Το Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. προκήρυξε με την απόφασή του της 12ης του Αυγούστου του 1945 διαγώνισμα για να βοηθήσει στο να γραφτούν τόσο μονογραφίες σχετικές με την Αντίσταση του 1940-45, όσο και η σύντομη ιστορία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Με την ίδια απόφαση καθόριζε τους όρους του διαγωνισμού και όριζε Κριτική Επιτροπή.

 
Η τελευταία στη συνεδρίασή της, της 23ης του Μάρτη του τ.έ., άκουσε την εισήγηση του συν. Μ. Αυγέρη, που δημοσιεύουμε πιο κάτω, για μερικά ιστορικά και λογοτεχνικά έργα σχετικά με την Αντίσταση, και έπαιρνε την απόφασή της, που δημοσιεύθηκε επίσης στο «Ριζοσπάστη» της 24ης του Μάρτη του τ.έ.

 
Τόσο το Π.Γ. όσο και η Κριτική Επιτροπή με τις αποφάσεις τους αυτές απέβλεπαν στο να προωθήσουν με τη συγγραφική αξιοποίηση του νεότερου εθνικού έπους, τόσο την αφομοίωση της δημιουργικής πείρας του και του ηρωικού του πνεύματος απ’ το λαό μας, όσο και τη διάσωση του έργου του Αγώνα για τις μελλούμενες γενιές. Κι αυτό γιατί το έπος της σύγχρονης Αντίστασης, αν δεν υστέρησε σε ηρωισμό απ’ τον αγώνα του ’21, όμως υπήρξε πολύ βαθύτερο απ’ την εθνικο-απελευθερωική πάλη των προγόνων μας, και γι’ αυτό πολύ γονιμότερο σε διδάγματα για το Έθνος μας.

 
Όμως, όπως διαπιστώνεται τόσο στην εισήγηση που δημοσιεύουμε, όσο και στην πιο πάνω απόφαση της Κριτικής Επιτροπής, η συγγραφική αξιοποίηση, ιστορική και λογοτεχνική, της σύγχρονης εθνικο-απελευθερωτικής εποποιΐας βρίσκεται ακόμα μονάχα στην αρχή. Η σχετική εργασία πρέπει να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί. Και το έργο αυτό μπορεί και πρέπει να είναι το δημιούργημα τόσο των πνευματικών μας ανθρώπων, που είναι αντάξιοι του τίτλου αυτού, όσο και των αγωνιστών που πήραν ενεργό μέρος στην Αντίσταση και νιώθουν πως μπορούν να δώσουν και στο γραπτό λόγο εκείνο που πραγματοποίησαν με την παλικαρίσια δράση τους.

 
Γι’ αυτό, η Κριτική Επιτροπή του Π.Γ. του Κ.Κ.Ε. για τη συγγραφή μονογραφιών κλπ., νομίζει πως πρέπει να συστήσει σ’ όλους τους συναγωνιστές και τους πνευματικούς ανθρώπους, που μπορούν να δώσουν με κάθε μορφή του γραφτού λόγου πλευρές ή κομμάτια απ’ την εθνική μας Αντίσταση, να το κάμουν. Κάθε δυνατή βοήθεια θα παρασχεθεί για κάθε σχετική εργασία που θ’ αξίζει. Τα γραφεία της Κεντρικής Επιτροπής είναι στα Γραφεία της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης», οδός Εδουάρδου Λω 10β.

 

Η Κριτική Επιτροπή

 

Η φασιστική αναστάτωση, που γέμισε με δυστυχία και ερείπια τον κόσμο και το ξαναγύρισμα στην πρωτόγονη βαρβαρότητα, τη βία και το έγκλημα, που χαρακτήρισε τις ανθρώπινες σχέσεις τα τελευταία χρόνια, προκαλεί σήμερα ένα γενικό συναγερμό μέσα στους λαούς, να οργανώσουν καλύτερα τη ζωή και ν’ απαλλαχτούν απ’ αυτά τα κακά. Αυτή η σημερινή ορμή των μαζών προς ένα πιο τέλειο ιδανικό ζωής είναι πρωτοφανέρωτη στην ιστορία. Και για πρώτη φορά σήμερα η σκέψη και η τέχνη ένιωσε σε τέτοιο βαθμό την ανάγκη να πάρει μέρος, συστηματικά και ενσυνείδητα, στον τεράστιο αυτόν αγώνα, που θα μεταμορφώσει την κοινωνική ζωή και τις ανθρώπινες σχέσεις. Όλα τα σημεία δείχνουν πως το αίτημα αυτό για τη μετάπλαση της ζωής μελλοντικά θα πάρει μεγαλύτερη έκταση και βάθος• θα δώσει το βασικό χαρακτήρα στη σκέψη και στην τέχνη του νέου κόσμου, που δημιουργείται ολοένα. Σήμερα μπαίνει παντού σε πλατειά συζήτηση το πρόβλημα της στρατευόμενης σκέψης και της ενεργητικής τέχνης, της τέχνης και της σκέψης, που πρέπει να μπουν στην υπηρεσία της κοινότητας, που θα συνεχίσουν στην ανύψωση και τη μετάπλαση της ζωής, που θ’ αντιταχθούν σε ό,τι υποδουλώνει τον άνθρωπο. Μια νέα συνείδηση διαμορφώνεται που δεν συγχωρεί στον πνευματικό άνθρωπο να στέκεται θεατής μπροστά στην ανθρώπινη τραγωδία. Ενταγμένη λογοτεχνία, ένοπλη ποίηση, στρατευμένη τέχνη, μαχόμενος λόγος, είναι σήμερα συνθήματα που προβάλλονται παντού.

