Και η μανία και η έπαρση του κριτικού μεγαλώνουν ολοένα και περισσότερο:

 
«Όταν κάποτε στο μακρινό μέλλον οι ιστορικοί εκφέρουνε την κρίση τους επάνω στην αμερικανική λογοτεχνία της περιόδου ανάμεσα στους δυο πολέμους, θα δειχτεί ότι ο αμερικανικός τρόπος της ζωής και οι αμερικανικές αντιλήψεις δεν ήταν ανούσιες, κοινότοπες και κακόγουστες. Και θ’ αποδειχτεί ότι οι ιδιότητες αυτές αποδοθήκανε στην αμερικανική ζωή από μια χούφτα συγγραφείς πάνω στη βάση της δικιάς τους άγνοιας και αυθάδειας και γιατί οι συγγραφείς αυτοί βρίσκονταν κάτω από την επίδραση «εκθαμβωτικών» αντιλήψεων, που θά’ πρεπε να τις χαρακτηρίσουμε σαν αντιλήψεις τρελών αν δεν ήταν τόσο γελοίες. Η ιστορία θα χαρακτηρίσει πιθανά την περίοδο της επικράτησης της λογοτεχνίας αυτής σαν περίοδο της ατιμίας».

 
Έτσι λοιπόν ξοφλάει ο ντε Βότο με τα δυο δεκάχρονα της αμερικανικής λογοτεχνίας του κριτικού ρεαλισμού, που απ’ όλους τους αντικειμενικούς παρατηρητές, τόσο στις Ενωμένες Πολιτείες όσο και στην Ευρώπη, θεωρήθηκαν σαν τα πιο αξιοπρόσεχτα μέσα σ’ ολόκληρη την ιστορία της αμερικανικής λογοτεχνίας. Στην πραγματικότητα, μέσα στα δυο αυτά δεκάχρονα, οι Ενωμένες Πολιτείες για πρώτη φορά εμφανίστηκαν σαν μέλος με ίσα δικαιώματα στο μεγάλο στίβο της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Και είναι φανερό, ότι θα πρέπει να έχει κανείς ιδιαίτερους λόγους που να τον κάνουν να παραμερίζει την αλήθεια και να ονομάζει τα χρόνια τούτα, που παρουσίασαν έργα σαν τα «Babbit», «Ο μεγάλος δρόμος», «Μια αμερικανική τραγωδία», «Σε μιαν άλλη χώρα», «Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής» και «Καρποί της οργής», σαν περίοδο εθνικής ατιμίας. Και θά’ ναι δύσκολο για κείνον που θά’ χει διαβάσει τα έργα που αναφέραμε να πιστέψει τον ντε Βότο, στ’ ότι οι συγγραφείς τους συκοφαντούσαν την πατρίδα τους και είχαν απομονωθεί από το λαό της. Εμείς, οι αναγνώστες των αμερικανικών ρομάντσων στο εξωτερικό, έχουμε συνηθίσει να εκτιμούμε τον αμερικανικό λαό (και τη φιλολογία του) ίσα-ίσα με βάση τα έργα τούτα. Εικονίζουν την αμερικανική ζωή ανελέητα, μα με μεγάλη αγάπη και με το συναίσθημα της ηθικής ευθύνης για τις ελλείψεις της.

 
Οι «θεωρίες» και οι «αντιλήψεις», που ερεθίζουν τον ντε Βότο και που κατά τη γνώμη του αποτράβηξαν από το δρόμο τους τους Αμερικανούς συγγραφείς, παράμειναν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα δίχως να κατονομαστούν. Έπειτα, όμως, κάνει ο ίδιος την αποκάλυψή τους και μάλιστα με μια αρκετά απροσδόκητη μορφή. «Τον ίδιο καιρό, γράφει, που οι συγγραφείς με την κριτική τους θέση, χολωμένοι από τον ατομικό υλισμό μας, απόστρεφαν το πρόσωπό τους από μας και εξυμνούσαν τους Ρώσους σαν το μοναδικό λαό, που έδινε κάποια ελπίδα στην ανθρωπότητα, οι Ρώσοι αντιγράφανε με ζήλο το αμερικανικό βιομηχανικό υλισμό, στον οποίο κι αυτοί με τη σειρά τους διαβλέπανε τη μοναδική ελπίδα για την ανθρωπότητα».

 
Είναι φανερό, πως οι ανόητοι τούτοι ελιγμοί, προορίζονται για πολύ μεγάλους ηλιθίους. Ο ντε Βότο δεν θέλει να παραδεχθεί ότι οι Αμερικανοί συγγραφείς ενδιαφέρονταν για τις ιδέες του σοσιαλισμού και καμώνεται σαν να μην υπάρχουν στον κόσμο, παρά μονάχα παραλλαγές ενός και μοναδικού είδους κοινωνικών σχέσεων και μάλιστα της αστικής δημοκρατίας.

 
Από το σημείο τούτο ξεκινάει και το θετικό περιεχόμενο του προγράμματός του. Από τους Αμερικανούς συγγραφείς απαιτεί όχι μονάχα αισιοδοξία μα και «γνήσιο αμερικανισμό» – μ’ άλλα λόγια: «έχουν την υποχρέωση να διακηρύσσουν τη συγκρότηση της αμερικανικής κοινωνίας σαν το άκρον άωτο των κοινωνικών ιδανικών- με την έννοια των αντιλήψεων εκείνων που επικρατούσαν στις Ενωμένες Πολιτείες στο πρώτο μισό του δέκατου ένατου αιώνα και που τροφοδοτούνται από ακόμα πιο παλιότερα απομεινάρια, από την εποχή της αστικής επανάστασης. Εξορκίζει τις σκιές των περασμένων χρόνων και συστήνει στους Αμερικανούς συγγραφείς να ψάξουν για εμπνεύσεις στον Ουάλτ Ουίτμεν, όπως φαίνεται με τη χιμαιρική ελπίδα, ότι μια επανάληψη της ποιητικής φόρμουλας του Ουίτμεν, ενενήντα χρόνια ύστερα από την εμφάνιση των έργων του, θά’ χε κάποια μαγική επίδραση και θα μπορούσε να σταματήσει την πορεία της ιστορίας.

Advertisements