Ξέρουμε από καιρό πως κάθε λαός έχει την ποίησή του: η ποιητική του παραγωγή έχει τόσο πιο βαθύ περιεχόμενο, όσο πιο αναπτυγμένος και μορφωμένος είναι ο λαός αυτός. Το ίδιο μπορούμε να πούμε πως και κάθε κοινωνική τάξη έχει την ποίησή της, που της δίνει ένα ιδιαίτερο περιεχόμενο. Και αυτό δεν πρέπει καθόλου να μας εκπλήττει, γιατί κάθε κοινωνική τάξη έχει μια δική της θέση, την ιδιαίτερη άποψή της πάνω στη σύγχρονη τάξη πραγμάτων, τις χαρές της και τους πόνους της, τις ελπίδες και τις προτιμήσεις της, μ’ ένα λόγο, όπως λένε, το δικό της εσωτερικό κόσμο. Κι ο εσωτερικός αυτός κόσμος βρίσκει την έκφρασή του στην ποίηση. Να γιατί, τα ποιητικά έργα που αρέσουν πολύ σε μια τάξη ή ένα στρώμα της κοινωνίας χάνουν συχνά, όλο σχεδόν το νόημά τους για μιαν άλλη τάξη. Και για παράδειγμα:
Στη χώρα μας, τη Ρωσία, πριν από λίγο καιρό ακόμα, σχεδόν όλα τα πλούτη, όλες οι τιμές και τα υψηλότερα αξιώματα βρίσκονταν συγκεντρωμένα στα χέρια της αριστοκρατίας, που ήταν η δεσπόζουσα τάξη. Ποτέ, ωστόσο, στη χώρα μας η αριστοκρατία δεν απόκτησε την τεράστια δύναμη της αριστοκρατίας ορισμένων κρατών της Ευρώπης. Εδώ και μερικούς αιώνες –κατά τη διάρκεια του μεσαίωνα- οι ισχυρότεροι φεουδάρχες (βαρώνοι, δούκες, κόμηδες) δεν αναγνώριζαν τη βασιλική εξουσία. Ήταν πραγματικά μικροί βασιλιάδες στις απέραντες εκτάσεις τους, που περιλάβαιναν ολάκερες περιοχές και πολιτείες. Έλεγαν – όπως λέει κι ο τσάρος μας- πως κυβερνούσαν «με τη χάρη του Θεού»• μόνοι τους μοίραζαν τη δικαιοσύνη και τιμωρούσαν τους υπηκόους τους, πολεμούσαν τους γείτονές τους ή έκλειναν ειρήνη όποτε τους έκανε ευχαρίστηση. Μπορούμε να πούμε πως ο πόλεμος ήταν το επάγγελμά τους, η μοναδική τους απασχόληση. Κάθε άλλη δραστηριότητα τη θεωρούσαν χαμηλή κι ανάξια της θέσης τους. Κι αυτή η φεουδαρχική αριστοκρατία, η πλούσια, τεμπέλα, πολεμόχαρη κι ανεξάρτητη, έφτιαξε τη δική της ποίηση, που μπορούσε να γοητεύσει αυτήν και μονάχα αυτήν. Ένας από τους τραγουδιστάδες της, άλλοτε ξακουστός για το πάθος και τα τραγούδια του, λέει πως «ο άνθρωπος αξίζει ανάλογα με τα χτυπήματα που παίρνει και που δίνει (με το ξίφος βέβαια κι όχι με τη γροθιά).(1)
Ηδονίζομαι –λέει ο ίδιος παρακάτω- σαν βλέπω ανθρώπους και κοπάδια να φεύγουν τρομαγμένα μπρος στην επέλαση των καβαλλάρηδων… Ούτε το φαί, ούτε το πιοτό, ούτε ο ύπνος μ’ ενθουσιάζουν τόσο όσο η θέα των ξεκοιλιασμένων κορμιών.
Καταλαβαίνεις, αναγνώστη, πως μια τέτοια ποίηση δεν μπορούσε να ενθουσιάζει παρά μονάχα αυτούς τους κυρίους αφεντάδες και πως αντίθετα οι χωρικοί καθόλου δεν την ένιωθαν, γιατί αυτοί ήταν οι άνθρωποι που έφευγαν τρομαγμένοι μπρος στην επέλαση των καβαλλάρηδων. Οι «άνθρωποι» αυτοί είχαν τα δικά τους τραγούδια, τα δικά τους παραμύθια, τις παραδόσεις τους που προκαλούσαν την περιφρόνηση της ανώτερης τάξης της κοινωνίας.
Άλλο παράδειγμα: Πολύ σωστά θεωρούν τον Ευγένιο Ονιέγκιν, το έμμετρο μυθιστόρημα του Ρώσου ποιητή Πούσκιν, σαν ένα απ’ τα καλύτερα έργα του. Το μυθιστόρημα αυτό είναι θαυμάσια γραμμένο και οι στίχοι του Πούσκιν είναι εξαίσιοι. Το κύριο, όμως, πρόσωπο του μυθιστορήματος – ο ήρωάς του- ο Ονιέγκιν είναι ένας χαρακτήρας που δύσκολα μπορείτε να νιώσετε εσείς, άνθρωποι σκυμμένοι κάτω απ’ το ζυγό του μεροκάματου.

