Άλλο λάθος μας ήταν ότι δεν τονίσαμε πάντα σωστά τον ταξικό χαρακτήρα της φασιστικής δικτατορίας. Εμείς τονίζαμε το γεγονός ότι η δικτατορία του φασισμού οφειλόταν στην αδυναμία του καπιταλισμού. Σε μια ομιλία του ο Μπορντίγκα υπογράμμιζε πολύ δυνατά τη λειτουργία που είχαν στη δημιουργία του φασισμού τα ασθενέστερα στοιχεία του καπιταλισμού: η αγροτιά. Απ’ αυτό το συλλογισμό, έβγαινε ότι ο φασισμός είναι ένα καθεστώς που αρμόζει ιδιαίτερα στις χώρες με αδύνατη καπιταλιστική οικονομία. Αυτό το λάθος μας εξηγείται εν μέρει από το γεγονός ότι είμασταν οι πρώτοι που είχαμε να κάνουμε με το φασισμό. Μετά είδαμε πως ο φασισμός είχε αναπτυχθεί και στη Γερμανία, κλπ.

 
Αλλά, διαπράτταμε ταυτόχρονα κι ένα άλλο λάθος. Για να ορίσουμε το χαρακτήρα της ιταλικής οικονομίας περιοριζόμασταν να βλέπουμε πόση ήταν η παραγωγή στην ύπαιθρο και πόση στην πόλη.

 
Δεν υπολογίζαμε ότι η Ιταλία είναι μια από τις χώρες όπου η βιομηχανία και το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι πιο συγκεντρωμένα, δεν υπολογίζαμε ότι δεν αρκούσε να παρατηρείς ποιο ήταν το μέρος που είχε η γεωργία, αλλά έπρεπε να δούμε την πάρα πολύ προωθημένη οργανική δομή του ιταλικού καπιταλισμού. Έφτανε να δούμε τη συγκέντρωση, τα μονοπώλια, κλπ., για να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι ο ιταλικός καπιταλισμός δεν ήταν ένας αδύνατος καπιταλισμός.

 
Δεν είμασταν μόνο εμείς που κάναμε αυτό το λάθος. Είναι ένα λάθος που μπορούμε να πούμε υπήρξε γενικό.

 
Π.χ. στη Γερμανία, έκαναν ένα παρόμοιο λάθος στο να κρίνουν την ανάπτυξη του φασιστικού κινήματος το 1931. Μερικοί σύντροφοι βεβαίωναν ότι ο φασισμός είχε καταβληθεί, ότι στη χώρα δεν υπήρχε ο κίνδυνος φασιστικής δικτατορίας, γιατί αυτός ο κίνδυνος δεν υφίστατο για μια τόσο ανεπτυγμένη χώρα σαν τη Γερμανία, στην οποία ήταν πολύ ανεπτυγμένες οι εργατικές δυνάμεις. Έχουμε κόψει, έλεγαν, το δρόμο στο φασισμό. Κάποιος υπαινιγμός πάνω σ’ αυτό βρίσκεται και σε μια ομιλία στην ΧΙ Ολομέλεια. Αυτό είναι το ίδιο το δικό μας το λάθος: η υποτίμηση της δυνατότητας ανάπτυξης του μαζικού φασιστικού κινήματος. Το 1932, οι ίδιοι σύντροφοι θεωρούσαν ότι η φασιστική δικτατορία είχε ήδη εγκαθιδρυθεί με την κυβέρνηση Μπρούνινγκ. Κι ότι δεν είχαμε πια, συνεπώς, να αγωνιστούμε ενάντια στο φασισμό.

 
Κι αυτό, επίσης, ήταν λάθος. Αυτοί έβλεπαν σαν φασισμό μόνο τον αντιδραστικό μετασχηματισμό των αστικών θεσμών. Αλλά, η κυβέρνηση Μπρούνινγκ δεν ήταν ακόμη φασιστική δικτατορία. Της έλειπε ένα από τα στοιχεία: μια μαζική αντιδραστική βάση, που θα επέτρεπε να αγωνιστεί με επιτυχία, ως το βάθος, ενάντια στο προλεταριάτο και να προετοιμάσει έτσι το έδαφος για την ανοιχτή φασιστική δικτατορία.

 
Βλέπετε: όταν κάνουμε λάθος στην ανάλυση, κάνουμε λάθος και στον πολιτικό προσανατολισμό, επίσης.

 
Σχετικά μ’ αυτό, προκύπτει κι ένα άλλο πρόβλημα: η εγκαθίδρυση της φασιστικής δικτατορίας είναι ενίσχυση ή αδυνάτισμα της αστικής τάξης;

 
Πολλά συζητιούνται πάνω σ’ αυτό, ιδιαίτερα στη Γερμανία. Μερικοί σύντροφοι έκαναν το λάθος να βεβαιώνουν ότι η φασιστική δικτατορία ήταν μόνο ένα σημείο αδυναμίας της αστικής τάξης. Αυτοί έλεγαν: η αστική τάξη προστρέχει στο φασισμό, γιατί δεν μπορεί να κυβερνήσει με τα παλιά συστήματα. Αυτό είναι σημείο αδυναμίας.

