Οι Εαμικές οργανώσεις, σαν οργανώσεις αντίστασης, ευνοούν αυτή την κίνηση, γιατί εκφράζει την εθνική θέληση και το πνεύμα των μαζών• θέλουν να ιδούν την τέχνη, που καλλιεργεί το πνεύμα της ελευθερίας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και το ηρωικό δημιουργικό αντίκρυσμα της ζωής• έπειτα θέλουν να περισωθούν όλες οι ιστορικές μαρτυρίες για τους αγώνες της εθνικής μας αντίστασης, που είναι από τις μεγαλύτερες δόξες του ελληνικού λαού. Απ’ αυτό το πνεύμα κινημένο και το Π.Γ. της Κ.Ε. του Κόμματος πήρε την πρωτοβουλία για να συστήσει μια Επιτροπή, που θα διαλέξει και θα βραβεύσει τα καλύτερα έργα από τη λογοτεχνία και την ιστορία της Αντίστασης. Η Επιτροπή, σαν πλέον αξιόλογα απ’ τα έργα της Αντίστασης, που εκδόθηκαν έως τώρα, διάλεξε τέσσερα έργα από την πεζογραφία 1) το «Βροντάει ο Όλυμπος» του Α. Βρατσάνου, 2) το «Απ’ τ’ αντάρτικο της Ρούμελης» του Δ. Μωραΐτη, 3) τη «Φωτιά» του Δημήτρη Χατζή και 4) τα διηγήματα του Δ. Πατατζή «Ματωμένα Χρόνια» που μπορούν να θεωρηθούν σαν η μεγαλύτερη επιτυχία. Από την ποίηση ξεχωρίστηκαν σαν πιο σημαντικά 1) το έργο της Ρίτας Μπούμη-Παπά «Αθήνα», 2) το έργο του Ν. Βρεττάκου «33 ημέρες» και 3) της Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη η συλλογή τραγουδιών «Της νιότης και της λεβεντιάς». Μέσα από την τελευταία αυτή συλλογή ιδιαίτερα εκτιμήθηκε ο ύμνος του ΕΛΑΣ, που τόσο αγαπήθηκε από το λαό, ώστε μ’ έναν τρόπο δικαιώθηκε από την ίδια τη ζωή.

Για τα έργα αυτά δίνουμε εδώ μια λεπτομερειακή ανάλυση.

 
Το «Βροντάει ο Όλυμπος» του Αντώνη Βρατσάνου είναι ένα κομμάτι από την ιστορία της Εθνικής μας Αντίστασης. Περιγράφει τη δράση του αντάρτικου μηχανικού στην περιφέρεια του Ολύμπου, όπου κι ο ίδιος ο συγγραφέας υπηρέτησε σαν καπετάνιος.

 
Το ιστόρημα είναι σύντομο, αλλά είναι το πιο άρτιο απ’ όσα δημοσιεύθηκαν έως τώρα για τον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα του λαού μας. Το κύριο έργο του αντάρτικου μηχανικού ήταν τα σαμποταρίσματα• αλλά κάνοντας αυτή τη δουλειά, ήταν υποχρεωμένο να δώσει και μια σειρά από συγκρούσεις και μάχες. Οι υπομονεύσεις, η τοποθέτηση ναρκών, τα φουρνέλα, τα ξυλώματα των σιδηροτροχιών και οι ανατινάξεις, το πέρασμα μέσα σε συρματοπλέγματα κι οχυρωμένες θέσεις, είναι μια δουλειά, όχι μονάχα εξαιρετικά επικίνδυνη, μα και πολύ δύσκολη, που θέλει τεχνικές γνώσεις και ψυχραιμία και τόλμη σπάνια. Οι αντάρτες του μηχανικού πολύ γρήγορα έμαθαν αυτή την τεχνική και η τόλμη τους δεν δίσταζε μπροστά σε κανέναν κίνδυνο και καμιά δυσκολία. Το αντάρτικο μηχανικό ανάδειξε ένα πλήθος μπουρλοτιέρηδες, αντάξιους με τους πρόγονους, με τον Κανάρη και τους μπουρλοτιέρηδες του εικοσιένα.

 
Ο αντάρτικος αγώνας άρχισε στα βουνά, μα όσο πλήθαιναν οι ομάδες των ανταρτών κι οργανώνονταν κι οπλίζονταν καλύτερα, τόσο γίνονταν και πιο επιθετικές. Βήμα, βήμα διαφιλονικούσαν στον εχθρό το έδαφος και ξεσκλάβωναν τη χώρα, μεταφέροντας τον πόλεμο από τα βουνά στους κάμπους κι από τις περιφέρειες στα πολυσύχναστα κέντρα.

 
Όλη αυτή η εξιστόρηση, αν και είναι λιτή στην έκφρασή της, συνεπαίρνεται συχνά από μια επική πνοή, δίνει περιστατικά μ’ εξαιρετική δραματικότητα, που αναδείχνουν το αδάμαστο πνεύμα της εθνικής αντίστασης και την αλύγιστη αποφασιστικότητα κι αυτοθυσία των αγωνιστών. Όσο η θανάσιμη πάλη με τον εχθρό γίνεται πιο τρομερή, τόσο και η συμμετοχή του λαού γίνεται μεγαλύτερη. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, προσφέρουν ό,τι μπορούν, βοηθούν στην τροφοδοσία, στις πληροφορίες, λαβαίνουν μέρος στις μάχες, στα σαμποταρίσματα, δεν λογαριάζουν κανένα κίνδυνο. Πάνδημος ηρωισμός, πάνδημος αγώνας για την ελευθερία, επικά κατορθώματα, που αναδείχνουν το λαό μας σαν έναν από τους μαχητικότερους του κόσμου, όταν υπερασπίζεται την ανεξαρτησία του.


