Christopher Nevinson, «Τα Μονοπάτια της Δόξας» (1917).

του Ηρακλή Κακαβάνη

Ο πόλεμος ήταν και είναι μόνιμη πηγή της λογοτεχνικής δημιουργίας. Από τον Όμηρο ακόμη και την Ιλιάδα, τους “Πέρσες” του Αισχύλου και το ειρηνικό στίγμα του Αριστοφάνη(“Λυσιστράτη”). Την ακριτική ποίηση στο Βυζάντιο, το κλέφτικο τραγούδι την περίοδο της τουρκοκρατίας και την ποίηση του Σολωμού και του Κάλβου στα χρόνια της Επανάστασης.

Το αντιπολεμικό πνεύμα το συναντάμε και στον Παναγιώτη Σοφιανόπουλο, γιατρό και αγωνιστή του 1821, που αποκαλεί τον Μέγα Ναπολέοντα «μαχαιρά» και ήταν ο πρώτος που με τα έντυπά του τοποθετείται εναντίον του πολέμου. Και, έπειτα, στους πρώτους ουτοπικούς σοσιαλιστές που έκαναν διάκριση ανάμεσα στους κατακτητικούς και τους απελευθερωτικούς πολέμους.

Στη δεύτερη δεκαετία του προηγούμενου αιώνα ο λαός βομβαρδίζεται με την εθνική ιδέα και η χώρα πολεμάει από το 1912 μέχρι και το 1922. Μπλεγμένη στα συμφέροντα των Αγγλοαμερικάνων τραπεζιτών, των εμπόρων όπλων και των ιμπεριαλιστών συμμάχων μας, της Αντάτ. Διαμορφώνεται μια οδυνηρή πραγματικότητα για το λαό. Δυστυχεί, λαβώνεται, σκοτώνεται. Εν τούτοις συγγραφείς και ποιητές ασχολούνται με τη ρίμα και τις συλλαβές των στίχων ή είναι συνεπαρμένοι από ένα αχαλίνωτο εθνικισμό και λατρεία είτε του Βενιζέλου είτε του βασιλιά. Ό,τι πηγάζει από τον πόλεμο προβάλλει εικόνες θυσίας, ηρωισμού και αυταπάρνησης για την επίτευξη του «εθνικού σκοπού», όπως π.χ. τα διηγήματα του Μιχάλη Ροδά ή το ρομαντικό μοτίβο της ερωτικής ιστορίας υπό τον ήχο των κανονιών(“Πόλεμος” του Γρ. Ξενόπουλου).

Σπάνιες οι περιπτώσεις υιοθέτησης αντιπολεμικού πνεύματος από ανθρωπιστές λογοτέχνες, όπως από τη Λευκαδίτισσα ποιήτρια Κλεαρέτη Δίπλα – Μαλάμου. Δεν λείψαν όμως οι λογοτέχνες που πριν την Οχτωβριανή Επανάσταση και τη Μικρασιατική Καταστροφή κάναν σωστές τοποθετήσεις. Προσπάθειες ιδεολογικής προσέγγισης του πολέμου. Λίγοι οι σοσιαλιστές λογοτέχνες, μα τίμησαν τις σοσιαλιστικές ιδέες.

Ουσιαστικά όμως η πρώτη επαναστατική φωνή ενάντια στον πόλεμο είναι το “Φως που καίει”(1922) του Βάρναλη, που ουσιαστικά βάζει το ζήτημα για ποια πατρίδα με έναν τρόπο διαχρονικό που αγγίζει τις αιτίες (η πατρίδα των αστών που γεννά τους πολέμους) και δίνει την προοπτική που άνοιξε η Οχτωβριανή Επανάσταση.

Είναι άλλη η πατρίδα του κεφαλαίου και άλλη η πατρίδα του λαού. Στο όνομα της πατρίδας και των εθνικών στόχων “σφάζoνται” σήμερα δικαιώματα και κατακτήσεις, και ο λαός δυστυχεί και υποφέρει. Το συμφέρον της πλουτοκρατίας εμφανίζεται ως εθνικός στόχος προκειμένου να υφαρπάξουν τη συναίνεση ή έστω την ανοχή. Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα. Πατρίδα του είναι το κέρδος. Και για να συμμετάσχει στη μοιρασιά της λείας συμμετέχει στον πόλεμο στο όνομα της πατρίδας και των εθνικών συμφερόντων πάλι. Το έκανε με τη συμμετοχή της στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ουκρανική Εκστρατεία, στον Πόλεμο της Κορέας, στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας κ.λπ.. Αυτή η πατρίδα δεν έχει καμία σχέση με την πατρίδα όπου ζει με ευημερία ο λαός, αδελφωμένος με το γείτονά του.

