Μετά τη φιλολογία της Αναγέννησης, την προσοχή του Μαρξ τραβήξανε τα δημιουργήματα της γεννούμενης αστικής τάξης του 17ου και 18ου αιώνα, που ανιστορούσαν με δύναμη, ρεαλισμό και ακρίβεια, που έφτανε τα σύνορα του κυνικού, τις σωστές σχέσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας στα πρώτα βήματά της. Μπορούμε να μνημονεύσουμε εδώ το Δανιήλ Ντυφόου, λόγου χάρη, με το Ροβινσώνα Κρούσο, που καθρεφτίζει την τυχοδιωκτική φύση της ανάπτυξης του βρετανικού καπιταλισμού στον 18ο αιώνα. Ο Μαρξ τονίζει την αφέλεια των ιστορικών της φιλολογίας που δεν βλέπουν στις «Ροβινσωνειάδες» ή στις αντιλήψεις του Ρουσσώ για τη φύση, παρ’ εκτός από μια απλή αντίφαση εναντίον στις φινέτσες του πολιτισμού. Ο Μαρξ ενώνει τον τρόπο της πραγματείας του Ντυφόου και του Ρουσσώ για το άτομο και την κοινωνία, με τη γένεση και το ξετύλιγμα της αστικής κοινωνίας (Παράβαλλε: Εισαγωγή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας).

 
Ο Μαρξ έβαζε στο ίδιο επίπεδο του Ντυφόου, τον σατυρικό Σουΐφτ, τον περίλαμπρο σύγχρονό του. Ενδιαφερότανε ζωηρά, για τις αφηγήσεις του Σουΐφτ επάνω στ’ ανδραγαθήματα των άγγλων υφαντών στην Ιρλανδία, και γενικά για την ατιμωτική σάτιρά του εναντίον στο γεννούμενο καπιταλιστικό κόσμο και για την απεικόνιση «των μεθόδων» της συσσώρευσης των αγαθών και της φτώχειας του χωριού.

 
Πρέπει να σημειώσουμε τη βαθιά γνώμη του Μαρξ πάνω στη φιλολογία της γεννούμενης μεσαίας τάξης, κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, ιδιαίτερα στα έργα του Φήλδιν, Ντιντερό, Λέσινγκ. «Ο Μαρξ ήταν λαίμαργος για τα ρομάντζα του 18ου αιώνα» έλεγε ο Λαφάργκ, «προπαντός για τα ρομάντζα του Φήλδιν». Η Λεωνόρα Μαρξ έλεγε πάλι πως ο πατέρας της είχε το ίδιο, τον Φήλδιν και τον Μπαλζάκ.

 
Όσο για τον Ντιντερό, είναι ο μόνος που μνημονεύεται στην Confession του Μαρξ, με τον τίτλο: «Ευνούμενοι πεζογράφοι». Επιπλέον, ο Μαρξ αναφέρει τον Ντιντερό στην Αγία Οικογένεια και στο μέρος του Κεφαλαίου όπου περιγράφει το ρόλο του πλουσίου στην αστική κοινωνία. Ο Ένγκελς στο Αντιντύριγκ, μιλάει για τον ανιψιό του Ραμώ σα για ένα αριστούργημα διαλεκτικής. Ο Λέσιγκ, κατά τον Μαρξ, ήταν ένας αγνός επαναστάτης, που πάλευε για τις προοδευτικές ιδέες στη γερμανική φιλολογία, για την προλεταριακή του πίστη και ακαμψία, για τη στάση του εναντίον στον «ευγενή σχολαστικισμό» των φιλισταίων, του φεουδαλισμού και της δουλικής «νομιμοφροσύνης». Στα 1842 ακόμα, στην κριτική του επάνω στις Συζητήσεις για την ελευθεροτυπία, ο Μαρξ έλεγε για το Λέσιγκ: «Άμα ο Γερμανός θελήσει ειλικρινά να κοιτάξει πίσω, στην ίδια την ιστορία του μέσα, θα βρει τον πρωταρχικό λόγο της αργής πολιτικής ανάπτυξής του, και της αθλιότητας της φιλολογίας στους άξιους συγγραφείς πριν απ’ το Λέσιγκ. Οι προνομιούχοι λόγιοι, οι δοκτόροι, οι κίτρινοι πανεπιστημιακοί συγγραφείς του 17ου και 18ου αιώνα και τα κουτσοέργα τους σφηνωθήκανε ανάμεσα στο λαό και το πνεύμα του, ανάμεσα επιστήμης και ζωής, ανάμεσα στη λευτεριά και τον άνθρωπο. Οι ανάξιοι συγγραφείς πλάσανε τη φιλολογία σου. Ο Γκότσεντ κι ο Λέσιγκ – διαλέξτε μοναχοί σας ποιος ήταν ο άξιος συγγραφέας και ποιος όχι…». Κάμποσα χρόνια αργότερα, ο Μαρξ, αλληλογραφώντας με το Νικολάγιον, έβαλε στην ίδια ζυγαριά το ρώσο συγγραφέα Νταμπρελιούμπωφ και το Λέσιγκ.

 
Ο Μαρξ έθρεφε μεγάλη εκτίμηση για τον Γκαίτε, που συχνά τότε μνημονεύει πλάι στον Σαίξπηρ. Όσο για τον Σίλλερ, ο Μαρξ και ο Ένγκελς πήραν στάση κριτική, ειδικά για τα έργα του στην εποχή του ανυψωμού του απ’ την «πλέρια μιζέρια» στη «μεγαλοπρέπεια» και για τον υποκειμενικό ιδεαλισμό του, εκτιμώντας όμως πλέρια τα έργα του Σίλλερ που φτιαχτήκανε στη βασανισμένη εποχή του. «Η κύρια αξία του έργου Μηχανογραφία κι Έρωτας απορρέει απ’ το ότι είναι το πρώτο γερμανικό έργο με πολιτική ροπή», έλεγε ο Ένγκελς. Ο Μαρξ εκτιμούσε απ’ τον Γκαίτε την καθολικότητά του, το βαθύ του ρεαλισμό, και όπως απ’ τον Σαίξπηρ, τη λαγαρή αντίληψή του για τον κοινωνικό ρόλο του χρήματος, ποσόν που τον βοήθησε να διακρίνει τις «αληθινές αλληλεπιδράσεις» στην περίοδο της γένεσης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Στο χειρόγραφό του του 1844, επάνω στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, ο Μαρξ, δίπλα στις παραπομπές απ’ τον Τίμωνα τον Αθηναίο, σημειώνει επίσης ένα κομμάτι απ’ τον Φάουστ, όπου ο Μεφιστοφελής λέει: «Τράβα λοιπόν! Τα χέρια σου, τα πόδια, η κεφαλή κι ο κώλος σου σου ανήκουν χωρίς αμφιβολία. Μα τούτο που πρώτη φορά χαίρεσαι, είναι πιο λίγο δικό σου; Άμα κατέχεις έξι άλογα, η δύναμή τους δεν είναι δύναμή σου; Το καβαλικεύεις, και να εσύ κοινέ άνθρωπε, σα ν’ απέκτησες εικοσιτέσσερα πόδια».

 

F. SCHILLER, ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΡΤΕΜΗ ΜΑΡΓΚΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ Λ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ
ΒΕΡΑΝΖΕΡΟΥ 29
ΑΘΗΝΑ 1936

Advertisements