Ο πόλεμος ενάντια στο φασισμό, η πιο μεγαλύτερη δοκιμασία για τους δημοκρατικούς λαούς, άρχισε. Η νίκη τους ενάντια στον εχθρό απαιτούσε όχι μονάχα μεγάλα υλικά κατορθώματα, αλλά και πνευματικές δυνάμεις. Δεν άργησε όμως ν’ αποδειχθεί ότι πολλές εκτιμήσεις και πολλά προγνωστικά της προπολεμικής εποχής χρειάζονταν διόρθωση. Πολλές ήταν οι προφητείες που δεν εκπληρώθηκαν. Πολλά από τα όπλα, που είχαν ετοιμαστεί, δεν λειτούργησαν όταν χρειάστηκε.

 
Ένα από τα ζητήματα, που απασχολούν τον κριτικό της σύγχρονης δυτικής λογοτεχνίας, είναι και το ζήτημα (είτε η κατάληξη που δοκιμάζει) σχετικά με τη «σύγχυση» που επικράτησε στην αμερικανική λογοτεχνία στη διάρκεια του πολέμου. Γιατί πολλοί ήταν εκείνοι, που από τη μονάδα τούτη, την τόσο καλά εξοπλισμένη, της πνευματικής στρατιάς των δημοκρατικών χωρών, όπως ήταν το αμερικανικό κοινωνικό μυθιστόρημα, περίμεναν μια ενεργητική συμμετοχή στην πάλη εκείνη.

 
Θα εξετάσουμε μερικά γεγονότα από το «σταμάτημα» αυτό, που σύμφωνα με τη γνώμη μας έχουν σήμερα επίκαιρη σημασία.

 
Το μυθιστόρημα του Τζων Μάρκαιτ «Τόσος λίγος καιρός» που κυκλοφόρησε τελευταία και είναι αφιερωμένο στη ζωή της καλλιτεχνικής δημιουργικής διανόησης περικλείει ενδιαφέροντες χαρακτηρισμούς της ψυχικής διάθεσης της αμερικανικής διανόησης στον τελευταίο μόλις καιρό προς το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ο αναγνώστης, μαζί με τον κύριο ήρωα του μυθιστορήματος, τον δραματικό συγγραφέα Τζόφρεϋ Ουίλσον, μπαίνει στο σπίτι ενός Νεοϋρκέζου εκδότη, όπου βρίσκονται συγκεντρωμένοι δημοσιογράφοι, συγγραφείς, ποιητές κι άλλοι άνθρωποι των γραμμάτων.

 
«Οι άνθρωποι που βρίσκονταν μέσα σ’ αυτά τα δωμάτια, αποτελούσαν ούτε λίγο ούτε πολύ μια σελίδα της ιστορίας. Ήταν άνθρωποι καλλιεργημένοι, η διανόηση απέναντι στην κρίση.. Την αντιμετώπιζαν τρικλίζοντας, νιώθοντας καλά την κίνηση αυτή, μα δίχως ωστόσο να είναι σε θέση ν’ αλλάξουν το παραμικρό σ’ αυτή την κατάσταση. Ήταν άνθρωποι απ’ τα σαλόνια των πρώτων σελίδων του «Πόλεμος και Ειρήνη», οι χορευτές του Θάκερυ (Thacheray) στις παραμονές του Βατερλώ, οι καλεσμένοι του Πετρώνιου στο «Quo vadis»• ήταν η διανόηση που όδευε αδιάκοπα προς τον άγνωστο και τα όσα ξέρανε σχετικά μ’ αυτό τους πλημμύριζαν με τρόμο, που δεν θέλανε να τον ομολογήσουν…»

