«Η αστική κοινωνία ισορροπημένη και πρακτική βρήκε τους ερμηνευτές της και τους αληθινούς αντιπροσώπους της στους άνδρες τύπου Σαΐ, Κουζέν, Ροαγιέ-Κολάρ, Βενιαμίν Κονστάν και Γκιζό. Οι πραγματικοί στρατάρχες της κατοικούσαν στα εμπορικά γραφεία, ο πολιτικός αρχηγός της ήταν ο ηλίθιος Λουδοβίκος 18ος. Χωμένη ως το λαιμό στη συσσώρευση του κεφαλαίου και στον ελεύθερο ανταγωνισμό, η μπουρζουαζία λησμόνησε πως τα φαντάσματα της παλιάς Ρώμης αγρυπνούσανε πάνω στην κούνια της». (18 Μπρυμαίρ).

 
Το πνεύμα της «αστικής ισορροπίας» στην εξέλιξη της αστικής κοινωνίας, ο καταμερισμός της εργασίας που μεγάλωνε κ.λπ. εξασκήσανε αρκετό αποτέλεσμα επάνω στην πνευματική παραγωγή και ειδικά στην ποίηση και την τέχνη, παρατηρούσε ο Μαρξ στη Θεωρία του της υπεραξίας. Η διαφοροποίηση της τρίτης τάξης εξακολούθησε και όπου πρώτα αγωνιζότανε για τα κοινά αστικά ή ανθρώπινα συμφέροντα, εναντίον στη φεουδαλική κοινωνία, ο αγώνας της τώρα περιορίστηκε σχεδόν στα μικροαστικά συμφέροντα των κάτω στρωμάτων της μεσαίας τάξη. Όταν η ταξική συνείδηση του προλεταριάτου αναπλώθηκε, η αστική τάξη η ίδια – και μάλιστα στις χώρες όπου η αστική επανάσταση σταμάτησε μισοδρομίς- βρέθηκε ανάμεσα στο σφυρί και τ’ αμώνι, δηλαδή ανάμεσα αριστοκρατίας και προλεταριάτου.

 
Κι ο Μαρξ συνεχίζει την περιγραφή της φιλολογίας αυτών των αστικών ομάδων που παρατήσανε τον αγώνα, φιλολογίας ψεύτικης, μέτριας, που αναζητάει τη δημοτικότητα μέσα στη μεσαία τάξη και τους φιλισταίους. Ζωγραφίζοντας την κατάσταση της μεσαίας αγγλικής τάξης κατά τα 1850, και τη στάση που κρατούσε όταν οι εργάτες κατεβαίνανε σ’ απεργία, ο Μαρξ χαρακτηρίζει το ηθικό επίπεδο της τάξης αυτής στο άρθρο του στη New-York Tribune:

 
«Η μεσαία τάξη δεν ποθεί να σπουδάσει το αρχαίο σχολειό και για τούτο δεν προοδεύει στην επιστήμη και τη σύγχρονη τέχνη. Το βιβλίο των λογαριασμών, το γραφείο, είναι αρκετή μόρφωση. Αν πληρώνει η τάξη αυτή τα έξοδα της ανατροφής των παιδιών της, το κάνει για να τους δώσει κοινωνικά προσόντα, μα κανείς δεν ενδιαφέρεται για την αληθινή μόρφωση του μυαλού, μήτε για την κατάκτηση της γνώσης». (Η Αγγλική Μεσαία Τάξη στη New York Daily Tribune, Αύγουστος 1854).

 
Ο Μαρξ σημειώνει επίμονα αυτή την παρακμή της φιλολογίας και της αστικής κουλτούρας κι αν επιτρέπεται ο παραλληλισμός με την πολιτική οικονομία, τη συγκρίνει με την παρακμή που γίνεται απ’ τον Ριχάρδο και τον Σμιθ ως τον Μπένθαμ.

 

Ο Μαρξ βρίσκει το κλασσικότερο παράδειγμα για την παρακμή αυτή στον Μαρτίνο Τέππερ (1810-1889) που τον αναφέρει πλάγια στην «Confession» με τον τίτλο: Οι αντιπάθειές μας. Ο συγγραφέας αυτός, χρόνια λησμονημένος, απόλαυσε μεγάλη δημοτικότητα στην Αγγλία κατά τα 1850-60 και τα έργα του πουλιότανε σε χιλιάδες αντίτυπα. Μολαταύτα του έλειπε ολότελα κάθε ταλέντο φιλολογικό και το μυστικό της επιτυχίας του ήταν ότι προσκυνούσε «την κοινή γνώμη» της μεσαίας τάξης. Ο Μαρξ λέει γι’ αυτόν στο Κεφάλαιο πως έχει την ίδια θέση στη φιλολογία που έχει ο Μπένθαμ στη φιλοσοφία και διαβεβαιώνει πως τέτοια πάστα ποιητές δεν μπορούνε να εκδοθούνε παρά στην Αγγλία (Das Capital, T.I. Berlin 1923 S. 525, 546).

 
Ο Μαρξ κριτικάριζε με τραχύ τρόπο τόσο τη γερμανική αστική φιλολογία των μέσων του δέκατου ένατου αιώνα, όσο και την κλαψιάρικη υποκριτική ποίηση και τα έργα των γερμανών ρεαλιστών τύπου Φράϊταγ, Σπιλχάγκεν, χωρίς να λογαριάσουμε την αντιδραστική φιλολογία γύρω στα 1850 και την πατριωτική ποίηση στα 1870-71, όπως τον πιο λαϊκό γερμανό ποιητή των χρόνων της αντίδρασης: το Μπόντενστετ, και τον εγελιανό αισθητικό της ίδιας εποχής: το Φίσερ.

 

F. SCHILLER, ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΡΤΕΜΗ ΜΑΡΓΚΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ Λ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ
ΒΕΡΑΝΖΕΡΟΥ 29
ΑΘΗΝΑ 1936

Advertisements