Σε μια περίοδο όπου μόλις αρχίζει να οργανώνεται συνδικαλιστικά και πολιτικά το εργατικό κίνημα κάνει την εμφάνισή του στην ελληνική λογοτεχνία ένας νέος πατριωτισμός αντίθετος στον πατριωτισμό των καπιταλιστών. Πιο καθαρή η φωνή του Ρήγα Γκόλφη που πρωτοβάζει την ιδέα της πατρίδας των λαών σε αντίθεση με την πατρίδα των καπιταλιστών. Λέει ο Ρήγας Γκόλφης το 1914 σε κριτική του δράματος “Η αθώα αμαρτωλή” του πρίγκιπα Νικόλαου (το οποίο κατατάσσει στα αποκαλούμενα εκείνη την εποχή πατριωτικά έργα): «τα παλιότερα χρόνια, τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, μέσα στις κοινωνίες παρουσιάζουν την ιδέα της πατρίδας, σκεπασμένη πάντα με τη μαγιά της αγιοσύνης, μιας ιερότητας, σαν ένα νεφέλωμα, σα μια θρησκεία του πίστευε και μη ερεύνα […]. Οι “εθνολάτρες” πιστοί αντιπρόσωποι της τάξης που τους ξεφυτρώνει […] φοβούνται να δείξουν την πραγματική ανάγκη που συμμαζώνει τους λαούς κάτω από μια σημαία. Να εξηγήσουν πως δεν είναι το μίσος των ανθρώπων προς τον άλλο άνθρωπο που χωρίζει τη γη σε κομμάτια, σε κράτη και έθνη. Τα οικονομικά συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων προκαλούν τους πολέμους […]. Όλα τούτα δε θα μείνουν ως εδώ και δεν μπορούν να μείνουν. Κοινή φροντίδα όλων των λαών μαζί, το χάραγμα του δρόμου που η εξέλιξη θα πάρει για το ποθούμενο μέλλον»[1]. Ο Ρήγας Γκόλφης, που άνοιξε το δρόμο της σοσιαλιστικής λογοτεχνίας, κατά τη διάρκεια των πολέμων έγραψε στίχους γραμμένους με αντιπολεμικό πνεύμα, όπως και ο Καρθαίος.

Με τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Παγκόσμιο Πόλεμο δίπλα στους πρώτους σοσιαλιστές και ανθρωπιστές προστίθενται νεότεροι που γράφουν τα ποιήματα ή τα διηγήματά τους στα χαρακώματα της Μακεδονίας και της Μικράς Ασίας ή στην περίοδο του πολέμου.

Η “Ζωή εν τάφω” του Στρατή Μυριβήλη θεωρείται ως η αρχή της αντιπολεμικής πεζογραφίας. Αυτό που κυριαρχεί είναι η αξία της ανθρώπινης ζωής, που χάνεται χωρίς κανείς να νοιάζεται γι’ αυτήν. Στις επόμενες εκδόσεις, μετά το 1924 που πρωτοεκδόθηκε, ο Μυριβήλης θα φροντίσει να αφαιρέσει όλους τους αντιπολεμικούς τόνους. Το 1915 είχε εκδώσει στη Μυτιλήνη τις “Κόκκινες ιστορίες” και κάποιες από αυτές είχαν αντιπολεμικό χαρακτήρα. Το Μυριβήλη ακολουθούν ο Στρατής Δούκας (“Ιστορία ενός αιχμαλώτου”) ο Η. Βενέζης (“Νούμερο 31328”). Εναντίωση στον πόλεμο και στην ηθική εξαχρείωση.

Ο αρχισυντάκτης του Ριζοσπάστη Θ. Λασκαρίδης

Πριν από το Μυριβήλη ή ταυτόχρονα με αυτόν υπήρξαν και άλλοι που δεν περιορίστηκαν στην έκφραση απλής εναντίωσης. Μια σοσιαλιστική ματιά στον πόλεμο (όχι απόλυτα πετυχημένη) είναι ο“Λυτρωμός” (1921) του Δ. Ταγκόπουλου. Υπάρχουν και άλλοι με πιο πετυχημένες προσπάθειες, όπου υπάρχει σοσιαλιστικός προβληματισμός. ΄Ενας από αυτούς ήταν και ο Θεόδωρος Λασκαρίδης με τα καλογραμμένα μικρά διηγήματά του. Αρχισυντάκτης του Ριζοσπάστη την περίοδο από τον Απρίλη του 1920 έως τον Ιούλη του 1921. Μπορεί να ήταν και νωρίτερα αρχισυντάκτης, δεν υπάρχουν όμως στοιχεία. Πάντως είναι ο πρώτος επώνυμος αρχισυντάκτης μετά το Γιαννιό (που παραιτήθηκε λόγω ιδεολογικών διαφωνιών το 1918). Και ήταν και μέλος του ΣΕΚΕ. Από το Νοέμβρη του 1920 μέχρι το Γενάρη του 1920 δημοσιεύει στο Ριζοσπάστη 10 αντιπολεμικά διηγήματα και άλλα δύο τον Ιούλη του ’20.

