της Κατερίνας Μπαλκούρα*

Τα μαύρα Χριστούγεννα του 1942 δεν ήταν η τελευταία «πολεμική» πληγή για το χωριό που θα καεί κι απ” τους Γερμανούς τον επόμενο χρόνο και δυο φορές στον Εμφύλιο.
Απ’ το φθινόπωρο του 1942 η ένοπλη αντίσταση αποτελούσε τη μοναδική επιλογή στη Ρούμελη που ζούσε υπό την απειλή των Ιταλών. Τα μεγέθη είχαν πια αλλάξει και η ομάδα του Άρη αριθμούσε περίπου 300 αντάρτες. Ένα τυχαίο γεγονός προηγήθηκε της μεγάλης μάχης στο Μικρό Χωριό. Γερμανοί ρώτησαν ένα μικρό Μικροχωρίτη, τον Τάσο Γουρνά, που δούλευε σαν γκαρσόνι στη Λαμία, που θα μπορούσαν να βρουν καρύδια. Το παιδί πρόθυμα και εντελώς αθώα πρότεινε το χωριό του. Ενώ οι Γερμανοί ανέβαιναν τον Τυμφρηστό οι αντάρτες που ήταν στο Κλαυσί ενημερώθηκαν εγκαίρως, έστησαν ενέδρα και τους χτύπησαν τραυματίζοντάς τους για εκφοβισμό. Οι αντάρτες περιποιήθηκαν τα τραύματά τους και τους άφησαν. Ο Άρης προειδοποίησε: «Για πρώτη και τελευταία φορά σας αφήνουμε αλλά εδώ δε θα ξαναπατήσετε». Θα μπορούσαν να τους είχαν εκτελέσει αλλά τα αντίποινα θα ήταν φρικτά και θα πλήρωναν βαρύ φόρο αίματος όλα τα χωριά.
Η απάντηση όμως ήρθε απ’ τους Ιταλούς, αφού η Ρούμελη ήταν υπό τον έλεγχό τους, με τη σύλληψη ομήρων απ΄το Μικρό και το Μεγάλο Χωριό. 17 Δεκεμβρίου «τα αντάρτικα του Άρη» φτάνουν στο Μικρό Χωριό, με ελάχιστα όμως όπλα και στρατοπεδεύουν στο σχολείο. Ο Τάσος Λευτεριάς που είχε ήδη σταλεί στη Ρούμελη πρότεινε να μη γίνει μάχη αφού δεν υπήρχαν αρκετά όπλα, κάτι που ζητούσαν και οι χωρικοί πανικόβλητοι. Ο Άρης όμως αντέδρασε λέγοντας:»Δε βγήκαμε στο βουνό να φάμε το ψωμί σας. Βγήκαμε να πολεμήσουμε για τη λευτεριά». Η απάντηση αυτή ήταν σκληρή αλλά κρινόμενη στρατιωτικά ήταν απαραίτητη για να στεριώσει το αντάρτικο στη Ρούμελη.
Απ’ το φυλάκιο που είχε στήσει ο Άρης έμαθαν ότι 2000 Ιταλοί έφθαναν απ το Καρπενήσι. Λέγεται ότι ειδοποιήθηκαν απ τις αρχές του τόπου, για την ύπαρξη ανταρτών στην περιοχή, σε μια ύστατη προσπάθεια να εκτιμήσουν οι Ιταλοί αυτή την κίνηση. Έγινε ακριβώς το αντίθετο. Αφού μπήκαν στο Μεγάλο Χωριό έπιασαν ομήρους και τους έκλεισαν στο σχολείο. Ο παπάς του χωριού παπά Κουμπούρας(Κώστας Τζεβελέκας), απ΄τους πρώτους ιερείς που άφησαν το ράσο και πήραν τα άρματα, διάβαζε ευχές για τη νικηφόρο έκβαση της μάχης. Την ίδια ώρα στο Μικρό Χωριό η ενέδρα στήθηκε στη Ρεματιά στην είσοδο του χωριού. Οι αντάρτες είχαν στρατοπεδεύσει στο λοφάκι απέναντι  για να έχουν ορατότητα. Ενέδρα σε σωστό σημείο και πρόβλεψη πλαγιοφυλακών.  Μια μάχη υπόδειγμα αντάρτικης τακτικής. Έτσι με το που μπήκαν οι Ιταλοί στο χωριό  δέχθηκαν τα πυρά που μπορεί να μην ήταν πολλά ήταν όμως οργανωμένα ενώ πολυβόλα χτυπούσαν παράλληλα απ το Μεγάλο Χωριό. Πρώτος σκοτώθηκε ο Ιταλός Διοικητής και ακολούθησαν 70 ακόμα. Απ την πλευρά των ανταρτών σκοτώθηκε ο 16χρονος Κλέαρχος(Κώστας Μπίρτσας). Από κει καθιερώθηκε  το αντάρτικο σύνθημα «Κλέαρχος» με παρασύνθημα «Μικρό Χωριό».
