F. SCHILLER
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΡΤΕΜΗ ΜΑΡΓΚΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ Λ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ
ΒΕΡΑΝΖΕΡΟΥ 29
ΑΘΗΝΑ 1936

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

1. Ο ΜΑΡΞ ΚΑΙ Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ

Όποιος μελέτησε τον Κάρολο Μαρξ παρατήρησε πως μεταχειρίζεται συχνά στα έργα και στην αλληλογραφία του φιλολογικά κομμάτια, απ’ τους μεγάλους κλασσικούς της παγκόσμιας φιλολογίας, ως τα επαναστατικά κομμάτια αφανών ποιητών.

 
Ο σπουδαστής του «Κεφαλαίου» βλέπει με πόση επιδεξιότητα ο Μαρξ χρησιμοποιεί τους φιλολογικούς τύπους στην τραχιά σάτιρα του καπιταλισμού και πώς αντλεί απ’ τους θησαυρούς της παγκόσμιας σκέψης – απ’ τους Αισχύλο, Σοφοκλή, Δάντη, Θερβάντες, Σαίξπηρ, Γκαίτε, Μπαλζάκ, Χάινε και άλλους για να δώσει στο λόγο του χρώμα, δύναμη και έκφραση.

 
Οι πάμπολλες γνώμες επάνω στη φιλολογία και την τέχνη, που διατύπωσαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς κατά τη διάρκεια της καριέρας τους, δεν είναι παρατηρήσεις σκόρπιες και τυχαίες, αλλά θεμέλια της μαρξιστικής αισθητικής, και πλούσια εφόδια για τη μάθηση της πνευματικής κληρονομιάς του παρελθόντος, απ΄ τη θέση του προλεταριάτου. Οι παρατηρήσεις αυτές δείχνουν πόσο βαθιά γνώση της παγκόσμιας φιλολογίας είχαν οι χτίστες του σοσιαλισμού και πόσο σωστές ήταν οι κρίσεις τους. Γι’ αυτούς τα ζητήματα της αισθητικής, της φιλολογίας και της τέχνης όχι μόνο δεν είναι κατώτερης σημασίας, αλλά βοηθάνε στην ολοκλήρωση της «γενικής και έγκυρης παρατήρησης του κόσμου», στην ολοκλήρωση της πολλαπλής τους θεωρητικής και πρακτικής δραστηριότητας.

 
Ωστόσο από διάφορες αιτίες οι αντιλήψεις τους στα ζητήματα αυτά μας ήρθαν όχι συστηματοποιημένες αλλ’ αποσπασματικά.

 
Δημοσιευθήκανε, μόλις τώρα, επιστημονικές μελέτες για τις σπουδές του Μαρξ επάνω στην τέχνη κατά τα 1840 και δώθε. Σκοπός των μελετών ήταν πρώτα να εξεταστεί το ενδιαφέρον που ενέπνεε τον Μαρξ στην περιοχή της παγκόσμιας φιλολογίας, κατά το 1850, σε σχέση με τις σπουδές του επάνω στα οικονομικά προβλήματα· ύστερα, να εξεταστεί σύντομα η θέση του αντίκρυ στους κλασσικούς της φιλολογίας, όπως ο Δάντης, Θερβάντες, Σαίξπηρ, Γκαίτε, Μπαλζάκ, ο Χάινε, και σ’ άλλους συγγραφείς που παίζουν ρόλο εξαιρετικά σπουδαίο στα έργα και την αλληλογραφία του· και τρίτο, να παρασταθεί η αντίληψη του Μαρξ για τη φιλολογική κληρονομιά του παρελθόντος, στη χρονολογική ιστορική του τάξη.

 
Στα 1844, κατά τα πρώτα βήματά του στο Παρίσι, ο Μαρξ μελετούσε τα οικονομικά προβλήματα, όχι σκόρπια, μα σε σχέση στενή με όλα τα προβλήματα της «αστικής κοινωνίας»: Νόμο, ηθική, Κράτος κ.λπ.

