Στο κλασικό του έργο «Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός» ο Λένιν ξεσκεπάζει όλη την αυταπάτη των ιδεαλιστικών θεωριών. «Για κάθε ερευνητή της φύσης, γράφει, που δεν τον τύφλωσε η φιλοσοφία των καθηγητών, όπως και για κάθε υλιστή, η αίσθηση είναι ο πραγματικός άμεσος δεσμός της συνείδησης με τον εξωτερικό κόσμο, είναι η μετατροπή της ενέργειας του εξωτερικού ερεθισμού στο γεγονός της συνείδησης. Ο κάθε άνθρωπος παρατήρησε και παρατηρεί εκατομμύρια φορές την μετατροπή αυτή σε κάθε του βήμα. Το σόφισμα της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας έγκειται στο ότι η αίσθηση εκλαμβάνεται όχι σαν δεσμός της συνείδησης με τον έξω κόσμο μα σαν φραγμός, σαν τείχος που χωρίζει τη συνείδηση απ’ τον εξωτερικό κόσμο, την εκλαμβάνει όχι σαν μορφή της ανάλογης αίσθησης του εξωτερικού κόσμου, αλλά σαν το «μόνο υπάρχον», (τ. ΧΙΙΙ, σελ. 41-42).

 
Μια απ’ τις σπουδαιότερες θέσεις της αισθητικής του Αβενάριους είναι η διδασκαλία του «αφεκσιονάλ» («συγκίνηση») και του «κοαφεκσιονάλ», δηλ. των χαρακτηρισμών της συγκίνησης και των αποχρώσεων που συνοδεύουν το ευχάριστο ή δυσάρεστο συναίσθημα. Το «κόμπλεξ» (σύμπλεγμα) των αισθήσεων, είναι κατά τον Αβενάριους η βάση της βάσης, δηλ. ο κόσμος.

 
Η αισθητική του μαχισμού, η αισθητική του Αβενάριους αναγνώριζε μόνο τις αισθήσεις. «Επειδή μας είναι άγνωστοι όλοι οι όροι των σχέσεων της αίσθησης με την ύλη που είναι συγκεκριμένα οργανωμένη και παρατηρούμε κάθε λεπτό, παραδεχόμαστε πως υπάρχει μονάχα η αίσθηση. Να πού καταλήγει το σόφισμα του Αβενάριους», (τ. ΧΙΙΙ, σελ. 42).

 
Ο ρεαλιστής καλλιτέχνης, ο καλλιτέχνης που έκανε συνείδηση τις ιδέες του μαρξισμού μπορεί χιλιάδες φορές να παρατηρήσει πως οι αισθήσεις του προκαλούνται απ’ τον εξωτερικό κόσμο. Μπορεί κάθε μέρα να παρατηρεί πως ο αντικειμενικός κόσμος, η πραγματικότητα, τα πράγματα, οι άνθρωποι και οι κοινωνικές σχέσεις γύρω του, δημιουργούν ορισμένες παραστάσεις και αισθήσεις. Ο ίδιος ο καλλιτέχνης είναι η θαυμαστή εκείνη δύναμη, η άριστα οργανωμένη ύλη που μπορεί με τις αισθήσεις και τις παραστάσεις που δημιουργούνται στο εγκέφαλό μας απ’ τον εξωτερικό κόσμο (υποκειμενικά έξω απ’ τον καλλιτέχνη) να κατανοεί τον εξωτερικό κόσμο, να τον αναπαριστά στα έργα τέχνης και να συμβάλει στην κατανόηση του κόσμου απ’ τους άλλους ανθρώπους. «Οι αισθήσεις μας, η συνείδησή μας είναι μια εικόνα μόνο του εξωτερικού κόσμου• αυτονόητο είναι πως δεν μπορεί να υπάρξει απεικόνιση χωρίς εικόνα, όπως το απεικονιζόμενο υπάρχει, ανεξάρτητο απ’ το άτομο που το απεικονίζει», (τ. ΧΙΙΙ, σελ. 56).

 
Η Τέχνη είναι ένα ισχυρό όπλο που μας βοηθά να κατανοήσουμε, με τα ειδικά καλλιτεχνικά μέσα, την αντικειμενική πραγματικότητα. «Η γνώση, γράφει ο Λένιν, είναι απεικόνιση της φύσης απ’ τον άνθρωπο», σύμπτωση της σκέψης με το αντικείμενο. Η Τέχνη αναπαριστάνει τη Φύση, λέει ο Ντιντερώ. Συζητώντας με τον Βίγκελμαν που υποστήριζε πως πρέπει να μιμούμαστε την αρχαιότητα, ο Ντιντερώ γράφει πως πρέπει να μελετάμε τη Φύση, πως «οι αρχαίοι καλλιτέχνες παρ’ όλα τα αναμφισβήτητα προσόντα τους θα μας άφηναν μέτρια μόνο έργα» αν δεν αγαπούσαν και δεν μελετούσαν τη Φύση. Γι’ αυτό, ο καλλιτέχνης πρέπει να επιδιώκει να πετύχει ένα πλήρη συντονισμό καλλιτεχνικής μορφής (πολλών μορφών του έργου στο σύνολό του) με το αντικείμενο, της πραγματικότητας με τη ζωή που απεικονίζει.

