Η θεωρία που βοηθά στην κατανόηση του μαρξισμού-λενινισμού, κλείνει μέσα της μια σπουδαιότατη αρχή, την αρχή της κομματικότητας. Η κομματική αντιμετώπιση των προβλημάτων δεν σημαίνει πως πρέπει να αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα μονόπλευρα, στενά και προκατειλημμένα. Μιλάμε, φυσικά, για τη λενινιστική κομματικότητα που ταυτόχρονα είναι και η πιο σαφής έκφραση της αντικειμενικότητας.

 
Ο μαρξισμός-λενινισμός αποτελεί την κορυφή της επιστήμης. Ποια επιστήμη μπορεί να είναι περισσότερο αντικειμενική απ’ την ίδια την επαναστατική επιστήμη που στηρίζεται στις πολιτιστικές κατακτήσεις της Ανθρωπότητας; Η μαρξιστική-λενινιστική επιστήμη ανατρέπει πολλές απόψεις κι αντιλήψεις που επικρατούν και υπερνικά κάθε εμπόδιο που στέκει στην απεριόριστη ανάπτυξη των γνώσεών μας. Η λενινιστική κομματικότητα προϋποθέτει θερμή πίστη στους σκοπούς που επιδιώκουμε και ορθότητα αυτών των σκοπών, έχει δοκιμαστεί σ’ όλη την προηγούμενη πορεία της εξέλιξης του ταξικού αγώνα, απ’ την πείρα της επανάστασης και της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης.

 
Κάποτε λένε πως η κομματικότητα είναι μια εξεζητημένη τάση που καταστρέφει το έργο τέχνης. Είναι καλό να θυμηθούμε τις σκέψεις του Ένγκελς πάνω σ’ αυτό, σκέψεις που τις παραδέχεται απόλυτα και ο Λένιν. Ο Ένγκελς έγραφε: «Σε καμιά περίπτωση δεν είμαι ενάντια στην εξεζητημένη ποίηση σαν ποίηση. Ο πατέρας της τραγωδίας, ο Αισχύλος, και ο πατέρας της κωμωδίας, ο Αριστοφάνης, ήταν και οι δύο αντιπροσωπευτικοί ποιητές της εξεζητημένης ποίησης, όπως επίσης κι ο Δάντης ή ο Θερβάντες. Η μεγαλύτερη αξία του έργου του Σίλλερ «Ραδιουργία και Αγάπη» είναι το ότι το έργο αυτό αποτελεί το πρώτο γερμανικό πολιτικό εξεζητημένο δράμα. Οι σύγχρονοι Ρώσοι και Νορβηγοί ποιητές που γράφουν περίφημα μυθιστορήματα είναι πέρα για πέρα οπαδοί αυτής της τάσης. Νομίζω, όμως, πως η τάση αυτή πρέπει να πηγάζει μόνη της απ’ την κατάσταση και την πράξη χωρίς αυτό να τονίζεται ιδιαίτερα και πως ο συγγραφέας δεν είναι υποχρεωμένος να σερβίρει στον αναγνώστη τις μελλοντικές ιστορικές λύσεις των κοινωνικών διαμαχών που περιγράφει, σε τελειωμένη μορφή». (Μαρξ και Ένγκελς, τ. ΧΧVII, σελ. 505).

 
Η λενινιστική κομματικότητα βρίσκεται στην ίδια τη θεωρία της κατανόησης του μαρξισμού-λενινισμού. Η μπολσεβίκικη κομματικότητα όχι μόνο δεν εμποδίζει το ζωγράφο να νιώθει αντικειμενικά και ν’ αναπαριστά τον κόσμο, μα αντίθετα, τον βοηθά να δίνει αληθινά την πραγματικότητα. Άλλωστε, γενικά δεν υπάρχει «ακομμάτιστη» φιλοσοφία και «αδιάφορη» αισθητική. «Η νεότερη φιλοσοφία είναι το ίδιο κομματική όπως δύο χιλιάδες χρόνια πρωτύτερα», γράφει ο Λένιν (τ. XIII, σελ. 292). Λενινιστική κομματικότητα στην Τέχνη σημαίνει ακόμα αγώνας ενάντια στον ψυχρό, στον αδιάφορο αντικειμενισμό, που στην ουσία βοηθά στην επικράτηση των αστικών θεσμών, ενάντια στον υποκειμενισμό, στην ατελή, τη διαστρεβλωμένη και πρόωρη εκτίμηση.