 
Στο τέλος του περιώνυμου χειρογράφου της εισαγωγής στην «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» γράφει, τμήμα 4: «Παραγωγή, μέσα παραγωγής και σχέσεις παραγωγής. Σχέσεις Κατανάλωσης. Μορφές του Κράτους και της ιδιοκτησίας στην εξάρτησή τους με τις σχέσεις παραγωγής και κατανάλωσης. Σχέσεις νομικές. Σχέσεις οικογενειακές…

 
2ο Σχέση της ιδεαλιστικής ιστορίας μέχρι τώρα με τη ρεαλιστική ιστορία. Ειδικά η ψευτοϊστορία του πολιτισμού, η παλιά ιστορία της θρησκείας και των Κρατών…

 
3ο Δευτερεύοντα ζητήματα. Γενικά για τις σχέσεις της παραγωγής τις παράγωγες, μεταβιβαστές, όχι πρωτογενείς. Εδώ μπαίνουνε σ’ ενέργεια οι διεθνείς σχέσεις (να το πραγματευτώ)…

 
6ο Η ανισόμερη σχέση ανάμεσα στην ανάπτυξη της υλικής παραγωγής και στην παραγωγή π.χ. την καλλιτεχνική…

 
Έρχονται ύστερα το ονομαστό κομμάτι για την ανισομερή ανάπτυξη της τέχνης, και τα περίφαντα λόγια του Μαρξ για την ελληνική τέχνη και τη σαιξπηρική, όπου κόβεται το χειρόγραφο.

 
Η συνέχεια και το τέλος του χειρόγραφου αυτού (τμήμα 4) που φέρνει την επικεφαλίδα «Καλλιτεχνικά Επικοιδομήματα», επάνω στην τέχνη και ειδικά στην αρχαία ελληνική τέχνη:

 
6o Γενικά, την αντίληψη της προόδου δεν πρέπει να την πάρουμε με τη συνηθισμένη αφαίρεση. Στην τέχνη, κ.λπ. αυτή η ασυμμετρία δεν είναι ακόμα ούτε τόσο άξια λόγου, ούτε και τόσο δυσκολόπιαστη όσο στις καθαρές κοινωνικές πρακτικές σχέσεις, παράδειγμα η σχέση της κουλτούρας των Ηνωμένων Πολιτειών με την κουλτούρα της Ευρώπης. Το κυρίως δύσκολο σημείο που έχουμε να ξεδιαλύνουμε εδώ είναι το να μάθουμε πως οι σχέσεις της παραγωγής, σα σχέσεις νομικές, έχουνε μια ανισόμερη ανάπτυξη (;). Παράδειγμα, η σχέση του ρωμαϊκού αστικού δικαίου (αυτή η σχέση είναι λιγότερο φανερή στο ποινικό και το δημόσιο δίκαιο), με τη ρωμαϊκή παραγωγή…

 
8ο Σημείο ξεκινήματος (είναι) βέβαια (να πιάσουμε) μέσα στο φυσικό ορισμό: υποκειμενικό και αντικειμενικό, φυλές, γένη κ.λπ.

 
Στην τέχνη ξέρουμε ότι ορισμένες περίοδοι άνθησης δεν έχουν καμιά σχέση με τη γενική ανάπτυξη της κοινωνίας. Συνεπώς μήτε με την υλική βάση, με το σκελετό, να πούμε, του κοινωνικού οργανισμού. Παράδειγμα, οι έλληνες παραβαλλόμενοι με τους σύγχρονους ή με τον Σαίξπηρ. Αναφορικά τώρα με μερικές μορφές τέχνης, με την εποποιΐα λόγου χάρη, παραδέχονται πως δεν μπορούν να δημιουργηθούνε στην κλασσική τους μορφή, που άφησε εποχή στον κόσμο, αμέσως με την πρώτη εμφάνιση της καλλιτεχνικής παραγωγής σαν τέτοιας. Συνεπώς πως στον ίδιο τομέα της τέχνης μερικές αξιόλογες εκδηλώσεις δεν είναι δυνατές παρά σ’ ένα βαθμό ανώτερο της ανάπτυξης της τέχνης. Εάν αυτό είναι σωστό προκειμένου για τη σχέση των διαφόρων μορφών της τέχνης μέσα στον τομέα της ίδιας της τέχνης, είναι ακόμα πιο σωστό προκειμένου για τη σχέση όλου του τομέα της τέχνης με τη γενική εξέλιξη της κοινωνίας.