 
Μ’ όλο που ο μοιραίος τόνος αυτής της περιγραφής, εξαρτιέται σημαντικά από το χαρακτήρα των προσώπων που τους χαρακτηρίζει, ωστόσο είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε ξεχωριστή προσοχή στην ουσία των παρατηρήσεων αυτών. Η παθητική στάση είτε πιο καλύτερα το «μαρμάρωμα» μιας σημαντικής μερίδας της αμερικανικής λογοτεχνίας μπροστά στα τρομακτικά πολεμικά γεγονότα είναι ένα γεγονός, που δεν μπορούμε να το προσπεράσουμε ανεξέταστο κι αυτό ακόμη πιο πολύ, γιατί, όπως είπαμε και πιο πριν, το αμερικανικό κοινωνικό μυθιστόρημα είχε κάνει μεγάλους προόδους στα προπολεμικά χρόνια, που του δίνουν το δικαίωμα να στηρίξει κανείς σοβαρές ελπίδες πάνω σ’ αυτό.
Ο Στέινμπεκ, ο συγγραφέας των «Καρπών της οργής» ήταν ένας απόλυτα αρμόδιος κι αρκετά τολμηρός ερευνητής της ζωής της χώρας του. Στο διήγημά του «Το φεγγάρι έδυσε» όπου περιγράφει την εισβολή των ναζί σε μια δημοκρατική χώρα της Ευρώπης (φαίνεται ότι υπονοεί τη Νορβηγία), ο Στέινμπεκ καμώνεται σαν να ήταν αξεδιάλυτο μυστικό για τη λογοτεχνία η ανάλυση των κοινωνικών φαινομένων. Ο φασισμός από τη μια κι από την άλλη η αστική δημοκρατία παρασταίνονται στο διήγημα τούτο σαν κάτι απόλυτες δυνάμεις του Αγαθού και του Πονηρού. Μ’ αυτήν την έννοια απαγγέλλουν και τις μακρόσυρτες προσλαλιές τους οι κέρινες κούκλες, που παίζουν ρόλο ανθρώπων με δράση. Δεν μπορούμε ν’ αμφιβάλλουμε για την ειλικρίνεια των αντιφασιστικών θεωριών του συγγραφέα και το ίδιο το βιβλίο αυτό καθαυτό δεν είναι στερημένο από κάποια δευτερεύουσας σειράς καλλιτεχνική αξία. Όμως, ο ανύποπτος αναγνώστης μπορεί να καταλήξει στη σκέψη ότι το διήγημα τούτο έχει γραφτεί από έναν άλλο Στέινμπεκ που κυκλοφόρησε πριν από λίγο. «Η σειρά των κονσερβών» βρίσκεται γενικά πέρα από κάθε κοινωνικό θέμα κι έχει τα χαρακτηριστικά του σκεπτικιστικού ατομικισμού. Κοντόφθαλμοι διανοούμενοι και καλόκαρδοι αλήτες παίζουν για χάρη του αναγνώστη μια διασκεδαστική κι αισθηματική κωμωδία. Το βιβλίο τούτο είναι ένα ακόμη βήμα στην οπισθοδρόμηση προς μια θέση, που ο Στέινμπεκ τη γνωρίζει καλά• κι ωστόσο, κι απ’ αυτήν ακόμη τη θέση, ο συγγραφέας –κατά τα τέλη των τέταρτων δεκάχρονων του αιώνα- εξόρμησε για να πάρει μέρος στη δημιουργία του μεγάλου κοινωνικού μυθιστορήματος στην Αμερική.

 
Αναφέρουμε το παράδειγμα του Στέινμπεκ, όχι γιατί θέλουμε εδώ να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας πάνω στα έργα του, αλλά γιατί τα έργα του Στέινμπεκ, όπως το βεβαιώνουν αρμόδιοι Αμερικανοί κριτικοί, ανάμεσα σ’ άλλα καθήκοντα που εκπληρώνουν μέσα στην αμερικανική λογοτεχνία παίζουν κι ένα ρόλο οργάνου μετεωρολογικής υπηρεσίας, που μας δείχνει τη γενική κατάσταση του καιρού. Μαζί μ’ αυτό έχουμε ακόμη και το ότι ο Στέινμπεκ επιδείχνει γενικά περιορισμένη αντοχή πράγμα που είναι σύμφωνο με το χαρακτήρα του ταλέντου του. Τελευταίος ανεβαίνει στο βουνό και πρώτος κατεβαίνει στον κάμπο. Μπορεί κανείς να πει, ότι οι «Καρποί της οργής» συμπληρώνουν την εξέλιξη του αμερικανικού κοινωνικού μυθιστορήματος στο τέταρτο δεκάχρονο του αιώνα μας, όχι γιατί το βιβλίο τούτο ήταν πιο καλύτερο απ’ όλα, μα γιατί συνένωνε μέσα του την πείρα πολλών από τους προδρόμους του κι έτσι αποτέλεσε το πιο τυπικό δείγμα και παρουσίασε το συνολικό τους εξαγόμενο. Τη φορά αυτή, το καινούργιο βιβλίο του Στέινμπεκ, που αυτό καθαυτό δεν έχει καμιά ξεχωριστή σημασία και που δεν μας δείχνει «τι καιρό κάνει», υποδηλώνει καινούριες μεταβολές στην αμερικάνικη λογοτεχνία.

Advertisements