Το πιο αξιοπρόσεκτο περιστατικό στην αμερικανική λογοτεχνική κριτική των τελευταίων χρόνων, ήταν μια προσπάθεια να υποβληθούν σ’ αναθεώρηση οι κατακτήσεις του κοινωνικού μυθιστορήματος του τρίτου και του τέταρτου δεκάχρονου του αιώνα μας, αναθεώρηση που στο τέλος μεταβλήθηκε σε πραγματική εκστρατεία ενάντια στους συγγραφείς του – τον Χέμινγουαιη, τον Σίγκλαιρ Λέβις, τον Ντος Πάσος, τον Μπρουκς κι άλλων. Ενάντια στους συγγραφείς αυτούς διατυπώθηκε η κατηγορία ότι τάχα είχανε ζωγραφίσει με πολύ σκοτεινά χρώματα τη σύγχρονη αμερικανική ζωή.

 
Η κριτική ρεαλιστική τάση στην αμερικανική λογοτεχνία αντιμετώπιζε ανέκαθεν δραστήριους και κακόπιστους αντιπάλους από το συντηρητικό στρατόπεδο. Κατά το τέλος του τρίτου δεκάχρονου του αιώνα μας, οι λεγόμενοι «νεοουμανιστές» («νεονανθρωπιστές») προσπάθησαν ν’ αναπτύξουν πραγματική εκστρατεία ενάντια στον Ντρέιζερ και τους άλλους συγγραφείς εξαιτίας της κριτικής από μέρους τους της απεικόνισης των συνθηκών της αμερικανικής ζωής. Ωστόσο, αναγκάστηκαν να βουβαθούν μπροστά στο γεγονός ότι ο κόσμος ολόκληρος είχε αναγνωρίσει το αμερικανικό κοινωνικό μυθιστόρημα. Ο Ντρέιζερ και οι φίλοι του ήταν εκείνοι που αντιπροσώπευαν τη δόξα της αμερικανικής λογοτεχνίας κι όχι οι συντηρητικοί τους αντίπαλοι με το λιγοστό ταλέντος τους. Στο τέταρτο δεκάχρονο του αιώνα το αμερικανικό κοινωνικό μυθιστόρημα πλουτίστηκε με καινούρια ονόματα και πραγματοποίησε καινούριες σημαντικές κατακτήσεις.

 
Τα συντηρητικά στοιχεία της αμερικανικής λογοτεχνίας ξεθάρρεψαν στα φανερά όταν ο πόλεμος είχε αρχίσει πια στην Ευρώπη και η Αμερική περνούσε την περίοδο εκείνη του αναβρασμού, που παρουσιάζεται πριν τον πόλεμο. Εκμεταλλευόμενοι τον πόλεμο ενάντια στο χιτλερισμό, που προσέγγιζε, διακηρύχνανε ότι ο αμερικανικός λαός βρισκόταν ηθικά αφοπλισμένος στον αγώνα που είχε εμπρός του, χάρη στη μεγάλη επιρροή της ομάδας των αριστερών συγγραφέων, γιατί οι συγγραφείς αυτοί, με τον πεσσιμισμό τους και τις άδικες επιθέσεις τους είχαν κλονίσει για πολλά χρόνια την πίστη στην αστική δημοκρατία, που γι΄αυτήν άρχιζε τώρα ο αγώνας.