 
Η δυσκολία είναι μονάχα να εκφραστούνε γενικά οι αντιθέσεις αυτές. Μόλις γίνουνε συγκεκριμένες εξηγούνται. Ας πάρουμε π.χ. τη σχέση της ελληνικής τέχνης, κατόπιν της σαιξπηρικής με τα παρόντα. Γνωρίζουμε πως η ελληνική μυθολογία δεν ήτανε μονάχα η οπλοθήκη της ελληνικής τέχνης μα και το έδαφός της. Η αντίληψη για τη φύση και τις κοινωνικές σχέσεις, που βρίσκεται στο βάθος της ελληνικής φαντασίας και συνεπώς της ελληνικής (τέχνης), είναι δυνατή με τις αυτόματες μηχανές, με τους σιδηροδρόμους, τις ατμομηχανές και τον ηλεκτρικό τηλέγραφο; Τι είναι ο Ήφαιστος μπροστά στους Ρόμπερτ και Σία, ο Ζευς μπροστά στο αλεξικέραυνο και ο Κερδώος Ερμής μπρος στην Κινητή Πίστη; Κάθε μυθολογία δαμάζει, εξουσιάζει και πλάθει τις δυνάμεις της φύσης μέσα στη φαντασία και μέσω της φαντασίας, εξαφανίζεται λοιπόν μόλις αυτές οι δυνάμεις γίνουν πραγματικά υποχείριες. Τι απογίνεται η Φήμη κοντά στο Printing House Square; Η ελληνική τέχνη προϋποθέτει την ελληνική μυθολογία, δηλαδή τη φύση και τη φόρμα της κοινωνίας που έχουν πια διαπλαστεί με μια μέθοδο ασυνείδητα καλλιτεχνική μέσω της λαϊκής φαντασίας. Εδώ είναι τα υλικά της. Όχι μια μυθολογία οποιαδήποτε, μήτε μια ασυνείδητη καλλιτεχνική οποιαδήποτε επεξεργασία της φύσης. (Εδώ συμπεριλαμβάνεται κάθε τι που είναι αντικείμενο, λοιπόν και η κοινωνία). Η Αιγυπτιακή μυθολογία δεν μπορούσε νά’ ναι το έδαφος ή ο μητρικός κόρφος της ελληνικής τέχνης. Μα ωστόσο (ήτανε) μια μυθολογία. Σε καμιά περίπτωση συνεπώς η ελληνική τέχνη δεν θα μπορούσε να ροδαμίσει σε περίοδο κοινωνικής ανάπτυξης, που απόκλεισε κάθε σχέση μυθολογική με τη φύση, κάθε γενετική μυθολογίας σχέση μ’ αυτή που απαιτούσε απ’ τον καλλιτέχνη μια φαντασία ανεξάρτητη απ’ τη μυθολογία.

 
Διαφορετικά: Ο Αχιλλέας είναι δυνατός με το μπαρούτι και με το μολύβι; Ή γενικά, η Ιλιάδα είναι δυνατή με τον τύπο και με την τυπογραφική μηχανή; Τα τραγούδια και οι παραδόσεις και η μούσα δεν χάνονται μοιραία με την τυπογραφία; Και τάχα μη δεν χάθηκαν οι αναγκαίοι όροι του έπους;