 
Αυτό είναι αλήθεια. Ο φασισμός αναπτύσσεται, γιατί οι εσωτερικές αντιφάσεις έφτασαν σ’ ένα τέτοιο σημείο που η αστική τάξη υποχρεώθηκε να καταργήσει τα δημοκρατικά σχήματα. Απ’ αυτή την άποψη, σημαίνει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια βαθιά κρίση, ότι προετοιμάζεται μια επαναστατική κρίση την οποία η αστική τάξη θέλει να αντιμετωπίσει. Αλλά, αν δούμε μόνο αυτή την πλευρά οδηγούμαστε να διαπράξουμε το λάθος να βγάλουμε αυτά τα συμπεράσματα: όσο περισσότερο αναπτύσσεται το φασιστικό κίνημα, τόσο οξύνεται η επαναστατική κρίση.

 
Οι σύντροφοι που έκαναν αυτό το συλλογισμό δεν έβλεπαν το δεύτερο στοιχείο, δεν έβλεπαν την κινητοποίηση της μικροαστικής τάξης. Και δεν έβλεπαν ότι αυτή η κινητοποίηση, ότι αυτό το στοιχείο περιείχε στοιχεία ενίσχυσης της αστικής τάξης, εφόσον της επέτρεπε να κυβερνήσει με διαφορετικές μεθόδους από τις δημοκρατικές.

 
Άλλο λάθος ήταν να πέφτουμε στη μοιρολατρία. Ο Ράντεκ εξέφρασε αυτή την αντίληψη λέγοντας ότι, σύμφωνα μ’ αυτούς τους συντρόφους, η διαπίστωση που έκανε ο Μαρξ ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό υπάρχει μια μεταβατική περίοδος, που την αντιπροσωπεύει η δικτατορία του προλεταριάτου, έπρεπε να αντικατασταθεί με τη διαπίστωση ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό πρέπει να υπάρξει η περίοδος της φασιστικής δικτατορίας.

 
Το συμπέρασμα όπου φτάνουμε είναι ότι χάνουμε την πολιτική προοπτική και πιστεύουμε πως όταν ο φασισμός είναι στην εξουσία, τελείωσε. Βλέπετε, αντίθετα, αυτό που συνέβη στη Γαλλία. Στην περισυλλογή των δυνάμεων της αστικής τάξης αντιστοιχεί η συγκέντρωση των δυνάμεων του προλεταριάτου. Το κομμουνιστικό κόμμα ήξερε με πολύ επιδέξιο τρόπο να βάλει φραγμό στην πραγματοποίηση του φασισμού. Σήμερα στη Γαλλία, το πρόβλημα του φασισμού δεν τοποθετείται πια στις έξι Φεβρουαρίου, ο συσχετισμός δυνάμεων άλλαξε. Ο κίνδυνος του φασισμού δεν τελείωσε, αλλά πάλεψαν ενάντια στο φασισμό, και απ’ αυτό το ίδιο (το γεγονός) επιδεινώθηκε η κρίση της αστικής τάξης. Ο φασισμός προετοιμάζεται για την αντεπίθεση, για μια νέα επίθεση. Εμείς πρέπει να οργανώσουμε τις δυνάμεις μας για να τον απωθήσουμε. Και δεν μπορούμε να κατανοήσουμε το πρόβλημα αν δεν το θέσουμε έτσι, σαν ταξική πάλη, σαν πάλη ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο, στην οποία το ζητούμενο είναι για την αστική τάξη η εγκαθίδρυση της δικτατορίας της, με την πιο ανοιχτή μορφή, και για το προλεταριάτο η εγκαθίδρυση της δικής του δικτατορίας στην οποία φτάνει με τον αγώνα για την υπεράσπιση όλων των δημοκρατικών του ελευθεριών.

 
Γι’ αυτό, ο Μπορντίγκα έκανε λάθος όταν ρωτούσε με υποτίμηση: γιατί πρέπει να αγωνιζόμαστε για τις δημοκρατικές ελευθερίες; Αν μετά απ’ όλ’ αυτά, αυτά είναι πράγματα που στη σημερινή περίοδο πρέπει όλα να πάνε στο διάβολο… Το 1919 ο Λένιν, κάνοντας πολεμική στο Μπουχάριν και τον Πιατάκοφ για το πρόγραμμα του κόμματος, του έδινε ήδη μια απάντηση. Υποστήριζαν οι Μπουχάριν και Πιατάκοφ ότι αφού έχουμε φτάσει στη φάση του ιμπεριαλισμού δεν είναι πια απαραίτητο να έχουμε παρόντες στο πρόγραμμα τους προηγούμενους σταθμούς. Αλλά, ο Λένιν απαντούσε: Όχι, εμείς περάσαμε αυτούς τους σταθμούς, αλλά δεν σημαίνει ότι οι κατακτήσεις που έκανε η εργατική τάξη στην πορεία αυτών των σταθμών στερούνται αξίας. Το προλεταριάτο πρέπει ν’ αγωνιστεί για την υπεράσπιση αυτών των κατακτήσεων. Σ’ αυτό τον αγώνα στερεώνεται το μέτωπο πάλης για τη νίκη του προλεταριάτου.

Advertisements