 
Ο Μπαλζάκ, η ιδιοφυία αυτή της καλλιτεχνικής σκέψης που η αστείρευτη δημιουργική του φαντασία δημιούργησε την τόσο πλούσια συλλογή τόσων τύπων ανθρώπων, γράφει στον πρόλογο της «Ανθρώπινης κωμωδίας»: «Η γαλλική κοινωνία ήταν ο ιστορικός της εποχής. Σε μένα έμεινε να γίνω γραμματέας της καταγράφοντας τα ελαττώματα και τις αρετές της και σημειώνοντας τις σπουδαιότερες εκδηλώσεις των πόθων της, περιγράφοντας χαρακτήρες, διαλέγοντας τα σημαντικότερα κοινωνικά γεγονότα, φτιάχνοντας τύπους ανθρώπων και προικίζοντας ιδιαίτερα πολλούς ανάλογους χαρακτήρες, ίσως θα κατορθώσω να γράψω την ιστορία που ξέχασαν να γράψουν τόσοι ιστορικοί, την ιστορία των ηθών.»

 
Ο ρεαλισμός του Μπαλζάκ έχει την πηγή του στον αντικειμενικό κόσμο, στη γύρω του πραγματικότητα.

 
«Για τον υλιστή, γράφει ο Λένιν, ο εξωτερικός κόσμος είναι «δοσμένος πραγματικά» και οι αισθήσεις μας δεν αποτελούν παρά την εικόνα του. Για τον ιδεαλιστή οι αισθήσεις είναι «δοσμένες ουσιαστικά» κι έτσι ο εξωτερικός κόσμος χωρίζεται απ’ το σύνολο των αισθήσεων», (τ. ΧΙΙΙ, σελ. 91).

 
Ο υλισμός, η μαρξιστική-λενινιστική θεωρία των γνώσεων, δεν αρνείται τις αισθήσεις, αντίθετα μάλιστα όπως είδαμε ο Λένιν πως οι αισθήσεις είναι η εικόνα του εξωτερικού κόσμου. Στην Τέχνη, άλλο είναι εκείνο που χωρίζει τους υλιστές απ’ τους ιδεαλιστές. «Με τις αισθήσεις γι’ αφετηρία, γράφει ο Λένιν, μπορούμε να ακολουθήσουμε είτε τον υποκειμενισμό που οδηγεί στο σολιψισμό («τα σώματα είναι το άθροισμα ή ο συνδυασμός των αισθήσεων» είτε στον αντικειμενισμό που οδηγεί στον υλισμό («οι αισθήσεις είναι μορφές των σωμάτων του εξωτερικού κόσμου»), (τόμ. ΧΙΙΙ, σ. 104).

 
Για τον καλλιτέχνη αγνωστικιστή και τον υποκειμενικό ιδεαλιστή δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια. Όταν παραδεχτούμε πως η αντικειμενική αλήθεια υπάρχει όχι μονάχα δεν αφαιρούμε απ’ τον καλλιτέχνη τη δημιουργική δύναμη μα αντίθετα, κατευθύνουμε τη δημιουργία στην αναζήτηση της αλήθειας, της αλήθειας της ζωής.

 
Οι δυο διαμετρικά αντίθετες κατευθύνσεις της φιλοσοφίας – η παλιά φιλοσοφική διαμάχη – παρουσιάζονται και στην αισθητική. Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να δημιουργεί συνειδητά, δεν μπορεί να πλουτίζει τις γνώσεις μας και την αγάπη του κόσμου με τις καλλιτεχνικές του μορφές όταν θεωρεί τις αισθήσεις του πρωταρχικές μορφές και τον κόσμο κάτι το δευτερεύον, το παράγωγο, όταν θεωρεί πως οι αισθήσεις του είναι η βάση και ο κόσμος δημιούργημά τους. Αν η «φιλοσοφία» αυτή έγινε σάρκα και αίμα του καλλιτέχνη, αν ο καλλιτέχνης δημιουργεί σύμφωνα με τις αρχές αυτής της φιλοσοφίας, τότε ο άνθρωπος αυτός χάθηκε σαν καλλιτέχνης. Ο Λένιν υπενθυμίζει τα λόγια του φιλοσόφου και μαθηματικού Ντίντσγκεν: «Είναι αυτονόητο πως η εικόνα δεν εξαντλεί το αντικείμενο, πως ο καλλιτέχνης μένει πίσω απ’ το μοντέλο του… και κατά πόσο μπορεί να συμπέσει η εικόνα με το μοντέλο; Μονάχα περίπου», (τ. ΧΙΙΙ, σελ. 110).

