλιά κου, τα καπούλια μου ξεχειλίζουν και η κοιλιά ετοιμάζεται να πεταχθεί έξω. Τότε σκέφτομαι, ότι η ανδρική ευτυχία δεν είναι προσιτή σε μένα – εννοώ την αψεγάδιαστη ευτυχία. Πάντως καμιά φορά έρχονται και άλλες σκέψεις: όλα αυτά μου συμβαίνουν εξαιτίας του ρωσικού τρόπου ζωής, εξαιτίας της πλήρους μου αδιαφορίας. Όλα θα μπορούσαν να είναι εντελώς διαφορετικά. Αν προσπαθούσα να πειθαρχήσω… Αν είχα, ας πούμε, κάποιο άλλο διαμέρισμα, με ντούς ή μπάνιο, με μεγάλο καθρέφτη, με κασετίνα για μανικετόκουμπα και γραβάτες… Γυμναστική, πρωϊνό ξύπνημα… ‘Ενα ταξίδι στο εξωτερικό, μια ματιά στους Ευρωπαίους… Κάτι απο όλα αυτά θα μπορούσε ν΄αλλάξει τη ζωή μου…
Ομως όλο και κάτι μ΄εμποδίζει, δεν καταφέρνω να πειθαρχίσω.
Πρωϊνό ξύπνημα, ελαφριά διατροφή.
Είμαι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Βγάζω πολλά χρήματα και έχω την δυνατότητα και να πίνω και να κοιμάμαι πολύ. Μπορώ να κραιπαλιάζω κάθε μέρα. Όλοι οι φίλοι μου, οι συγγραφείς κραιπαλιάζουν επίσης. Καθόμαστε στο τραπέζι, συζητάμε, λέμε αστεία, γελάμε. Με ποιά αφορμή? Δίχως αφορμή! Δεν υπάρχει καμιά γιορτή, όυτε μέσα, ούτε έξω- κι εμείς κραιπαλιάζουμε. Στα κονσερβοκούτια μπροστά μας- καφετιές λάσπες, οι καφετιές λάσπες είναι και στα πιάτα.
Φέρνουν την καφετιά λάσπη, την σερβίρουν, σηκώνεται ατμός, στις καφετιές λάσπες ψαρεύουμε μανιτάρια. Πόσο χαριτωμένοι είναι όλοι γύρω μου! Πόσο ευχάριστοι! Τι ευχαρίστηση είναι να πίνεις, να μασας, να επικοινωνείς!..
Είμαι γεμάτος απο καφετιά λάσπη!
Την αυγή επιστρέφω στο σπίτι, πέφτω με τα ρούχα στο κρεβάτι και κοιμάμαι. Και κοιμισμένο, με βασανίζουν οι κρίσεις της καούρας, και μέσα στον ύπνο μου η καούρα μεταμορφώνεται σε ομάδα επισκεπτών, που ανεβαίνει απο τη σκάλα στο σπίτι μου, ορμάει με φωνές και χειρονομίες απο την πόρτα και το ίδιο ξαφνικά εξαφανίζεται.
Στο διάδρομο κρέμεται το τηλέφωνο. Είμαι ξαπλωμένος και περιμένω. Κάθε μέρα. Πρέπει να με πάρει τηλέφωνο. Και θα πάρει. Θα περιμένω μέχρι…

Είμαι άρρωστος.
Ξυπνάω κατα τις τρείς.
Είμαι ξαπλωμένος με τα ρούχα, σκεπασμένος με το παλτό μου, με κολλάρο και γραβάτα, με παπούτσια και γκέτες, το σακκάκι είναι κουμπωμένο.
Νοιώθω την ακαθαρσία του στόματός μου, της αναπνοής, του οισοφάγου. Νοιώθω το συκώτι, που βρίσκεται μέσα μου σαν βαρύ βρεγμένο ζώο, που σαλεύει.

Θέλω να ζώ με γυναίκα.