Το Λασκαρίδη τον σύστησε σε εμάς τους νεότερους ο Μ.Μ. Παπαϊωάννου σε μια μελέτη του για το Βάρναλη. «Εκεί σε μια επισκόπηση της αντιπολεμικής λογοτεχνίας μας ο Παπαϊωάννου κάνει λόγο για το νεαρό αρχισυντάκτη του “Ριζοσπάστη” που έγραψε όμορφα μικρά αντιπολεμικά διηγήματα με το ψευδώνυμο Σλαβέικοφ[…]». Αυτή η αναφορά κέντρισε το Νίκο Σαραντάκο, έψαξε, συγκέντρωσε το υλικό και το εξέδωσε υπό τον τίτλο “θεόδωρος λασκαρίδης (1896-1921) το φονικό μοιραίο βόλι” (εκδόσεις δ ι ά π υ ρ ο Ν): «[…] 33 πεζά (27 διηγήματα και 6 αποσπάσματα από το μυθιστόρημα “Ως το μεγάλο φως”) τα μη λογοτεχνικά κείμενα στο “Ριζοσπάστη” και στα “Χρονικά”, οι μαρτυρίες για τη ζωή και τη δράση του». Τα περισσότερα από τα διηγήματα ο Λασκαρίδης τα είχε δημοσιεύσει στο Ριζοσπάστη, μόνο τρία δημοσιεύτηκαν στο Ριζοσπάστη και σε άλλα έντυπα.

Ο Λασκαρίδης μεταφέρει στο χαρτί την ωμή πραγματικότητα του πολέμου. Την αγανάκτηση για την ιερή πατρίδα που έχει για θεμέλιό της τον πόλεμο και τον μετατρέπει σε σφαγέα των χτεσινών και αυριανών του φίλων. Στιγματίζει τη βαρβαρότητα και τον κυνισμό του πολέμου όπως ο ίδιος τα βίωσε στο πεδίο της μάχης, όπου «απλώνεται σιωπή σαν τη σιγή που βασιλεύει σε κάμαρη που είναι αποθεμένο φέρετρο με νεκρό. Το κιβούρι είναι ολόκληρη η κοιλάδα με πεθαμένους εμάς που ζωντανοί ακόμα σερνόμαστε.» Εκεί στο πεδίο της μάχης «Όλοι είναι ενωμένοι στο θάνατο. Όλοι βρωμάνε».

Ο Θεόδωρος Λασκαρίδης γεννήθηκε το 1896 (ή 1895) στη Βουλγαρία, πιθανότατα στην Αγχίαλο (σήμερα Πομόριε). Το 1906 πηγαίνει στην Πόλη για σπουδές. Το Γενάρη του 1916, στην Κωνσταντινούπολη, οι τουρκικές αρχές τον συλλαμβάνουν και τον στέλνουν στη Βουλγαρία, όπου επιστρατεύεται στο βουλγαρικό στρατό. «Ο συνταγματάρχης χθες μας μίλησε για το ‘’ιερόν καθήκον’’ που έχουμε να υπερασπισθούμε την πατρίδα μας και να φανούμε αντάξιοι των ‘’μεγάλων’’ προγόνων μας […] η ιστορία θα γράψει με χρυσά γράμματα τ’ όνομά μας […]. Οι πολεμικές ασυνάρτητες κραυγές των στρατιωτών, τους οποίους φανατίζουν επιδέξια οι λοχίες και οι δεκανείς, μου προκαλούν αηδία.». Στέλνεται να πολεμήσει στο μακεδονικό μέτωπο, στον τομέα του Καϊμακτσαλάν. Συμμετέχει στις πολύνεκρες μάχες και βλέπει το Σύνταγμά του να διαλύεται. «Οι άντρες, όσοι μείνανε, άλλοι παραδόθηκαν στους Σέρβους, άλλοι το έσκασαν για την παλιά Βουλγαρία και οι πιο κουτοί -κι αυτοί ήντουσαν όλοι οι δύστυχοι χωριάτες– μείνανε και σφαζόντουσαν, για να μην πέσει η ‘’ιερή’’ σημαία του συντάγματος στα ‘’βέβηλα’’ εχθρικά χέρια…».  

