Ας πάρουμε ένα τρίτο παράδειγμα, ακόμα πιο κοντινό σε μας. Η ιντελλιγκέντσιά μας, όπως τη λένε, αγαπάει πολύ τους στίχους του Ν. Α. Νεκράσωφ. Οι στίχοι αυτοί, εδώ που τα λέμε, δεν είναι και πολύ κακοί, αν κι ο Νεκράσωφ δεν είχε μεγάλο ταλέντο. Και πάλι, εσείς που ζείτε απ’ τη δουλειά των χεριών σας δεν θα καταλάβετε πολλά απ’ τα ποιήματα του Νεκράσωφ. Δεν θα τα καταλάβετε, όχι γιατί είστε λιγότερο μορφωμένοι απ’ την ιντελλιγκέντσια. Όχι, η διαφορά προέρχεται απ’ τις ιδιοτυπίες της κοινωνικής θέσης σας. Στο έργο του, ο Νεκράσωφ περιγράφει συχνά τις τύψεις του «διανοούμενου», που παίρνει συνείδηση του «σφάλματός του απέναντι στο λαό». Από πού, όμως, βγήκαν αυτή η συνείδηση κι αυτές οι τύψεις; Είναι φανερό: επί αιώνες ολάκερους οι ανώτερες και οι μεσαίες τάξεις –υπάλληλοι, αριστοκρατία, κλήρος, έμποροί- δεν έκαναν τίποτε άλλο απ’ το να καταπιέζουν το λαό, χωρίς ποτέ η δυστυχία του λαού να τους γεννήσει την παραμικρή συμπόνια. Με την ανάπτυξη, όμως, της μόρφωσης – και για λόγους που δεν υπάρχει χώρος να αναφέρουμε εδώ- ορισμένοι πιο τίμιοι άνθρωποι άρχισαν να νιώθουν ντροπή για τη διαγωγή των πατεράδων τους, δεν μπορούσαν πια να υποφέρουν την κοινωνία των καταπιεστών του λαού, αυτό το περιβάλλον.
… των αιωνίων γιορταστών, των αργόσχολων φλυάρων που πότιζαν τα χέρια τους στο αίμα…

 
Κατάλαβαν πως όλη η αφθονία τους στηριζόταν στη δυστυχία και στη φτώχεια του λαού. Υπόφεραν γι’ αυτό κι αγάπησαν τα ποιήματα όπου εκφραζόταν ο πόνος τους. Το διάβασμα τέτοιων στίχων ήταν γι’ αυτούς μια εγκατάλειψη στα χέρια ενός πνευματικού φίλου. Σεις όμως εργάτες, γιοι εργατών.

 

Μπρος σε ποιο «λαό» και σε τι είσαστε «ένοχοι»; Είσαστε εσείς οι ίδιοι ο «λαός», ανήκετε εσείς οι ίδιοι στους «πονεμένους, τους ταπεινωμένους και καταφρονεμένους» και δεν θά’ στε υπεύθυνοι, παρά μονάχα απέναντι στα παιδιά σας αν δεν κατακτήσετε γι’ αυτά ένα καλύτερο μέλλον. Να γιατί, δεν θα συγκινηθείτε από πολλά απ’ αυτά τα ποιήματα που αγγίζουν τόσο βαθιά τους διανοούμενούς μας. Δεν είστε σαν τους διανοούμενους αθέλητα ανεύθυνοι, και δεν γνωρίζετε τα βάσανα της μετάνοιάς τους. Κι αφού δεν γνωρίζετε αυτά τα βάσανα, δεν μπορείτε να εκστασιαστείτε μπρος στα ποιήματα που τα εκφράζουν.

 
Πρέπει νά’ χετε την ποίησή σας, τα τραγούδια σας, τα ποιήματά σας. Πρέπει να ζητάτε σ’ αυτά την έκφραση του πόνου σας, των ελπίδων σας και των βαθύτερων πόθων σας.

 
Όσο περισσότερο παίρνετε συνείδηση της θέσης σας, όσο περισσότερο η τωρινή σας τύχη θα ξυπνάει μέσα σας μεγαλύτερη οργή, τόσο πιο πεισματικά θα ζητάτε να εκφραστούν αυτά σας τα αισθήματα και τόσο πιο πλούσια θά’ ναι η ποίησή σας.

