(Διδάκτορος της Φιλολογίας, μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Ξένη Λογοτεχνία)

Στο γράμμα σας βάζετε προβλήματα που αναντίρρητα ενδιαφέρουν τους δασκάλους και τους μαθητές. Θα προσπαθήσω ν’ απαντήσω παίρνοντας παραδείγματα από την ξένη λογοτεχνία.
Η μέθοδος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού δεν είναι αποκλειστικό γνώρισμα της σοβιετικής μας λογοτεχνίας. Γεννήθηκε παντού όπου η ιδέα μιας σοσιαλιστικής μεταμόρφωσης του κόσμου εισχώρησε βαθιά στη συνείδηση των μαζών, στη συνείδηση της εργατικής τάξης. Έχει πηγές και παράδοση στη λογοτεχνία της χώρας.
Συνήθως υπογραμμίζεται σ’εμάς ο ρόλος του Μαξίμ Γκόρκυ σαν ιδρυτή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Είναι αλήθεια πως στους Αστούς και ιδίως στη Μάνα, ο Γκόρκυ σχεδίασε, για πρώτη φορά, ένα πλατύ πίνακα της κοινωνίας, ξεκινώντας από την άποψη του προλεταριάτου. Είναι αλήθεια ότι Η Μάνα είναι το πρώτο επικό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, στο οποίο η αστική κοινωνία μάς παρουσιάζεται κάτω απ’το πρίσμα μιας επαναστατικής εξέλιξης, που η αναπόφευκτη κατάληξή της θα είναι η νίκη του σοσιαλισμού.
Στην ποίηση, όμως, η μέθοδος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού εμφανίστηκε πολύ πριν από τον Γκόρκυ: στον πολιτικό λυρισμό, τους επαναστατικούς ύμνους και τα εργατικά τραγούδια. Ο αγώνας για το σοσιαλισμό, ενέπνευσε τον 19ο αιώνα αξιόλογα ποιητικά έργα, που δείχνουν τη μεταμόρφωση του προλεταριάτου σε μια «τάξη δι’εαυτήν» και την ωρίμανση της πολιτικής της συνείδησης. Ξαναβρίσκουμε αυτά τα σημάδια του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στους Υφαντουργούς του Χάϊνε, τη Διεθνή του Ποτιέ κλπ. Αυτό δεν μειώνει καθόλου την αξία του Γκόρκυ. Σαν μεγαλοφυής ανακαινιστής που ήταν, αντί να παραγνωρίσει τις κατακτήσεις της παλαιότερης λογοτεχνίας, τις ανέπτυξε και τις ανανέωσε.
Λέτε πως η κλασική λογοτεχνία έδειξε, κι αυτή, τη ζωή στην επαναστατική της ανάπτυξη, το θρίαμβο του καινούργιου πάνω στο παλιό, και πώς κατά συνέπεια το διακριτικό γνώρισμα της μεθόδου του σοσιαλιστικού ρεαλισμού βρίσκεται αλλού. Ξέρετε, όμως, ότι αυτή η μέθοδος διαπνέεται από μια ιδεολογία συνειδητά σοσιαλιστική. Αυτό ακριβώς είναι που αγνοούσε η παλιά λογοτεχνία. Μπορούσε να δείξει τους αγώνες του λαού, όμως όχι από την ιδεολογική και αισθητική άποψη του Γκόρκυ, που είναι και άποψη των προοδευτικών συγγραφέων της εποχής μας.
Στους Αθλίους ο Β. Ουγκώ εξυμνεί τον ηρωισμό του λαού στα οδοφράγματα, δημιουργεί τον θαυμάσιο τύπο του Γαβριά, ενσάρκωση του λαϊκού χιούμορ και της επαναστατικής ορμής. Περιγράφει, όμως, τους λαϊκούς αγώνες από την άποψη της δημοκρατίας γενικά, και όχι από την προλεταριακή, σοσιαλιστική άποψη. Έτσι, στο μυθιστόρημά του αυτό, βρίσκομε από τη μια μεριά, μια οξύτατη κριτική της σκληρότητας των αστών, δίπλα σε επεισόδια ταξικού αγώνα, και από την άλλη πολλές αφελείς φαντασιοκοπίες και αισθηματολογίες. Για τον Ουγκώ, ο καλός αστός και ο τίμιος αστυνομικός έχουν τη θέση τους σ’ έναν πίνακα της γαλλικής κοινωνίας.