 
Απ’ τις αρχές ακόμα της τελευταίας δεκαετίας του ΧΙΧ αιώνα ο Λένιν, μιλώντας ενάντια στο «ναροντνικισμό» και τον «οικονομισμό» και αντικειμενισμό τω οπαδών του Στρούβε, έγραφε: «Ο αντικειμενιστής μιλά για την αναγκαιότητα του δοσμένου ιστορικού προτσές. Ο υλιστής διαπιστώνει με ακρίβεια τη δοσμένη κοινωνικοοικονομική διαμόρφωση και τις ανταγωνιστικές σχέσεις που προκαλούνται. Ο αντικειμενιστής αποδεικνύοντας τη δοσμένη σειρά των γεγονότων κινδυνεύει πάντοτε να γίνει ο συνήγορος των γεγονότων αυτών. Ο υλιστής αποκαλύπτει τις ταξικές αντιθέσεις κι έτσι καθορίζει την άποψή του. Ο αντικειμενιστής μιλά για «ακατανίκητες ιστορικές τάσεις», ο υλιστής όμως μιλά για την τάξη εκείνη που «διευθύνει» το δοσμένο οικονομικό θεσμό, δημιουργώντας τις μορφές αντίδρασης των άλλων τάξεων. Έτσι, ο υλιστής απ’ το ένα μέρος είναι πιο συνεπής απ’ τον αντικειμενιστή κι απ’ το άλλο εφαρμόζει τον αντικειμενισμό του βαθύτερα και πληρέστερα. Δεν περιορίζεται στην υπόδειξη της αναγκαιότητας του προτσές, αλλά διευκρινίζει ποια ακριβώς κοινωνικοοικονομική διαμόρφωση δίνει περιεχόμενο σ’ αυτό το προτσές, ποια ακριβώς τάξη καθορίζει αυτή την αναγκαιότητα. Στη δοσμένη περίπτωση, λ.χ. ο υλιστής δεν θα ήταν ικανοποιημένος με μόνη τη διαπίστωση των «ακατανίκητων ιστορικών τάσεων» μα θα υπόδειχνε την ύπαρξη ορισμένων τάξεων που καθορίζουν το νόημα των δοσμένων θεσμών και αποκλείουν τη δυνατότητα λύσεων έξω απ’ τη δράση των παραγόντων. Απ’ την άλλη μεριά, ο υλισμός κλείνει μέσα του την κομματικότητα υποχρεώνοντας – σε κάθε εκτίμηση του γεγονότος – να παίρνεται άμεσα και ανοικτά η θέση της ορισμένης κοινωνικής ομάδας», (τ. Ι, σελ. 288).

 
Η λέξη «υλιστής» σε συνθήκες διωγμών ήταν συνώνυμη της λέξης «μαρξιστής». Ο Λένιν αγωνιζόταν για τέτοια επιστήμη και τέτοια τέχνη που δεν περιορίζονταν σε υποδείξεις για την «αναγκαιότητα του προτσές», αλλά αντίθετα διευκρινίζει ποια ακριβώς τάξη καθορίζει αυτή την αναγκαιότητα. Οι αντικειμενιστές καπιταλιστές διαπίστωναν τη γέννηση του καπιταλισμού στη Ρωσία και περνούσαν στο μέρος του. Οι υποκειμενιστές μικροαστοί, υποκειμενιστές – κοινωνιολόγοι, διαπιστώνοντας την εξάπλωση του καπιταλισμού στη Ρωσία και τις συμφορές που φέρνει, υποχωρούσαν προς το παλιό, το πατροπαράδοτο. Παραβλέπανε την πραγματικότητα και την παντοδύναμη εξέλιξη της ζωής και στη βάση του συλλογισμού τους για την αναγκαιότητα της υπεράσπισης του «μικροπαραγωγού» βάζανε ηθικές αρχές. Ο Λένιν κάνοντας κριτική στον Μιχαήλοβσκι, γράφει: «Ο υποκειμενιστής κοινωνιολόγος ξεκινώντας, στους συλλογισμούς του, από «ζωντανά πρόσωπα», τάχα, ξεκινά στην πραγματικότητα απ’ το να προικίζει αυτά τα πρόσωπα με «επιθυμίες» και «αισθήματα’ που ο ίδιος κρίνει σκόπιμα και για το λόγο αυτό απομονώνοντας τα «πρόσωπά» του απ’ τις συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες αφαιρεί έτσι απ’ τον εαυτό του τη δυνατότητα της μελέτης των πραγματικών επιθυμιών και αισθημάτων, δηλαδή αρχίζει απ’ την ουτοπία, όπως αναγκάστηκε να παραδεχτεί ο ίδιος ο Μιχαήλοβσκι» (τ. Ι, σελ. 292).