 
Δεν θα εκφράζει μονάχα τον πόνο και την απελπισία. Αφού καταλάβετε τι είναι ο εργάτης, τότε θα δείτε τι μπορεί και τι πρέπει να γίνει. Ταυτόχρονα με τη δυσαρέσκεια για το παρόν, θα μεγαλώσει μέσα σας η πίστη για το απέραντο μέλλον που ανοίγεται σήμερα μπρος στην εργατική τάξη όλων των πολιτισμένων χωρών. Και η πίστη αυτή θα καθρεπτιστεί στην ποίησή σας• θα κάνει τα τραγούδια σας δυνατά, φανταχτερά, περήφανα, σαν τη νικητήρια κραυγή της παγκόσμιας λευτεριάς, της αληθινής ισότητας και της ειλικρινούς αδελφότητας.

 
Περιμένοντας την ποθητή αυτή εποχή, σας προτείνουμε αυτό που μπορούμε: μια μικρή συλλογή από ποιήματα που σκιαγραφούν την τωρινή σας κατάσταση και μέχρι ένα σημείο τις μελλοντικές σας προσπάθειες. Τα ποιήματα του Νεκράσωφ, Χουντ, Χάινε, Μορόζωφ περιγράφουν την αξιολύπητη τύχη των εργατών και των δύο φύλων, κάθε ηλικίας και κάθε εθνικότητας. Η προσωπική σας πείρα θα σας πει πως ο ποιητής είχε δίκιο σαν έλεγε:

 
Βόλγα, Βόλγα!
Στις ανοιξιάτικες πλημμύρες σου
Δεν πνίγεις τόσο κατακλυσμικά τις πεδιάδες
Όσο τις πνίγει η δυστυχία του λαού
Που κατασκέπασε τη γη μας… (1)

 
Σ’ αυτά τα ποιήματα, θα βρείτε πάλι την απάντηση στο ερώτημα: πώς να φτάσουμε σε μια καλύτερη τύχη; Σας καλούν σ’ έναν πείσμονα, αμείλικτο αγώνα εναντίον των καταπιεστών σας.
Αρκετά σκύψατε στο ζυγό της μοίρας!
Σπάστε τα σίδερα! Με τόλμη μπροστά! (2)

 
Η πάλη σας, όμως, δεν θά’ χε νόημα αν δεν ξέρατε καλά στ’ όνομα ποιανού γινόταν και ποιους σκοπούς επιδιώκατε. Θά’ ταν σίγουρα λαθεμένο να πούμε πως η ποίηση μπορεί να εκφράζει τόσο σύνθετες ιδέες. Μπορεί, όμως, να εκφράσει τη σκέψη που πρέπει να μας εμψυχώνει στην πόλη μας. Αυτό κάνει π.χ. ο Χάινε, στο 1ο μέρος του ποιήματός του: Γερμανία. Ο συγγραφέας συμβουλεύει τους αναγνώστες του «ν’ απορρίψουν τις σάπιες προλήψεις» που αναφέρονται στην άλλη ζωή, όπου τάχα ο άνθρωπος θ’ ανταμειφθεί για τις αδικίες που υπέστη σ’ αυτό τον κόσμο. Λέει πως αυτοί που διαδίδουν αυτές τις δοξασίες
Εξαπατούν το λαό – παιδί
Για να σκύβει πιο πειθήνια τη ράχη.

 
Το «βασίλειο των ουρανών», δηλαδή μια ζωή ευτυχισμένη, λεύτερη, ανεξάρτητη, θα γίνει «εδώ» πάνω στη γη μας, μονάχα όταν ο λαός μάθει να νικάει τους εχθρούς του. Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει άλλος παράδεισος. Οι αργόσχολοι, τα τεμπελόσκυλα, αυτοί που εκμεταλλεύονται τη δουλειά του άλλου, δεν θά’ χουν πια καμιά θέση.