 

Είναι ένας άνθρωπος «μελαγχολικός κι απελπισμένος», μ’ άλλα λόγια ανίκανος να κάνει το παραμικρό κι ανήξερος πού να οδηγήσει τα βήματά του από την ανία του. Η ανία τον σπρώχνει να κυλιέται εδώ κι εκεί στον κόσμο του, να ερωτοτροπεί με δεσποινίδες, να μονομαχεί. Στον καιρό του, το μυθιστόρημα αυτό έκανε πολύ θόρυβο και τώρα ακόμα, τα πρόσωπα που ανήκουν στις ανώτερες τάξεις το διαβάζουν μ’ ευχαρίστηση.

 

Αν όμως, με την ευκαιρία της κυριακάτικης ανάπαυσής του, ένας άνθρωπος που δούλευε όλη την εβδομάδα στη φάμπρικα το διαβάσει, δεν πρόκειται να βρει καθόλου ενδιαφέρουσες τις περιπέτειες του ρομαντικού αυτού απογοητευμένου. Αυτός ο άνθρωπος θά’ χει δει στη ζωή του πολλή αληθινή δυστυχία, δεν γνώρισε, όμως, ούτε τη «μελαγχολία», ούτε την «απογοήτευση», όπως δεν γνώρισαν τα σοφά αυτά πράγματα οι δούλοι που ο μεγαλοκτήμονας Ονιέγκιν εκμεταλλευόταν στα κτήματά του. Ένας εργάτης δεν θα καταλάβει απλούστατα το περιεχόμενο αυτού του μυθιστορήματος.

 

 

 

*Το άρθρο αυτό γράφτηκε απ’ τον Πλεχάνωφ στη Γενεύη, με ημερομηνία 25 τ’ Απρίλη 1885, σαν πρόλογος στη συλλογή ποιημάτων: Τα τραγούδια της δουλειάς που θα εξέδιδε η ομάδα «Απελευθέρωση της Δουλειάς». Η συλλογή, όμως, αυτή δεν κυκλοφόρησε και το άρθρο δημοσιεύθηκε μόνο στα 1928, δέκα δηλ. χρόνια μετά το θάνατο του Πλεχάνωφ, στα Χρονικά του Μαρξισμού.
(1). Πρόκειται για τον περίφημο τροβαδούρο του 12ου αιώνα Βερτράνδο ντε Μπορν.

 

Πλεχάνωφ, Αισθητική, 105-106

 

Advertisements