Στο Ζερμινάλ του Ζολά, βλέπουμε την ανελέητη πάλη ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, και τη δύναμη της εργατικής τάξης ξεσηκωμένης ενάντια στους καταπιεστές της. Ήταν αυτό ένα μεγάλο βήμα προς τα μπρος. Ο Ζολά όμως δεν μπόρεσε, κι αυτός, να πει όλη την αλήθεια για τον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης: αυτή την αλήθεια δεν τη γνώριζε, δεν την καταλάβαινε. Οι εργάτες του, μαζί και ο κύριος ήρωας Ετιέν Λαντιέ, βρωμίζονται και ταπεινώνονται συστηματικά από μια ολότελα βιολογική, νατουραλιστική εξήγηση των πράξεών τους. Στις σκηνές που περιγράφεται η αγανάκτηση των εργατών, τονίζεται η χυδαιότητα, ο αυτοματισμός, η αποχαλίνωση των τυφλών ενστίκτων.
Ο Ουγκώ και ο Ζολά πλούτισαν τη λογοτεχνία με το να πραγματευθούν τα θέματα της επανάστασης. Συγκρίνοντάς τους όμως με τον Γκόρκυ, βλέπουμε κατά τι καινούριο έφερε ο Γκόρκυ στη λογοτεχνία. Ο Ένγκελς έχει πει, ότι οι εργάτες στην πάλη τους εναντίον του καπιταλισμού αναπτύσσουν τα πιο ανθρωπιστικά, τα πιο γενναιόδωρα αισθήματα. Ο Γκόρκυ ήταν ο πρώτος που το έδειξε αυτό. Στη Μάνα, είναι ένας ανανεωτής επειδή περιγράφει την απελευθερωτική πάλη του προλεταριάτου, την ωρίμανση της σοσιαλιστικής συνείδησης των εργατικών μαζών, αλλά ακόμα γιατί έβγαλε στο φως το ηθικό ύψος του αγωνιζόμενου λαού. Ο Πάβελ, η Νίλοβνα,η Νάκουντκα, δίνουν σάρκα και οστά σ’ένα καινούργιο αισθητικό ιδανικό. Στον Γκόρκυ οι ήρωες της εργατικής επαναστατικής πρωτοπορίας δεν ενσαρκώνουν μόνο τη δύναμη της τάξης τους, αλλά και το Ωραίο. Αυτό, δεν το βρίσκομε ούτε στον Μπαλζάκ ούτε στον Μωπασάν ούτε στον Τουργκιένεφ ούτε στον Τολστόϊ…
Ας μου επιτραπεί μια σύγκριση. Ο Πάβελ Κορτσάγκιν του Ν. Οστρόφσκυ, ενθουσιάζεται με τον Οίστρο της Έθελ Λίλιαν Βόϊνιτς, βιβλίο πολύ δημοφιλές στον τόπο μας. Ο Πάβελ παίρνει για υπόδειγμα τον ήρωα αυτού του μυθιστορήματος. Υπάρχει ωστόσο μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον Οίστρο και στο Πώς δενότανε τ’ατσάλι. Ο ήρωας του Βόϊνιτς είναι μια εξαίρεση, υψώνεται πάνω απ’τη μάζα. Αντίθετα υπάρχουν πολλοί που μοιάζουν με τον Πάβελ Κορτσάγκιν. Παρά τον χωρίς συμβιβασμό και επιφύλαξη ηρωισμό του δεν έχει τίποτα το εξαιρετικό, όπως είναι βγαλμένος μέσα από τη μάζα δεν μπορούμε να τον συλλάβουμε έξω απ’αυτήν. Η σχέση ανάμεσα στον ατομικό ηρωισμό και την ομαδικότητα είναι εδώ βασικά διαφορετική απ’ ότι στα έργα των πιο προοδευτικών συγγραφέων του παρελθόντος. Αυτό το παράδειγμα δεν δείχνει τι καινούργιο φέρνει η τέχνη του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, συγκρινόμενη με την τέχνη των περασμένων εποχών;
Τέτοιες συγκρίσεις μπορούν να είναι πολύ γόνιμες, και μας επιτρέπει να ξεχωρίσουμε την ουσία της μεθόδου του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, με μιαν συγκεκριμένη ανάλυση των έργων για τα οποία ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός μπορεί να υπερηφανεύεται. Τέτοια έργα υπάρχουν και έξω από τον τόπο μας, όπως: Με τη θηλειά στο λαιμό του Γιούλιους Φούσικ, Οι κομμουνισταί του Αραγκόν, τα ποιήματα του Ναζίμ Χικμέτ, του Πάμπλου Νερούντα, του Γιοχάνες Μπέχερ, όλα έργα βαθιά εθνικά και προσωπικά, εμπνευσμένα από το σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός δεν έχει τίποτα το άκαμπτο, συνεχώς πλουτίζεται και αναπτύσσεται. Κι αυτοί που διδάσκουν τη λογοτεχνία οφείλουν, κατά τη γνώμη μου, να δείχνουν στους νέους αυτή την πολυμορφία, τη δύσκολη αλλά συνεχή πρόοδο της λογοτεχνίας, που εμπνέεται από τις ιδέες του σοσιαλισμού.

Επιθεώρηση Τέχνης, 67-68

Advertisements