 
Μ’ όλο που το δημαγωγικό περιεχόμενο της θέσης αυτής ήταν ολοφάνερο, ωστόσο άσκησε μια εξαιρετικά ισχυρή, μπορεί κανείς να πει «υπνωτιστική» επίδραση πάνω σε πολλούς συγγραφείς, που ενάντιά τους είχαν διατυπωθεί αυτές οι κατηγορίες. Μερικοί απ’ αυτούς άρχισαν να αυτοτιμωρούνται οι ίδιοι για τ’ αμαρτήματα που είχαν, καθώς φαίνεται, διαπράξει• άλλοι πάλι προσπαθήσανε να «εξευμενίσουν» τους αντιπάλους τους, πλησιάζοντας τις απόψεις τους προς τις δικές τους. Την παρακινδυνευμένη αυτή προσπάθεια την ανέλαβε ο γνωστός Αμερικανός κριτικός και ιστορικός της λογοτεχνίας Μπρουκς, που παλιότερα σαν πρωτοπόρος στοχαστής των «ανθρώπων του εικοστού αιώνα», είχε θεμελιώσει με τα βιβλία του για τον Μαρκ Τουαίην και για τον Χένρυ Τζαίημς την ιστορική αναγκαιότητα της δημιουργίας ενός αυστηρά κριτικού ρεαλισμού στη νεότερη αμερικανική λογοτεχνία. Ο Βαν Βικ Μπρουκς αποφάσισε να κάνει ορισμένες θεωρητικές παραχωρήσεις και να προχωρήσει σε μερικές ανακατατάξεις.

 
Ο Βαν Βικ Μπρουκς στη δημόσια διάλεξή του πάνω στη «Σύγχρονη λογοτεχνία» και αργότερα στις «Απόψεις του Όλιβερ Όλστον», όπου προσπάθησε να διαθέσει μια γενική άποψη για το παρόν, έθεσε υπό συζήτηση αμφισβητούμενα ζητήματα της εξέλιξης της αμερικανικής λογοτεχνίας. Υπέβαλλε σ’ οξεία κριτική το νεγκατιβισμό (την αρνητική θέση) και την πεσσιμιστική τάση στη σύγχρονη δυτική λογοτεχνία και ζήτησε απ’ τους Αμερικανούς συγγραφείς να δημιουργήσουν μια αισιόδοξη και θετική εθνική τέχνη. Οι κριτικές παρατηρήσεις του Μπρουκς πάνω σε παρόμοιους «κορυφαίους» του πεσσιμισμού και της παρακμής, σαν τον Τζόυς είτε τον Τ. Σ. Έλιοτ είναι αρκετά πειστικές και δικαιολογημένες. Όμως, ο Μπρουκς θεώρησε σκόπιμο να βάλει στην ίδια μοίρα με τους συγγραφείς αυτούς και τον Ντρέιζερ και τον Χέμινγουαιη – που λίγο πιο πριν ακόμη ήταν συνοδοιπόροι του – και διακήρυξε, ότι κι αυτοί υποστηρίζανε τάχα στα έργα τους, ότι η ζωή δεν είναι παρά ένα «σκοτεινό αδιέξοδο» κι ένα «άσκημο αστείο». Προχωρώντας στη διερεύνηση του προβλήματος για τη θετική διαφώτιση της αμερικανικής ζωής, ο Μπρουκς μ’ ολόκληρο το βάρος της αυθεντίας του και δίχως να κάνει διάκριση ανάμεσα στο δίκιο και στο άδικο, στράφηκε ενάντια στη φιλολογική νεολαία, που παρουσιάζει κάποια κριτική τοποθέτηση αντίκρυ στις συνθήκες της αμερικανικής ζωής. «Πριν μερικά χρόνια», γράφει «εργαζόμουνα σαν κριτής σε κάποιον εκδότη και καθημερινά περνούσαν από τα χέρια μου χειρόγραφα σταλμένα από νεαρούς και νεαρές συγγραφείς από την επαρχία. Φαινόταν, σαν να μην ήταν δυνατόν να συγχωρήσουν οι νεαροί εκείνοι στη γενέθλιά τους πόλη το ότι είχαν γεννηθεί σ’ αυτήν και βιάζονταν να πληροφορήσουν τον κόσμο πόσο αποκρουστικό, ψεύτικο και άξεστο ήταν το περίγυρο, που ανάμεσά του είχαν μεγαλώσει. Πιστεύω, πως η γενιά των συγγραφέων μας θα γίνει ξακουστή από το ότι ο καθένας μας, συχνά δίχως καμιά φανερή αιτία, μισούσε την πατρική του πόλη». Στο τέλος, ο Μπρουκς ζήτησε από την αμερικανική λογοτεχνία να «ριζώσει στο έδαφος της πατρίδας»• να ψάχνει λιγότερο για τις ελλείψεις στη ζωή και να μελετάει με περισσότερη προσοχή τις αξίες της.