Πουρές. Πρέπει να τρέφομαι μόνο με πουρέ. Αν πώ: θέλω να τρώω πουρέ, θα γελάσουν και θα μου απαντήσουν: και γιατί δε τρως, ποιός σε εμποδίζει?
Πράγματι, κανείς δεν με εμποδίζει. Πρέπει ν΄αγοράσω πατάτες και να ζητήσω απο την γειτόνισσα να μου βράσει τον πουρέ μου. Ή να πάω σε εστιατόριο για χορτοφάγους. Και στο κάτω- κάτω και στα γλέντια μας θα μπορούσα να παραγγείλω έναν πουρέ.
Ίσως ακούγεται λίγο εκκεντρικό, αλλά συμβαίνει ακριβώς αυτό, που λέω: ονειρεύομαι έναν πουρέ. Δεν θέλω άλλες καφετιές λάσπες. Όμως, σκέφτομαι και πάλι σαν χορτάτο αφεντικό. Αφού υπάρχει τόσος κόσμος, που ονειρεύεται κρέας! Έχω πάθει κορεσμό.. Έχω γερό πορτοφόλι. Μπορώ να διαλέγω. Άρα πρέπει να πετάξω το πορτοφόλι μου, να σταματήσω να βγάζω λεφτά. Ίσως είναι ο δρόμος προς την αγνότητα, που στις σκέψεις μου παίρνει την αλληγορική μορφή του πουρέ?
Γράφω τις ποιητικές επιφυλλίδες σε μια μεγάλη εφημερίδα. Για κάθε μου επιφυλλίδα πληρώνομαι όσο παίρνει ενας σταθμάρχης του σιδηρόδρομου σε ένα μήνα. Καμιά φορά μου ζητούν δυό επιφυλλίδες την ημέρα. Ο μισθός μου στην εφημερίδα φθάνει τα 700 ρούβλια. Μετά – δουλεύω ως συγγραφέας. Έγραψα το μυθιστόρημα » Φθόνος», που είχε επιτυχία και όλες οι πόρτες άνοιξαν διάπλατα μπροστά μου. Τα θέατρα μου παρήγγειλαν έργα, τα περιοδικά περιμένουν τα γραπτά μου, παίρνω προκαταβολές απο παντού.
Και να, σε κάποιο αόρατο ημερολόγιο γράφω: υπερβολικά πολλές κραιπάλες στη ζωή μου! Δώστε μου πίσω την αγνότητά μου, έχω παραφουσκώσει…θα βρώ την αγνότητά μου, χαμένη ποιός ξέρει πού και πότε… η ζωή μου είναι απαίσια…….πρέπει να γίνω φτωχός. Θ΄αρπάξω την άκρη του νήματος και θα ξετυλίξω το κουβάρι…
Δεν με παίρνει τηλέφωνο. Στις δύο η ώρα σηκώνω το τηλέφωνο και την καλώ. Και η συζήτηση αρχίζει.
Πρός τα τριάντα μου χρόνια, στο άνθος της ηλικίας μου, εγώ, όπως συμβαίνει με τους περισσότερους έχω οριστικοποιήσει τις απόψεις μου σχετικά με τον κόσμο και τη ζωή, τις οποίες πλέον θεωρώ φυσικές και σωστές.
Τα συμπεράσματα που έβγαλα θα μπορούσαν άνετα ν΄ανήκουν τόσο σε έναν μαθητή όσο και σε έναν φιλόσοφο. Συμπεράσματα για την ανθρώπινη ατιμία, τον εγωϊσμό, τη δύναμη του πρόστυχου, την μικρότητα, την ματαιοδοξία, τον φόβο.
Συνειδητοποίησα, ότι η επανάσταση δεν άλλαξε καθόλου τους ανθρώπους…
Ο κόσμος ο φανταστικός και ο κόσμος πραγματικός. Εξαρτάται απο το πώς βλέπει κανείς τον κόσμο… Ο κόσμος της κομμουνιστικής φαντασίας και ο άνθρωπος, που θυσιάζεται γι΄αυτόν τον κόσμο. Και ο κόσμος ο φανταστικός- η ατομικιστική τέχνη.
Η λογοτεχνία τελείωσε το 1931.
Εθίστηκα στο αλκοόλ

Μετάφραση: Ευγενία Κριτσέφσκαγια

πηγή http://www.greekorbis.gr/greek/

Advertisements