 
Ο Λένιν τονίζει πως η διαλεκτική είναι η ζωντανή, η πολύπλευρη γνώση της πραγματικότητας. Η γνώση του ανθρώπου, σημειώνει ο Λένιν, δεν ακολουθεί στην εξέλιξή της την ευθεία, αλλά την καμπύλη που τείνει στο άπειρο, πλησιάζει μια ολόκληρη σειρά κύκλων, το σπείρωμα. «Καθετί το χωριστό είναι, έτσι ή αλλιώς, γενικό και καθετί γενικό είναι μόριο, ή τμήμα του χωριστού. Κάθε γενικότητα κατά προσέγγιση μόνο αγκαλιάζει τα χωριστά αντικείμενα και καθετί το χωριστό απλώς βρίσκεται στο γενικό», (τ. ΧΙΙΙ, σελ. 303). Τα λόγια αυτά του Λένιν επιβεβαιώνονται απ’ την καθημερινή εργασία του καλλιτέχνη.

 
Και τα μεγαλύτερα ακόμα έργα που μας έδωσαν οι πιο σπουδαίοι καλλιτέχνες δεν αποκάλυψαν ολότελα την πραγματικότητα, δεν έδωσαν την ολοκληρωμένη εικόνα του κόσμου. Άλλωστε αυτό δεν πρέπει να το ζητάμε απ’ τον καλλιτέχνη. Είναι αρκετό να μας δίνουν οι μεγάλοι καλλιτέχνες έργα που στο σύνολό τους να παρουσιάζουν στον άνθρωπο μια αντικειμενικά πιστή και σωστή εικόνα του κόσμου, να βαθαίνουν τις γνώσεις, να πλαταίνουν τον πνευματικό ορίζοντα, να αποκαλύπτουν νέες πτυχές απ’ την πραγματικότητα που ο άνθρωπος είτε δεν τις παρατήρησε είτε αόριστα μόνο τις μάντευε. Το αληθινό έργο τέχνης είναι σαν ένα καινούργιο μάτι για τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος αποκτά την ικανότητα να δει με το μάτι του καλλιτέχνη εκείνες τις πλευρές της πραγματικότητας που του ήταν προηγουμένως κρυμμένες. «Ακολουθώντας ο συγγραφέας τη μέθοδο της αναπαράστασης θα μπορούσε να δώσει ανθρώπινους τύπους, να διηγηθεί τα δράματα της ιδιωτικής ζωής, να γίνει μελετητής του κοινωνικού του περιβάλλοντος, των επαγγελμάτων, του καλού και του κακού, με περισσότερη ή λιγότερη αλήθεια, επιτυχία, υπομονή και γενναιότητα. Μα για να έχω άξια τον έπαινο που κάθε καλλιτέχνης πρέπει να ποθεί, θα πρέπει να μελετήσω την αιτία ή τις αιτίες των κοινωνικών αυτών φαινομένων, να μαντέψω την κρυμμένη έννοια της τεράστιας αυτής συγκέντρωσης προσώπων, παθών και γεγονότων… Η κοινωνία μ’ αυτό τον τρόπο απεικονισμένη πρέπει να κλείνει μέσα της τη βάση της εξέλιξής της», (Μπαλζάκ).

 
Φυσικά, οι γνώσεις μας δεν είναι απόλυτες. Όσο κι αν αναπτύσσονται, δεν μπορούν να εξαντλήσουν τον αντικειμενικό κόσμο. Σε κάθε καινούριο βήμα της ανθρώπινης γνώσης δημιουργούνται και νέα προβλήματα, η ανθρωπότητα καταπιάνεται με τη λύση συνεχώς νέων και ολοένα δυσκολότερων προβλημάτων κατανόησης. Ο ίδιος ο κόσμος αιώνια κινείται και εξελίσσεται. Η φιλοσοφία του Μαρξ και Ένγκελς, λέει ο Λένιν, παραδέχεται τη σχετικότητα όλων μας των γνώσεων όχι με την έννοια της άρνησης της αντικειμενικής αλήθειας, αλλά με την έννοια της ιστορικής συμβατικότητας των ορίων της προσέγγισης των γνώσεων μας προς την αλήθεια αυτή», (τ. ΧΙΙΙ, σελ. 162).

Advertisements