Ο κ. Γκέμπελς διάταξε τους Γερμανούς σκηνοθέτες να ετοιμάζουνε βιαστικά και γρήγορα μία ταινία, ένα φασιστικό «Ποτέμκιν». Οι σκηνοθέτες και λεφτά πετύχανε και τις τέλειες εγκαταστάσεις της «Ούφας». Οι ταινίες όμως δε φτιάχνονται μόνο με λεφτά και με κορδέλες. Οι φασιστικές ταινίες όμως είνε καταπληχτικές για την ειλικρινή τους βλακεία. Δείχνουνε στο θεατή τους κομμουνιστές με άθλια χρώματα ομοσεξουαλισμού κτλ. Είναι δύσκολο να πει κανείς τι ακριβώς εμπνέει τους σκηνοθέτες για τέτοιες σκηνικές ιδιοτροπίες: η πολιτική άραγε έχθρα ή η επιθυμία να μην πάει χαμένη η πλουσία πείρα των νέων ηθοποιών και των βουβών ρόλων που ανάμεσά τους υπάρχουν αρκετοί αντάξιοι του σωματέμπορα εθνικού ήρωα των χιτλερικών Χορστ Βέσσελ;
Στην ιταλική ταινία «Οι μαύροι χιτώνες» η φασιστική ευεργεσία αποδεικνύεται με το γεγονός ότι οι κομμουνιστές διοργάνωσαν απεργίες τηλεγραφητών και έτσι καταστρέψανε την οικογενειακή ευτυχία τους. Του κάκου ο σκηνοθέτης προσπαθεί να μιμηθεί τον Έϊζενστέιν ή τον Πουντόβκιν.
Δεν είναι καθόλου περίεργο γιατί ο φασισμός υπερασπίζοντας τα συμφέροντα της μεγάλης μπουρζουαζίας αποτεινότανε στις καρδιές των μικροαστών. Στη δημιουργία του είνε αισθηματικός, σκληρός και μίζερος όπως ο κλασσικός μπακάλης. Δεν προχωρεί πέρα από τους ερωτευμένους εις το σεληνόφως, το δήμιο με τον πέλεκυ και τους μενεξέδες. Το δυστύχημα για τους φασίστες είνε πως κλέβοντας από την επανάσταση την κόκκινη σημαία, τη λέξη «σοσιαλισμό» και μερικά ακόμα εξωτερικά σημάδια, αποφασίσανε να γίνουνε γύφτοι που με τέχνη βάφουνε τα κλεμένα άλογα. Ταιριάξανε και καινούργια λόγια για το σκοπό της «Διεθνούς». Κάτω όμως από τους ήχους της «Διεθνούς» του Ποτιέ, οι άνθρωποι τραβούσανε προς τα οδοφράγματα, στα κάτεργα, στον τουφεκισμό, στα μέτωπα του ταξικού πολέμου, μέσα στις στέπες και στους βάλτους προς το ανδραγάθημα και προς τη δουλειά. Κάτω από τους ήχους της δικής τους «Διεθνούς» της βαμένης, οι άνθρωποι τραβούσανε ενάντια στα καταστήματα των Εβραίων και το πολύ για να κάψουνε τους τοίχους του Ερρίκου Χάϊνε.
Δεν υπάρχει κλάδος πολιτισμού που να μη φάνηκε ο φασισμός, χυδαίος «χωροφύλακας» που απ’ όλο το ανθρώπινο λεξιλόγιο δεν ξέρει παρά μια γρανιτένια λέξη: «Απαγορεύεται».
Οι φασίστες ορκίστηκαν να υπερασπίσουνε τους θησαυρούς του παληού πολιτισμού από τους αδιάντροπους μπολσεβίκους. Τα φλογερά όμως αυτά παλληκάρια μια και σπάσανε τις προθήκες των εμπορικών ρίξανε μια ματιά και στα μουσεία. Πέταξαν  από κει όλους τους εξπρεσιονιστικούς πίνακες των Γερμανών ζωγράφων.
Τώρα μελετάνε το ζήτημα της «περαιτέρω εξυγιάνσεως». Θέλουν να πετάξουν από τα μουσεία τους πίνακες των «διεφθαρμένων Γάλλων»: του Σεζάν, Μπρακ, Πικασσό και Ντυρέν.
Εις την εκπολιτιστική δημιουργία του φασισμού ξαφνιάζει όχι τόσο η βία, η βλακεία, η σκληρότητα, αλλά η μυρωδιά του θανάτου. Όταν γύρισαν οι Βουρβόνοι και οι παπάδες, με μίσος ενάντια στη σκέψη και πανικόβλητοι για κάθε γραφτό λόγο, καμμιά απαγόρευση δεν μπόρεσε να σταματήσει την πνευματική ανάπτυξη της Γαλλίας. Σ’ εκείνα τα απαίσια χρόνια άρχισε να δουλεύει ο Ντελακρουά, βγήκανε τα πρώτα βιβλία του Στεντάλ και ωρίμαζε η πλειάδα των νεαρών ρωμαντικών. Χρειάζεται μήπως να αναφέρουμε πώς ο Πούσκιν, ο Γκόγκολ, ο Λέρμοντοφ ζήσανε και δουλέψανε στα τρομερά χρόνια του Νικολάου του πρώτου; Ο χωροφύλακας το πολύ πολύ ξέρει να κατεβάζει γροθιές. Μπορεί να σκοτώσει τον ποιητή, όχι όμως την ποίηση.
Ο φασισμός δεν είνε τρομερός για τις απαγορεύσεις του, τις φυλακές, τις αυθαιρεσίες, είνε τρομερός για την πτωμαΐνη του, για το δηλητήριο που σκορπίζει σε ολόκληρες χώρες. Τον φέρανε για να σώσει την τάξη την καταδικασμένη σε ναυάγιο, μπορεί όμως να σώσει κανείς το ναυάγιο, όχι όμως εκείνον που έχει κι όλας πνιγεί. Τους νεκρούς δεν μπορούν να τους αναστήσουνε ούτε οι νεόφυτοι του Λατερανού, ούτε οι μύστες του θεού Βόταν. Μπορούν όμως να δηλητηριάσουν την χώρα με την βρώμα της σαπίλας, να ανακηρύξουνε την ανυπαρξία για χαρά της ανθρωπότητας, και να μεταβάλλουνε τη ζωντανή πολύμορφη οικουμένη σε απέραντη νεκρούπολη. Δεν είνε σε θέση να αλλάξουνε την πορεία της ζωής, μπορούν όμως να εξολοθρεύσουνε τη ζωή. Ο αγώνας για τον πολιτισμό, σήμερα σημαίνει αγώνας για τη ζωή, ενάντια στα πτώματα εκείνα που μια και καθήσανε τους ποικιλόχρωμους χιτώνες πάνω στους σκελετούς ζητάνε τώρα να τραβήξουνε όλον τον κόσμο στο χορό του θανάτου.
Advertisements