 
Ο Βαν Βικ Μπρουκς δεν έμεινε μόνος του. Βρήκε υποστήριξη σε μια ομάδα από κριτικούς και δημοσιολόγους – κι ανάμεσά τους βρίσκεται και ένας μαθητής του, ο διάσημος σε ζητήματα κουλτούρας Αμερικανός συγγραφέας Λέβις Μάμφορντ. Η καινούρια τούτη τάση, εξαιτίας του πατριωτισμού της, πήρε τ’ όνομα «νεοαμερικανισμός».

 
Ο Μπρουκς και οι ομοϊδεάτες του είχαν πιστέψει ότι εξευμενίζανε τους αντιπάλους του κριτικού ρεαλισμού παραδίνοντάς τους τον Ντρέιζερ και προβαίνοντας και σ’ άλλες παραχωρήσεις• όμως, πολύ γρήγορα μπόρεσαν να διαπιστώσουν ότι είχαν γελαστεί. Ο εξευμενισμός του αντιπάλου με παραχωρήσεις φέρνει μόνο πικρούς καρπούς. Η συντηρητική κριτική, αφού διαπίστωσε με ικανοποίηση ότι μερικοί αντιπρόσωποι της «λογοτεχνίας του τρίτου δεκάχρονου του αιώνα» είχαν αναγνωρίσει τ’ «αμαρτήματά» τους, πέρασε δίχως ν’ αργοπορήσει σε επίθεση σ’ ολόκληρο το μέτωπο. Ολόκληρος ο κριτικός ρεαλισμός της τρίτης και τετράχρονης δεκαετίας – η τάση που κυριαρχούσε στο διάστημα που μεσολάβησε «ανάμεσα στους δυο πολέμους» – εξηγήθηκε τώρα σαν ένα «παραστράτημα». Όλοι οι καλύτεροι αντιπρόσωποί του δεχτήκανε βρισιές και προσβολές και δεν εφείστηκαν ούτε τον ίδιο τον Μπρουκς.

 
Οι επιθέσεις αυτές βρήκαν τη γενικευμένη έκφρασή τους σε μια σειρά ομιλιών του συντηρητικού κριτικού και ιστορικού της λογοτεχνίας Μπερνάρ ντε Βότο, που αργότερα δημοσιεύθηκαν με τον τίτλο «Παραστρατήματα της λογοτεχνίας».

 
«Σε καμιά εποχή, σε καμιά χώρα», διακηρύχνει ο ντε Βότο, «δεν υπάρχει παράδειγμα συγγραφέων, (κι εννοεί τους συγγραφείς του τρίτου και του τέταρτου δεκάχρονου του αιώνα – σημ. του A.S.), που να εικονίσανε σε τέτοιο βαθμό λαθεμένα το περίγυρό τους και να πλανεύθηκαν τόσο απόλυτα. Δεν υπάρχει παράδειγμα συγγραφέων που ν’ απομονώθηκαν σε τέτοιο βαθμό από τη ζωή, που προσδίνει τη δύναμη και την αξιοπιστία στην καλλιτεχνική δημιουργία… Ο αμερικανός λαός δεν ήταν έτσι που τον παραστήσανε οι συγγραφείς αυτοί. Μόνον άνθρωποι, που είχαν περιπέσει τόσο βαθιά στην υπερλογική της θεωρίας και σε φανταστικά παραμύθια, ώστε να χάσουν ολότελα την επαφή με τις παραδόσεις της χώρας τους, μπορέσανε να σχεδιάσουν παρόμοιες εικόνες».

Advertisements