Το γεγονός, ότι τα κηρύγματα του ντε Βότο δεν βρήκαν την απάντηση που τους άξιζε από τους αντιπροσώπους του κριτικού ρεαλισμού, εξηγείται, όπως είναι φανερό, με την παθητική στάση της αμερικανικής λογοτεχνίας, που αναφέραμε πιο πάνω και με την κοντόφθαλμη τάση να ικανοποιήσουν τους «συσκοτιστές». Και μ’ όλο που στον τύπο ο ντε Βότο αποκλήθηκε «φαντασμένος πολυλογάς» και «παραφουσκωμένος ψεύτης», ωστόσο τα επιχειρήματά του, παρ’ όλο που είναι ολότελα αστήριχτα ζητούν τα αντιεπιχειρήματά τους και χρειάζονται αντίκρουση θεωρητική και ιστορική.

 
Είναι ζήτημα, αν μ’ όλο τον επιθετικό της χαρακτήρα, η συντηρητική κριτική στις Ενωμένες Πολιτείες μπορεί να υπολογίζει σε σοβαρές επιτυχίες.

 
Όταν στο πέμπτο δεκάχρονο του εικοστού αιώνα γυρεύουν από τους συγγραφείς να ξεχάσουν τις σοσιαλιστικές αντιλήψεις, δεν είναι δυνατόν να σημειώσουν επιτυχία μεγαλύτερη απ’ όση θα σημείωναν ζητώντας από τους φυσικούς και τους χημικούς να σταματήσουνε στη θεωρία του φλογιστού έπειτα από τις ανακαλύψεις του Λαβουαζιέ.

 
Η αισιοδοξία είναι ένα ισχυρό κίνητρο στην περιοχή της τέχνης και είναι τυχερή η λογοτεχνία εκείνη που η αισιοδοξία της βρίσκει τη δικαίωσή της στη ζωή. Υπάρχει βέβαια και μια άλλη αισιοδοξία – η τόσο καλά γνωστή, ρηχή και δίχως λογικό περιεχόμενο αισιοδοξία των «Κινέζων»• όμως, η αισιοδοξία τούτη κανένα όφελος δεν προσφέρει στη λογοτεχνία. Μια καλοθεμελιωμένη θετική θέση αντίκρυ στην πραγματικότητα δεν είναι δυνατό να προέρχεται παρά απ’ αυτή την ίδια την πραγματικότητα.

 
Δεν είναι και πολύς καιρός που ο Αμερικανός κριτικός Κλήβετον Φαντάμεν, σε μια ανασκόπησή του πάνω στις προοπτικές της εξέλιξης της αμερικανικής λογοτεχνίας, έγραφε, ότι το κοντινό της μέλλον ήταν εξαρτημένο από την κατάληξη του πολέμου και από τη διαρρύθμιση του κόσμου, που θα τον ακολουθούσε. «Αν η διαρρύθμιση αυτή είναι άδικη» λέει ο Φαντάμεν, «τότε αναγκαστικά θα ξαναγεννηθεί πάλι στη χώρα μας μια λογοτεχνία της απογοήτευσης, όπως έγινε στην περίπτωση του τρίτου δεκάχρονου του αιώνα μας». Είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχτούμε ότι η διατύπωση αυτή είναι με διαύγεια διατυπωμένη και αποδείχνει υγιή ανθρώπινη αντίληψη.

 
Μια πραγματικά σοβαρή λογοτεχνία πρέπει να μπορεί να ξεκινάει μόνο από πραγματικά περιστατικά της ζωής. Κι όσο για τη ρηχή εκείνη φιλολογία, που κανείς δεν θα μπορούσε να τη λογαριάσει στα σοβαρά, αυτή μπορεί να κάνει ό,τι της κατεβαίνει – όμως αυτό δεν μπορεί να έχει καμιά επίδραση πάνω στην εξέλιξη της λογοτεχνίας. Όταν όμως η αμερικανική κριτική γυρεύει από τους συγγραφείς της την αναπαράσταση της πραγματικότητας τέτοια, που να μην ταιριάζει με τ’ αληθινά γεγονότα, τότε δεν είναι δύσκολο να προβλέψουμε από τα τώρα, ότι πολλοί συγγραφείς θα εγκαταλείψουνε την περιοχή του κοινωνικού μυθιστορήματος και θ’ αποτραβηχτούν στο λεγόμενο «συντεφένιο πύργο». Το τελευταίο βιβλίο του Στέινμπεκ μιλάει ξεκάθαρα πάνω σ’ αυτό.

 
Ο ντε Βότο και οι λακέδες του δεν θα καταφέρουν να εκμηδενίσουν το κοινωνικό μυθιστόρημα στις Ενωμένες Πολιτείες – δεν τους δίνονται τέτοιες δυνατότητες. Οι επιτυχίες του αμερικανικού κοινωνικού μυθιστορήματος στηρίζονται, όπως είπαμε και πιο πάνω, πάνω στη στέρεη βάση μιας μακροχρόνιας ιστορικής εξέλιξης• μα οι διάφοροι ντε Βότο φρενάρουν με κάθε τρόπο την εξέλιξή του, μέχρι που μια καινούρια άνοδος της προοδευτικής κοινωνικής δραστηριότητας να τους σταματήσει στο αντιδραστικό τους έργο.

 
(Από το: Jowet-Literatur-Moskau 1946, T. 5)

Advertisements