 
Μα η δυσκολία δεν είναι να καταλάβουμε πώς η ελληνική τέχνη και η εποποιΐα συνδέονται με μερικές μορφές της κοινωνικής ανάπτυξης. Η δυσκολία είναι (να καταλάβουμε) πώς μπορούν ακόμα να μας εφοδιάζουνε με αισθητικές απολαύσεις και να στέκουν μερικά σαν άφταστο υπόδειγμα. Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να ξαναγίνει παιδί αν δεν γυρίσει στην παιδική ηλικία. Μα δεν ευφραίνεται τάχα με την παιδική αφέλεια και δεν μπορεί αυτός ο ίδιος να επιθυμεί ένα επίπεδο ανώτερο, δεν μπορεί να μην ξαναφτιάξει τη φύση του, τάχα μέσα στην παιδική φύση ο κύριος χαρακτήρας κάθε εποχής δεν ξαναζεί στη φυσική του ακρίβεια; Γιατί η παιδική κοινωνική ηλικία της ανθρωπότητας, στην πιο όμορφή της ανάπτυξη δεν θα βασίλευε μ’ ένα αιώνιο θέλγητρο, σα μια φάση που δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ; Υπάρχουν παιδιά κακοαναθρεμμένα και παιδιά πολύ μεγάλα για την ηλικία τους. Πολλοί αρχαίοι λαοί ανήκουν σε μια τέτοια κατηγορία. Οι έλληνες ήταν παιδιά φυσιολογικά. Το θέλγητρο που έχει η τέχνη τους για μας δεν είναι σε αντίθεση με το αδύνατο ξετύλιγμα της κοινωνίας, που μέσα της έγινε μεγάλο. Είναι περισσότερο το αποτέλεσμά της, είναι πιο πολύ συνδεδεμένο αδιάρρηκτα με το γεγονός ότι οι αξάνυστες κοινωνικές συνθήκες που μέσα τους η τέχνη γεννήθηκε, κι όπου μοναχά μπορούσε να γεννηθεί, δεν θα ξανάρθουνε ποτέ.
Τέλος του χειρογράφου.*

 

*Απ’ την Einleitung Zu einer Kritik der Politischen Oekonomie (1857) στα Morceau Choisis de Karl Marx, έκδοση Gallimard, Paris, 1914, σ. 129 κ. επ.

 
Ο Μαρξ ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τη φιλολογία και μελέτησε τους νόμους της μαζί με το σύνολο της καταγωγής και της ανάπτυξης της αστικής κοινωνίας. Αυτό συμπεριλαμβάνει πρώτα τη δημιουργία που αντανακλάει το φως της ακμής και της παρακμής της φεουδαλικής τάξης, και δεύτερο την Αναγέννηση, τη φιλολογία της περιόδου της επαναστατικής ανάπτυξης της αστικής τάξης εναντίον στο φεουδαλισμό και στις βλέψεις του.

 

Όσο για τους λόγους του μεγάλου σεβασμού του Μαρξ και Ένγκελς, στη φιλολογία και την τέχνη της Αναγέννησης, ο Ένγκελς γράφει στη «Διαλεκτική της Φύσης» στα 1880: «Στάθηκε η πιο μεγάλη προοδευτική μεταβολή, που έζησε ως τα τότε η ανθρωπότητα, εποχή που γύρευε και γέννησε τιτάνες στην παντοδύναμη σκέψη, γιομάτους πάθος και χαρακτήρα, πλαστικότητα και σοφία. Εκείνοι που θεμελιώσανε τη σύγχρονη κυριαρχία της αστικής τάξης στάθηκαν το παν, αγκαλά μέτριοι αστοί. Αντίθετα ήταν, λίγο πολύ, ποτισμένοι με το τυχοδιωκτικό πνεύμα του καιρού τους. Την εποχή αυτή, κάθε άνθρωπος κάπως σπουδαίος είχε ταξιδέψει πολύ, μιλούσε τέσσερις – πέντε γλώσσες, και διακρινόταν σε πολλούς κλάδους της τέχνης… Οι άνθρωποι τότε δεν είχαν καταντήσει ακόμα οι δούλοι του καταμερισμού της εργασίας, που βλέπουμε τ’ αποτελέσματά της τα εξολοθρευτικά και απαίσια, τόσο συχνά, στους απογόνους τους. Ωστόσο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ρόλου τους είναι το γεγονός πως όλοι σχεδόν παίρνανε μέρος στα ζωτικά ζητήματα της εποχής τους, μετείχανε δραστήρια στην πρακτική βιοπάλη, στη μια ή στην άλλη μεριά, και αγωνίζονταν πραγματικά με το λόγο, την πένα, με το σπαθί ή με κάθε άλλον τρόπο. Από δω η πληθώρα χυμών και η γεροσύνη του χαρακτήρα που πλάθανε ανθρώπους πλέριους».

 
Αυτή η αναγλυφική παρατήρηση του Ένγκελς δίνει την πιο καλή εξήγηση του ενδιαφέροντος που έδειχνε ο Μαρξ για τους συγγραφείς της Αναγέννησης, σ’ όλο το βίο του.

 

Advertisements