 
Φίλοι μου! Ακούστε να σας πω
Τραγούδι νέο, πιο καλό.
Θέλουμε εδώ στη γη να χτίσουμε
Των ουρανών τη βασιλεία.
Θέλουμε εδώ στη γη να ζούμε ευτυχισμένα•
Φτάνει πια, όχι άλλη πείνα•
Όχι άλλο η τεμπέλικη κοιλιά να παραχώνει
Όσα ο ιδρώτας μάζεψε εργατικών χεριών. (3)
Όταν εγκαθιδρυθεί το ευτυχισμένο αυτό καθεστώς, οι άνθρωποι θα πάψουν ν’ αρπάζουν –όπως γίνεται σήμερα- ο ένας το ψωμί απ’ το στόμα του άλλου, σαν τ’ άγρια θηρία. Θα δουλεύουν μαζί για το κοινό καλό, απολαβαίνοντας την επίγεια ζωή και λησμονώντας τον ουρανό. Τότε κανενός δεν θα του λείπει η τροφή, ούτε και κανένα καταναλωτικό αγαθό, ούτε η μόρφωση, ούτε οι χαρές.

 
Η γη μας βγάζει αρκετό στάρι
Για όλα τα παιδιά των ανθρώπων•
Τα ίδια ρόδα και μυρτιές
Για ομορφιές και χάρες…
Μόλις φυτρώσει ο σπόρος
Βγαίνουν τα γλυκομπίζελα•
Φτάνουν για όλο τον κόσμο!
Αφήνουμε τον ουρανό στους άγγελους και τα σπουργίτια.

 
Αυτή είναι η σκέψη του ποιήματος και είναι ταυτόχρονα η κατευθυντήρια σκέψη της σύγχρονης εργατικής κίνησης σ’ όλες τις πολιτισμένες χώρες. Κι αυτή τη σκέψη πρέπει να βάλουν βαθιά μες στην καρδιά τους οι εργάτες μας που προσχωρούν στο κίνημα: δεν έχουν ανάγκη ούτε τον τσάρο, ούτε το Υπερπέραν. Πρέπει να γίνουν αφεντάδες του εαυτού τους κι αφού αποκτήσουν την ελευθερία ενεργείας, να δημιουργήσουν ένα νέο καθεστώς, το σοσιαλιστικό καθεστώς.

 
Τώρα καταλαβαίνεις, αναγνώστη, τι θέλαμε να πούμε γράφοντας πως κάθε κοινωνική τάξη βάζει στην ποίηση το ιδιαίτερο περιεχόμενό της. Το ποίημα του Χάινε που αναφέραμε, δεν είναι παρά ένα έμβρυο προλεταριακής ποίησης: προσπαθήστε, ωστόσο, να το συγκρίνετε με τους στίχους του φεουδαρχικού τροβαδούρου που αναφέραμε παραπάνω. Ο ένας αντλεί την έμπνευσή του στις ιδέες γενικής εκπαίδευσης, ισότητας και ευτυχίας για όλους τους ανθρώπους. Ο άλλος γοητεύεται ιδιαίτερα απ’ το θέαμα των «ξεκοιλιασμένων κορμιών». Μοιάζουν καθόλου μεταξύ τους τα δυο αυτά είδη ποίησης; Ποιο είναι το καλύτερο, ποιο εξυψώνει τον άνθρωπο;

 
Σίγουρα, οι πολιτισμένοι άνθρωποι έπαψαν από καιρό να θαυμάζουν τα αιμοχαρή τραγούδια της φεουδαρχικής εποχής. Ωστόσο, μονάχα η εργατική τάξη θα δώσει στην ποίηση το πιο υψηλό της περιεχόμενο, γιατί μόνο η εργατική τάξη μπορεί να είναι ο αυθεντικός εκπρόσωπος της ιδέας της δουλειάς και του δίκιου. Αποκτήστε, λοιπόν, συνείδηση της σπουδαιότητας της προσπάθειας και ριχτείτε όλοι μαζί στο δύσκολο έργο που σας προσμένει, τη μεγάλη υπόθεση της απελευθέρωσής σας. Η νίκη σας θα φέρει την ευτυχία σ’ όλη την ανθρωπότητα…

 

(1). Απ’ τη συλλογή του Νεκράσωφ: Σκέψεις στο κατώφλι μιας πόρτας.
(2). Απ’ τη συλλογή του Μορόζωφ: Οπτασίες της φυλακής.
(3). Χάινε: Γερμανία, Χειμωνιάτικο παραμύθι.

Advertisements