Κάποια στιγμή δεν αντέχει πλέον. «Παίρνω θάρρος κι όλο το μίσος που νιώθω εναντίον της περίφημης αυτής ‘’πατρίδας’’ και του ‘’νόμου’’, που μ’ έφερε αντίκρυ στους Σέρβους και τους Γάλλους για να σφάξω και να με σφάξουν, του νόμου που μ΄ έκανε κτήνος, ξεσπά σε μια βρισιά που βγαίνει ασυναίσθητα από το στόμα μου […].Τσαλαπατώ το πηλίκιο μου… βρίζω τον τσάρο».Λιποτακτεί. «Στέκομαι ανάμεσα στις δύο εχθρικές γραμμές, με ξεσχισμένα τα ρούχα, χωρίς πηλίκιο, χωρίς όπλο με αφρούς στο στόμα και κραυγάζω: Κάτω οι πόλεμοι/ Κάτω οι πατρίδες.».

Ένας άλλος ήρωάς του ο Πέτρος «Έφευγε απ’ τον τόπο που γεννήθηκε γιατί δεν ήθελε να βάψει τα χέρια του με το αίμα των αδελφών του της γειτονικής χώρας […]. Μακριά από τη χώρα που σε έσερνε στο μακελειό!». Και ο ψωριάρης συμπολεμιστής του δε θέλει να σφάξει τους χτεσινούς και αυριανούς φίλους του. Γιατί έτσι διατάζει κάποιος συνταγματάρχης που εκπροσωπεί την«πατρίδα» και το «νόμο».

Αιχμάλωτος. Στο στρατόπεδο. «Εμπρός από τα μάτια μου περνούσαν όλες οι αγαπημένες μορφές των δικών μου, που θα με έκλαιγαν για σκοτωμένο, που δε θα νιώθαν τη χαρά της γιορτής, των δικών μου που μας χώρισε κάποιος ‘’νόμος’’ που σε παίρνει απ’ την ευτυχία σου, απ’ το σπίτι σου, σε ντύνει στο χακί και σε στέλνει να σφάζεσαι χωρίς να ξέρεις γιατί… Ένα ‘’καθήκον’’ που σε αφήνει, αν δε σκοτωθείς στη μάχη, κουλό, στραβό, άλαλο, βλάκα, τρελό…».

Ο Λασκαρίδης «παραμένει φυλακισμένος στο περιχαρακωμένο στρατόπεδο της Θεσσαλονίκης και ύστερα στέλνεται, μαζί με άλλους Έλληνες αυτόμολους του βουλγαρικού στρατού, στο στρατόπεδο της Μπάνιτσας (σήμερα Βεύη). Τον Νοέμβριο μάλλον του 1917 δραπετεύει από το στρατόπεδο και κατεβαίνει στην Αθήνα, όπου λίγο αργότερα πιάνει δουλειά στον Ριζοσπάστη και αρχίζει να συμμετέχει δραστήρια στη φιλολογική και πνευματική ζωή». Ο βίος του όμως ήταν σύντομος. Δεν είχε ακόμα κλείσει τα 26 του χρόνια, όταν στις 20.12.1921 αυτοκτόνησε. «Οι ταλαιπωρίες του πολέμου στοίχισαν στον Λασκαρίδη βαριά νευρασθένεια. Σύμφωνα με μαρτυρίες όσων τον γνώρισαν, περιστασιακά τον κυρίευε μια άσκημη αρρώστια και η αυτοκτονία τού είχε γίνει έμμονη ιδέα· μάλιστα κουβαλούσε πάντοτε μαζί του επιστολή προς τις αρχές για να μην ενοχοποιηθεί άλλος για το θάνατό του.».