Η εξιστόρηση είναι σχεδόν απρόσωπη, ο συγγραφέας στέκει παράμερα, δίνει αντικειμενικά τα περιστατικά και παραθέτει τα γεγονότα χωρίς αισθηματικές και υποκειμενικές παρεμβολές• το ύφος του είναι σεμνό και συγκρατημένο, η γλώσσα του είναι καλή δημοτική και η σκέψη του ξεχωρίζει με λαγαράδα τα ιστορικά και κοινωνικά ελατήρια, που κρύβονται κάτω από τα φαινόμενα. Φυσικά, το βιβλίο αυτό, με το περιοριστικό μέσα στο σύνολο του εθνικο-απελευθερωτικού μας αγώνα θέμα του, έχει και αντίστοιχη σημασία σχετικά με το σύνολο του κινήματος της αντίστασης. Δεν παύει όμως να δείχνει μια από τις ηρωικότερες σελίδες του κινήματος αυτού και αποτελεί γι’ αυτό μια καλή αρχή για τη συγγραφή της ιστορίας του εθνικο-απελευθερωτικού μας αγώνα.

 
Ενώ το έργο του Βρατσάνου είναι καθαρά ιστορικό, το έργο του Α. Μωραΐτη «Απ’ τ’ αντάρτικο της Ρούμελης» πρέπει να θεωρηθεί σαν ένα μικτό είδος και πιο πολύ τέχνη παρά ιστορία• είναι μια συλλογή από ξέχωρα και ολοκληρωμένα πολεμικά διηγήματα με πολλή τέχνη γραμμένα• δεν δίνουν μόνο τις μάχες και τις συμπλοκές, παρά και την ατομική ζωή των ανταρτών, τ’ ατομικά επεισόδια με τα ονόματα του καθενός, τις σχέσεις μεταξύ τους και με τους χωριάτες, την τραχιά, παρορμητική κι απλή ψυχολογία τους, τις κουβέντες τους σε ρουμελιώτικο ιδίωμα, μια και οι ιστορίες γίνονται στη Ρούμελη, και γενικά όλο το φυσικό κι ανθρώπινο περίγυρο. Η αφήγηση είναι άνετη, γεμάτη ζωντάνια, χωρίς αισθηματισμούς και στολίδια• μια τέχνη χωρίς τεχνάσματα• στις φυσικές περιγραφές του δίνει εικόνες καθαρές και παραστατικές. Με το ύφος του το απέριττο κι αρρενωπό ο συγγραφέας κατορθώνει και δίνει το πνεύμα του αντάρτικου αγώνα, τη σεμνή παλικαριά των αντρών, την αντοχή τους στις ταλαιπωρίες και τις στερήσεις, το φιλότιμό τους• έχουν συνηθίσει τον πόλεμο και τον βλέπουν σαν μια καθημερινή δουλειά, αναγκαία και χρήσιμη για την κοινότητα• και την κάνουν αυτή τη δουλειά με την επιμέλεια, την ψυχραιμία και την επιμονή, που έκαναν τις καθημερινές, χωριάτικες δουλειές τους• κι ακόμα με την ευσυνειδησία σαν για ιερό χρέος• ο θάνατος δεν τους απασχολεί• τον δέχονται σαν ένα φυσικό ατύχημα, με λύπη, αλλά χωρίς τραγικότητα• και μ’ όλα τα λίγα πολεμικά μέσα που διαθέτουν, παλιά τουφέκια το περισσότερο και μετρημένα πυρομαχικά, όμως αντικρύζουν το πάνοπλο εχθρό πολλές φορές μ’ αλεγροσύνη και πάντα με πείσμα αλύγιστο. Ο πληθυσμός τούς περιβάλλει με τη στοργή και την ευγνωμοσύνη του• είναι τα παλικάρια του, που διαφεντεύουν τον τόπο τους από τον άρπαγα κι ανελέητο εχθρό, τους τροφοδοτεί με προθυμία κι αγωνίζεται κι αυτός κοντά τους, σαν το καλέσει η ανάγκη• οι υποδοχές που τους κάνει παίρνουν συχνά πανηγυρικό χαρακτήρα• όλοι είναι μια κοινότητα σε συναγερμό, χαίρονται μαζί τις κοινές χαρές και υποφέρουν από τις κοινές δυστυχίες• μέσα στον κοινό αγώνα έχει αναπτυχθεί ένα θερμό ομαδικό πνεύμα, που κάνει στενή την αλληλεγγύη τους και πρόθυμη τη θυσία.

 
Μ’ εξαιρετική περιγραφική ικανότητα δίνει την καταστροφή της Κουκουβίτσας. Ένα από τα καλύτερα αφηγήματα είναι και «Ο Παρνασσός δεν πέθανε»• και η μάχη στο «Χαλκοβούνι», όπου κοντά στους επονίτες πολεμάνε και επονίτισσες, δίνεται με πολλή παραστατικότητα• καλό είναι και το διήγημα «Συμπεθέροι» μ’ ένα θαυμάσιο τύπο εύθυμου λαϊκού αγωνιστή, τον καπετάν Γιαννάρα. Και το βιβλίο κλείνει με το συγκινητικό «Προσκλητήριο των νεκρών», που δένει όλη του την ύλη με μια καλλιτεχνική ενότητα.

 

ΚΟΜΕΠ 4, 1946

Advertisements