η κριτική του Αλέξανδρου Κορδά στο βιβλίο Κάλεσμα του Γιώργου Γωνιανάκη

 

ΜΕΡΟΣ Α’

 

Η πίστη στην άρνηση ολοκληρώνεται. Μ’ αυτό τον τρόπο αρχίζει ο Λόγος του Καλέσματος, πράγμα που δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο. Αν κάποιος λάβει την έννοια της άρνησης στην κυριολεξία της, θα εκπλαγεί ίσως από την αντίφαση και θα την αποδώσει σ’ αυθαίρετο ποιητικό παιχνίδισμα. Σ’ αυτή την περίπτωση, απλά η ανάγνωση του βιβλίου έχει ξεκινήσει απ’ την ανάποδη. Για τον Ένγκελς: Αρνούμαι στη διαλεκτική δεν σημαίνει απλώς λέω όχι ή δηλώνω πως ένα πράγμα δεν υπάρχει ή το εξαφανίζω μ’ έναν οποιονδήποτε τρόπο (Αντί-Ντίρινγκ)1. Η άρνηση θα πρέπει να γίνει κατανοητή ως αντίθεση, που αποσκοπεί στο ξεδιάλεγμα μεταξύ θετικού και αρνητικού, και που κατά κύριο λόγο στοχεύει στην οργάνωση: Είναι ο μόχθος κι η λύπηση που ευλογούνε τη σοδειά μου. Μας λέει ο ποιητής, ανοίγοντάς μας έτσι το δρόμο προς την ποίησης του.

 

Σε τι αποσκοπεί όμως η ποίηση; Ποια είναι η διαλεκτική που την καθορίζει; Και κυρίως ποια είναι η κοινωνική της λειτουργία; Στο σημείο αυτό μπορεί κανείς να μπερδευτεί στα ίδια του τα πόδια, γιατί με μια πρώτη ματιά η ποίηση αποσκοπεί στον εαυτό της, στην αυτό-ανάπτυξή της. Καθώς ο ποιητής σέρνει τα βήματά του εντός της, δεν νιώθει παρά σαν ένας υπηρέτης της, ένας υπηρέτης του Λόγου, όπως συνηθίζουμε να (τον) λέμε. Όμως αν ο ποιητής είναι υπηρέτης του Λόγου, είναι και υπηρέτης του ανθρώπου, διότι ο Λόγος δεν παρουσιάζεται από μόνος του, αλλά φέρει τον άνθρωπο ως υποκείμενο του. Έτσι καθώς ο ποιητής εργάζεται πάνω στην ποίηση, πλουταίνει και τη γλώσσα και την ποίηση, κι ο πλούτος αυτός, είναι πλούτος που καταλήγει στον άνθρωπο2. Κάθε τραγούδι προσευχή/ κάθε πληγή και τάμα·/ ένα τραγούδι, μια πληγή/ ανάβουνε το θαύμα. Γράφει ο Γιώργος Γωνιανάκης στο επόμενο ποίημα, φανερώνοντας τη σημασία που δίνει στο »θαύμα» του έμμετρου Λόγου.

 

Πέραν λοιπόν της θολούρας που διακινούν οι κάθε λογής μεταμοντέρνοι με την αφιλοσόφητη και αψυχολόγητη αίσθηση που έχουν για το Εγώ, μπορούμε να πούμε πως η ποίηση προέρχεται από την συνείδηση3 και αποσκοπεί στη συνείδηση και ιδιαίτερα στη συνείδηση του Άλλου. Μια διαδικασία που δεν λαμβάνει χώρα στο επέκεινα του ανθρώπινου Λόγου, αλλά βρίσκεται εντός του και τον καταμαρτυρεί. Τα δύο επόμενα ποιήματα Ο ΓΕΡΟ-ΑΓΡΟΤΗΣ και η ΠΟΡΤΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΜΟΥ είναι δύο ποιήματα για τον Θάνατο, όμως είναι και δύο ποιήματα για την συνείδηση:

 

Κι ο ύπνος πάντοτε ερχόταν, με το ίδιο όνειρο:
στο πετρόχτιστο πατητήρι να χορεύει,
μαύρα σταφύλια πατώντας·
κούπες το κρασί, σα νιος, να κατεβάζει,
στην ίδια τάβλα να γλεντά
μαζί με τσ’ ακριβούς του φίλους –
ζωντανούς και νεκρούς.
Κι άξαφνα, μες στη ξεφάντωση
τα δοκάρια στο κελάρι ράγιζαν και σπούσαν
μυστηριωδώς,
ένας ήχος οξύς που όλο γινότανε και πιο βαθύς –
μεγάλα βαρέλια κυλούσαν στον Άδη
κι εκείνος έντρομος να τρέχει, να προλάβει.

 

Τον ύπνο του αγρότη έρχεται να ταράξει ένα όνειρο: ενώ γλεντά με τους φίλους του, ένας ήχος οξύς που όλο γινότανε και πιο βαθύς – διαρρηγνύει την ατμόσφαιρα της ευθυμίας. Το σκηνικό καταρρέει κάτω από το ίδιο του το βάρος, τα βαρέλια κατρακυλούν στον Άδη κι ο αγρότης τρέχει να γλυτώσει απ’ το κατρακύλισμα τους. Γι’ αυτό που συνέβη, το όνειρο μας έχει προειδοποιήσει: Πιο πριν, μαζί με τους ζωντανούς, γλεντούσαν και οι πεθαμένοι. Ο γέρο-αγρότης είναι καταδικασμένος να ξυπνά κατάκοπος τα πρωινά, γιατί στη συνείδηση του έχει πέσει η τρομερή σκιά του Θανάτου. Όμως ο Λόγος του Θανάτου μπορεί να γίνει και αγαπητικός στο βαθμό που υπάρχει η ενόρμηση για Ζωή. Ο άνθρωπος μπορεί να συμφιλιωθεί με τους νεκρούς, ώστε ο ύπνος του να γίνει πιο ήρεμος. Στο ποίημα, Η ΠΟΡΤΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΜΟΥ, ο ποιητής οδηγείται ξανά πέρα από το φράγμα του Ύπνου για να συναντήσει κάποιον που δεν είναι πια κοντά μας – αυτό που μένει πίσω όμως είναι διαφορετικό:

 

Στο γλέντι των ονείρων μου θα κάνομε βεγγέρα,
παλιό κρασί θα πίνομε μέχρι να βγει η μέρα.
Και σα ξυπνήσω, φίλε μου, εσύ δε θα ’σαι γύρω –
ω, πόσο γρήγορα περνά ο χρόνος των ονείρω.
Μ’ αυτό που θέλησα να πω πιστεύω πως το είπα:
την πόρτα των ονείρων μου όποτε θέλεις χτύπα…

 

Ο ποιητής ξορκίζει το Θάνατο, έτσι θα μπορούσα να ξεκινήσω ετούτη την παράγραφο, αν δεν μ’ ενοχλούσε αφόρητα η κοινοτοπία αυτής της φράσης. Προτιμώ να σταθώ σ’ ένα δίπολο που υποφώσκει κάτω από τα δύο ποιήματα, που σμίγουν, κάθε φορά που κλείνουμε το βιβλίο (κι αυτό από ευαισθησία του ποιητή που τα τοποθέτησε έτσι στις σελίδες). Το δίπολο για το οποίο μιλώ είναι η ενόρμηση για Ζωή (Lebenstrieb) και η ενόρμηση για Θάνατο (Todestrieb). Ο Φρόιντ φρόντισε ν’ αναπτύξει αυτές τις έννοιες στην κυριολεξία τους, έτσι που ο καθένας να μπορεί να τις καταλάβει, συγκρίνοντάς τες με εικόνες απ’ τον προσωπικό του βίο. Τι σημαίνει η ορμή για Θάνατο; Μια καταθλιπτική παρόρμηση για εξάλειψη της συνείδησης, και εξάλειψη εδώ και τώρα, αν είναι δυνατόν. Η ορμή για Ζωή βρίσκεται στην αντί-πέρα όχθη, στη χαρά, στο κάρπωμα του μόχθου. Τις δυνάμεις αυτές που είναι ενδογενείς στον άνθρωπο, τις βλέπομε ξεκάθαρα στην ποίηση του Γωνιανάκη:

 

Σαν έρθει
κάποτε
κατάκοπος ο Χάροντας
– καλώς να ορίσει –
(…)
Ας έρθει για να πάρει
σιτάρι και σταφύλι
ωριμασμένα,
και ρόδα δροσερά (…)
του κόσμου να τ’ αφήσει.
Ψωμί, κρασί, ανθούς, πελεκητά,
δε θα ’ναι πια δικά του·
δοσμένα της ζωής,
δεν είναι του θανάτου.
Όμως φοβάμαι, πράγματι
να μη με βρει – εν τέλει –
ο Χάροντας που δε μοχθεί,
ο Χάροντας Τεμπέλης!

 

Ο Χάροντας-Τεμπέλης, που προκαλεί εδώ τον φόβο, δεν έρχεται για να στερήσει τη Ζωή με τη βιολογική της έννοια, έρχεται να στερήσει την ίδια τη δυνατότητα για Ζωή, για δημιουργία μέσα στη Ζωή, δηλαδή για εργασία. Στο τελευταίο ποίημα αυτής της ενότητας, το ΒΑΡΕΛΙ, αναπτύσσεται περαιτέρω ο νόμος της Άρνησης, ως βασικός φορέας των αντιθέσεων. Εδώ η Ζωή παλεύει με το Θάνατο, το άδειο με το γεμάτο, και σ’ αυτή την αέναη διαδοχή δυνάμεων, το βαρέλι απλώς δεν γίνεται να πάψει τις ροές του. Δεν γίνεται να υπάρξει ένα σημείο αποκλεισμού όπου το νόημα να συνδέεται ξανά με την Πραγματικότητα. Όμως το σημείο αυτό πρέπει οπωσδήποτε να βρεθεί, αλλιώς ο Λόγος θα πάψει να βγάζει νόημα, α-νόητος θα συνεχίσει να κυλά, σαν τις υπερρεαλίζουσες κατασκευές του καιρού μας, ποιητικές και πολιτικές, όσων δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους. Ένα μέτρο πρέπει να επιβληθεί.

 

Σημειώσεις

1 βλ. στο Φιλοσοφικό Λεξικό Ρόζενταλ και Γιουντίν, στο λήμμα ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ.
2 Περισσότερα γι’ αυτό το θέμα δες στο δοκίμιο του Έλιοτ, Η κοινωνική λειτουργία της ποιήσεως.
3 «Οι Μαρξ και Ένγκελς (…) επιμένουν στην αδιάσπαστη ενότητα γλώσσας και ανθρώπινης σκέψης και κάνουν τη σημαντική παρατήρηση ότι “ η γλώσσα είναι η άμεση πραγματικότητα της σκέψης”, ότι είναι “ πρακτική… πραγματικά υπάρχουσα… συνείδηση.”» βλ. Η Γερμανική Ιδεολογία, Εκδόσεις Gutenberg, 1997.

Advertisements