Εκτός από τα αντιπολεμικά διηγήματα την περίοδο 1920-1921 δημοσίευσε στο Ριζοσπάστηάλλα είκοσι διηγήματα. Ο Νίκος Σαραντάκος που επιμελήθηκε την έκδοσή τους κατατάσσει τα διηγήματα σε τρεις ενότητες: Πολεμικά, Ταξικά και Κοινωνικά. Και από τα Ταξικά και Κοινωνικά δε λείπουν οι λογοτεχνικές αρετές. Άξια στέκονται μέσα στη συνολική λογοτεχνική παραγωγή. Περιγράφουν μια τάξη που αρχίζει να αποκτά συνείδηση της θέσης της και του ρόλου της. «Αδύνατο·οι απαιτήσεις αυτές δεν είναι ανθρώπινες. Προσέξτε, κύριε Στέφη, μην παίζετε με ανθρώπους που η τύχη έριξε στα χέρια σας. Τα στρώματα αυτά που σεις αποκαλείτε “χυδαία και κτήνη” αρχίζουν να νιώθουν την μεγάλη αδικία που τα συντρίβει. Με τον ιδρώτα τους, με τη ζωή τους, εδημιούργησαν τα κεφάλαιά σας, και μοναχά αυτοί είναι ικανοί να σας γκρεμίσουν. Η διχόνοια που τους χωρίζει σήμερα, αποτέλεσμα της αμαθείας των, μια μέρα –κι αυτή η ώρα κοντεύει– θα λείψει και ενωμένοι θα διεκδικήσουν τα δικαιώματά των στη ζωή. Γι’ αυτούς τώρα αρχίζει η Αυγή.».

Γραμμένα όλα σε γλώσσα δημοτική, μα κάπου κάπου ξεφυτρώνουν και κάποιοι καθαρευσιάνικοι τύποι. Καθόλου παράξενο την εποχή εκείνη για όσους δε συμμετείχαν στη γλωσσική διαμάχη. Είναι μια εποχή που η δημοτική έχει επικρατήσει πλήρως στην ποίηση, ενώ στην πεζογραφία η καθαρεύουσα λιγότερο ή περισσότερο εμφανίζεται.

Το διήγημα στο Ριζοσπάστη

Στην έκδοση υπάρχει επίσης αναλυτική αναφορά για τη στήλη του διηγήματος στα πρώτα βήματα του Ριζοσπάστη. Παραθέτει πλήρη κατάλογο των διηγημάτων που δημοσίευσε η εφημερίδα από τα τέλη του 1919 έως τα τέλη του 1921: «Ο Ριζοσπάστης δημοσίευε τακτικά λογοτεχνική ύλη, διήγημα ή μυθιστόρημα σε συνέχειες. (Πάντως, από τις καθημερινές εφημερίδες ο Ριζοσπάστης πρέπει να είναι η μοναδική που δημοσιεύει ακόμη και σήμερα διήγημα κάθε Κυριακή).».

Όπως αναγγέλλεται στο φύλλο της Κυριακής 11ης Νοεμβρίου 1918, «αντί άλλης φιλολογικής ύλης» ο Ριζοσπάστης αποφάσισε να δημοσιεύει τακτικά «μικρά διηγήματα Ρώσων επαναστατικών(sic) συγγραφέων», για να δώσει στο λαό την ευκαιρία να γνωρίσει τη ζωή των επαναστατών κατά τη μακρά διάρκεια της τρομοκρατίας και τους αγώνες που χρειάστηκε να δοθούν από τη νεολαία και τους Ρώσους διανοούμενους, μέχρις ότου ο ρωσικός λαός σπάσει τα δεσμά του. Έτσι θα καταλάβει ο λαός ότι «αι πολιτικαί μεταβολαί δεν είναι πυροτεχνήματα που τα κατασκευάζουν αι κυβερνήσεις, αλλά αποτελέσματα βαθυτέρων αιτίων που βρίσκονται μέσα σ’ αυτήν την καθημερινή ζωή των τυραννισμένων λαών». Το πρώτο διήγημα της σειράς είναι “Η Μασσαλιώτις” του Λεωνίδα Αντρέγεφ. Έτσι στο Ριζοσπάστη άρχισαν να δημοσιεύονται αυτοτελή διηγήματα και αργότερα μυθιστορήματα σε συνέχειες.

Η λογοκρισία, που τόσο αυστηρή φάνηκε απέναντι στα πολιτικά άρθρα και σχόλια τουΡιζοσπάστη, φαίνεται να μην ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα διηγήματα. Υπάρχει ωστόσο ένα επεισόδιο όπου η λογοκρισία εκδηλώθηκε με καθυστέρηση: όταν τον Ιούνη του 1921 το ΣΕΚΕ αποφάσισε να εκδώσει δύο αντιπολεμικά διηγήματα που είχαν ήδη δημοσιευτεί παλαιότερα στο Ριζοσπάστη και είχαν εγκριθεί από την τότε λογοκρισία, η αστυνομία συνέλαβε πολλά στελέχη του κόμματος για υπονόμευση της πολεμικής προσπάθειας και τα κράτησε επί μήνες προφυλακισμένα.

[1] Νουμάς 22/11/ 1914.

πηγή http://www.thematapaideias.org/

 

Advertisements