Η νύχτα στην Μπλουρέντζα και το τραγούδι του Άρη
Την ώρα της μάχης οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού με όλα τα παιδιά  κατέφυγαν σε μια χαράδρα που ήταν το χάνι του Κατσιγιάννη στη σπηλιά της Μπλουρέντζας. Μια δύσκολη νύχτα, με αφόρητο κρύο, αγωνία και τα μωρά να κλαίνε. Ανάμεσα τους ήταν και η Ναυσικά Φλέγγα, η  Πρωτομαγιά, έτσι την έλεγαν τότε. Η Ναυσικά πήρε ένα μικρό μπακαλόχαρτο που βρήκε και έγραψε ένα μικρό ποίημα για τα βουνά που στέναζαν, για τ” αντάρτικα του Άρη, για το δόλιο το Μικρό Χωριό. Το χαρτάκι αυτό το είχε και το έχει ακόμα σε ένα μικρό πορτοφολάκι μέσα στην τσάντα της και όλο λέει ότι θα το βάλει σε κορνίζα αλλά φαίνεται πως η μοίρα το θέλει στο ίδιο σημείο 71 χρόνια τώρα.
Δυο νέοι απ το χωριό ο Ν. Πολύζος και ο Χ.Γιαννακόπουλος, που είχαν εκπληκτικές φωνές, προσπάθησαν να το μελοποιήσουν. Κόντευε να ξημερώσει όταν το τραγούδησαν για πρώτη φορά. Ο Αλέκος Ξένος έγραψε τη μουσική σε παρτιτούρα και το τραγούδι στόμα με στόμα κυκλοφόρησε σε όλα τα χωριά. Ο Καπετάν Περικλής της το ζητούσε για να βγάλει αντίγραφα. Εκείνη δεν το δωσε ούτε καν στον Άρη. Ο Άρης όταν το πρωτοάκουσε χαριτολογώντας της είπε: «Αυτό το έσφαξε θα μπορούσες να το παραλείψεις»…
Δύσκολες ώρες για το χωριό
Όσο διαδραματίζονταν αυτά στη σπηλιά, το χωριό περνούσε μαρτυρικές ώρες. Οι Ιταλοί βασάνισαν και έκαψαν ζωντανούς την παράλυτη Αθηνά Δερματά, τον ενωμοτάρχη Κατσίμπα και τον παπά του Μεγάλου Χωριού.  Τους άλλους 11 ομήρους αφού τους βασάνισαν τους έβαλαν να σκάψουν τους τάφους τους μόνοι τους και τους σκότωσαν στη θέση Λόγγοβα. Τα άλογα, τα έκλεισαν στην εκκλησία για να προσβάλλουν τον ιερό χώρο ενώ κομμάτιασαν όλες τις αγελάδες του χωριού. Μετά έγινε το μεγαλύτερο πλιάτσικο που είχε γίνει ποτέ μετά από μάχη. Αφού άδειασαν όλα τα σπίτια έκαψαν το χωριό. Νεκρούς και τραυματίες οι Ιταλοί τους μετέφεραν στο Καρπενήσι με αυστηρή διαταγή προς τους Καρπενησιώτες να κλειστούν στα σπίτια τους. Όσοι δεν υπάκουσαν ξυλοκοπήθηκαν άγρια.
Τα μαύρα Χριστούγεννα του 1942 δεν ήταν η τελευταία «πολεμική» πληγή για το χωριό που θα καεί κι απ τους Γερμανούς τον επόμενο χρόνο και δυο φορές στον Εμφύλιο.
DSCF0027[1]
* Ιστορικός, δημοσιογράφος
Advertisements