 
Στη γενική αυτή τάση πρέπει να καταταχτεί και η τέχνη της Αντίστασης, που παρουσιάζεται σήμερα σ’ όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Βέβαια, με τον όρο «Τέχνη της Αντίστασης» χαρακτηρίζεται κυρίως ό,τι στην τέχνη και στο λόγο σχετίζεται περισσότερο με την εθνική αντίσταση των λαών κατά της φασιστικής επιδρομής• αλλά, ο όρος αυτός αρχίζει να παίρνει ολοένα και πλατύτερη σημασία και να χαρακτηρίζει κάθε αντιφασιστική εκτέλεση και τον πνευματικό αγώνα κατά κάθε δύναμης που αντιστέκεται στην ανθρώπινη πρόοδο. Η τέχνη αυτή, που παίρνει τα θέματά της από τη σύγχρονη αγωνιστική ζωή των λαών και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει το επίκαιρο, απευθύνεται άμεσα στη ζωή, όπως εμπνέεται και άμεσα από τη ζωή και είναι ηρωική στο βαθύτερο χαρακτήρα της.

 
Απάνω σ’ αυτό το πνεύμα, η δική μας λογοτεχνία της Αντίστασης θα μπορούσε να βρει στην ίδια μας την παράδοση υψηλά πρότυπα, όπου να στηρίζει τις αισθητικές της αρχές. Αν περιοριστούμε μόνο στην κοντινή μας παράδοση και δεν ανατρέξουμε στους αρχαίους, ένα μεγάλο μέρος από το έργο του Παλαμά, το καλύτερο έργο του Σολωμού από τον ύμνο της Ελευθερίας έως τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, που είναι ό,τι πνευματικά και αισθητικά πιο υψηλό έχει συλλάβει το νεοελληνικό πνεύμα, είναι, στο βαθύτερο χαρακτήρα τους, τέχνη αγωνιστική, ηρωική, αντιμάχεται κάθε δύναμη που υποδουλώνει τον άνθρωπο, στηρίζεται στα σύγχρονα ιστορικά γεγονότα και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει το επίκαιρο.

 
Η λογοτεχνία μας της Αντίστασης, που βρίσκεται ακόμα στα πρώτα της βήματα, έδωσε έως τώρα ένα μεγάλο αριθμό από έργα και ορισμένα απ’ αυτά είναι αξιόλογα. Μέσα στα καλύτερα μπορούν να λογαριαστούν χρονικά του Θέμου Κορνάρου, «Χαϊδάρι», της Μέλπως Αξιώτη «Απάντηση σε 5 ερωτήματα», κι «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης» του Μενέλαου Λουντέμη, όπως και το ιστόρημα του Α. Βρατσάνου «Βροντάει ο Όλυμπος». Έπειτα σαν τέχνη τα «5 διηγήματα της Αντίστασης» και το «Αγρίμι» του Νικηφ. Βρεττάκου, πολλά κομμάτια από την αγωνιστική ποίηση του Κώστα Καλαντζή, της Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη και του Γιώργου Κοτζιούλα• και τέλος, μερικά έργα από τη νέα ποιητική τεχνοτροπία με τον ελεύθερο ρυθμό, του Βρεττάκου, της Ρίτας Μπούμπη-Παπά, του Ρίτσου, του Σφακιανάκη, του Παπά και άλλων. Από τα καλύτερα λογοτεχνικά έργα της Αντίστασης είναι κι αυτά που φάνηκαν τελευταία, του Λ. Μωραΐτη τα πολεμικά διηγήματα «Απ’ τ’ αντάρτικο της Ρούμελης», του Δημήτρη Χατζή το μυθιστόρημα «Φωτιά» με θέμα την αντίσταση και τα διηγήματα του Δ. Πατατζή «Ματωμένα Χρόνια».

 

ΚΟΜΕΠ 4, 1946, 190-191

Advertisements