Είναι γνωστό πως ο Μαρξ μελέτησε βαθιά τους ρομαντικούς συγγραφείς, από φοιτητής στη Bonn απ’ τα πρώτα του χρόνια στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, διαβάζοντας μ’ επιμέλεια τα έργα τους σε όλους τους τομείς: Οικονομική Ιστορία, δίκαιο, φιλολογία και τέχνη. Τα ποιητικά πρωτόλειά του πριν απ’ τα 1837 ανήκουν ολόισια στη ρομαντική σχολή. Σύγκαιρα κανένας δεν στάθηκε, όσο ο Μαρξ, αντίπαλος των ρομαντικών. Όταν, κατά το 1890, παρουσιαστήκανε στη Γερμανία «θεωρητικοί» που προσπαθούσαν να ταυτίσουνε το μαρξισμό με τον Α. Μύλλερ και το «ματεριαλισμό» της ρομαντικής σχολής, ο Ένγκελς, σ’ επιστολή του στο Μέριγκον, στις 28 Σεπτέμβρη 1892, ξανάβαλε αυτό το «ματεριαλισμό» στη θέση του: «Ο Μαρξ δείχνει μια τιμητική περιφρόνηση γι’ αυτούς τους εμπόρους των πομπώδικων λόγων, αυτούς τους αγοραίους οπαδούς των γάλλων ρομαντικών Ιωσήφ –ντε- Μαίστρ και Μπονάλντ».

 
Ο αντιδραστικός ρομαντισμός των αρχών του 19ου αιώνα χαρακτηρίστηκε από τον Μαρξ σαν η αντίδραση της ευγένειας, στη δύση της, κόντρα στις ιδέες της μεγάλης γαλλικής Επανάστασης, σαν η ιδεολογία της παλινόρθωσης στο πάλαιμά της με την αστική επαναστατική ροπή του δέκατου όγδοου αιώνα. Στις 25 του Μάρτη 1865, ο Μαρξ έγραφε στον Ένγκελς: «Η πρώτη αντίδραση κόντρα στη γαλλική Επανάσταση και η πνοή που εκείνη έδωσε ήσαν φυσικά: περικυκλώσανε τα πάντα με μεσαιωνικούς χαρακτήρες, τα πάντα ζωγραφίσανε με ρομαντικούς χρωματισμούς. Ακόμα και οι αδελφοί Γκριμ ακολουθήσανε στα ζώντα τους την κίνηση αυτή».

 
Απ’ τα 1842, στη Συζήτησή του για την ελευθεροτυπία, ο Μαρξ έδωσε πιο δυνατή ανάλυση της κοινωνικής και οικονομικής καταγωγής του αριστοκρατικού ρομαντισμού. Θεωρώντας ολότελα τη «ρομαντική κουλτούρα» σαν ξαναγέννημα της βυζαντινής κουλτούρας, χαρακτηρίζει ορθά όλο το δισυπόστατο της ιπποτικής – χριστιανικής και ρομαντικής διδασκαλίας.

 
«Ακούγοντας το πρωτοπαλίκαρο του ιπποτισμού που με σοβαρότητα σχεδόν κωμική, με αξιοπρέπεια σχεδόν μελαγχολική και με πάθος περίπου θρησκευτικό, ανιστορεί την αρχή της Πανσοφίας των μαζών, της λευτεριάς τους και της ανεξαρτησίας τους στο μεσαίωνα, ο ανίερος, σημειώνει αποσβολωμένος πως άμα υπάρχει ζήτημα λευτεριάς του τύπου, το ίδιο πρωτοπαλίκαρο αφήνει τις κορφές της σοφίας της Βουλής και κατεβαίνει στη συνηθισμένη μωρία της ανθρώπινης ράτσας· ενώ απ’ τον άμβωνα εγκωμίαζε την ανεξαρτησία και τη λευτεριά των προνομιούχων τάξεων, ασπάζεται την αρχή της μη λευτεριάς, της μη ανεξαρτησίας της ανθρώπινης φύσης.

 
Στις μέρες μας πολύς κόσμος ξαφνιάζεται με τον καθημερινό αυτόν τύπο που αντιπροσωπεύει το χριστιανικό-ιπποτικό, το νεοφεουδαλικό, κοντολογίς το ρομαντικό ιδανικό».

 
«Οι κύριοι αυτοί ποθούν να βλέπουν στη λευτεριά όχι το φυσικό δώρο του καθάριου παγκόσμιου φωτός της σοφίας, μα το υπερφυσικό καταστάλαγμα κάποιου ευνοούμενου εξαιρετικά αστερισμού. Νογώντας τη λευτεριά μόνο σα χτήμα ατομικό εξαιρετικών προσώπων και τάξεων, έρχονται λογικά να περιορίσουνε την ατομική σοφία και λευτεριά, στην κατηγορία διαβατικών ιδεών, χτίζοντας τις ίδιες τους φαντασίες σα συστήματα με τη λογική φτιαγμένα. Πασχίζοντας να συγκρατήσουν τα ιδιωτικά συμφέροντα της λευτεριάς που ανήκει στα προνομιούχα άτομα, καταδικάζουνε την παγκόσμια λευτεριά της ανθρώπινης φύσης».

 
Τέτοια είναι η φύση του δυαδισμού του αριστοκρατικού ρομαντισμού, δυαδισμού που αναβρύζει απ’ την αντίθεση ανάμεσα στους πόθους, στις πλάνες και στον εξωτερικό ανθρωπισμό των ρομαντικών απ’ τη μια μεριά, και στην πραγματική εξάρτησή τους κατά την ιστορική διαδρομή απ’ την κοινωνική εξέλιξη του καπιταλισμού. Εδώ βρίσκεται η γνώμη που υποστήριζε ο Μαρξ σ’ όλη τη ζωή του.
Αυτή η γενική κρίση για το συντηρητικό ρομαντισμό στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, όπου ο Μαρξ ξαναγύριζε σε πολλά κατοπινά έργα του (Κριτική της φιλοσοφίας του Δικαίου του Χέγκελ, Κομ. Μανιφέστο, Κεφάλαιο κ.λπ.) την εφαρμόζει στον τυπικό αντιπρόσωπο του 19ου αιώνα με το σαντιμανταλισμό και τον αριστοκρατικό ευρωπαϊκό ρομαντισμό, τον Σατωμπριάν.

 

 

F. SCHILLER, ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΡΤΕΜΗ ΜΑΡΓΚΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ Λ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ
ΒΕΡΑΝΖΕΡΟΥ 29
ΑΘΗΝΑ 1936

Advertisements