 
Ο μαρξιστής καλλιτέχνης, όπως κι ο μαρξιστής επιστήμονας δεν αρχίζει την έρευνά του απ’ την ουτοπία. Εφαρμόζουμε αυτό που είπε ο Λένιν και κρίνουμε τις πραγματικές «επιθυμίες και τα αισθήματα» των πραγματικών ανθρώπων απ’ τις πράξεις τους. Αυτό είναι το μοναδικό κριτήριο. Είναι αυτονόητο πως τέτοιο κριτήριο μπορεί νά’ ναι μόνο οι ενέργειες των προσώπων αυτών, κι επειδή γίνεται λόγος για τις «επιθυμίες και τα αισθήματα» της κοινωνίας πρέπει να προσθέσουμε κοινωνικές ενέργειες των προσώπων, δηλ. τα κοινωνικά γεγονότα, (τ. Ι, σελ. 292).

 
Οι μικροαστοί κοινωνιολόγοι τοποθετούσαν τα σπουδαία πρόσωπα της ιστορίας, στην τέχνη και την οικονομία, σε ιδιαίτερη θέση και βάζανε την υποκειμενική μέθοδο στην κοινωνιολογία, «την ουτοπία στη θέση της υλιστικής κριτικής έρευνας», (τ. Ι, σελ. 293).

 
Καλλιτέχνες μεγάλοι, σαν τον Μπαλζάκ και τον Λ. Τολστόι έδωσαν βαθιές ψυχολογικές αναλύσεις για τις δοκιμασίες, τα αισθήματα και τους στοχασμούς των ανθρώπων.

 
Οι σκέψεις και οι δοκιμασίες των ηρώων του Μπαλζάκ και του Λ. Τολστόι, όπως και των ηρώων του Σαίξπηρ και Ρέμπραντ είναι δοσμένες με αλήθεια. Ο ήρωας είναι τύπος με γενικό κοινωνικό χαρακτήρα, τα αισθήματα και οι σκέψεις του παρ’ όλο που είναι ολότελα δικά του, δεν είναι μόνο δικά του. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς υπόδειχναν πως έπρεπε να διδασκόμαστε απ’ τον Σαίξπηρ και τον Μπαλζάκ, «τον δόκτορα των οικονομικών επιστημών», όπως έλεγαν. Δεν είναι τυχαία και η αποκάλυψη των βαθύτατων κοινωνικών βάσεων της δημιουργίας του Λ. Τολστόι απ’ τον Λένιν.

 
Οι κλασικοί του μαρξισμού μελετώντας τα έργα τέχνης και τη λογοτεχνία βλέπαν στο συγκεκριμένο άνθρωπο, στη συγκεκριμένη καλλιτεχνική μορφή ή στην ομάδα μορφών όλη τη συνθετικότητα των κοινωνικών αλληλοσχέσεων, όλη τη συνθετικότητα της κοινωνικής ζωής. Η κομματικότητα του μαρξισμού-λενινισμού βοηθά αυτή την κατανόηση της πραγματικότητας.

 
Ο Λένιν έγραφε το 1905: «Σαν αντίβαρο στα καπιταλιστικά ήθη, στον πουλημένο τύπο του καπιταλισμού, σαν αντίβαρο στον καπιταλιστικό λογοτεχνικό καριερισμό και υποκειμενισμό, στον «αναρχισμό του αφέντη» και το κυνήγι του κέρδους, το σοσιαλιστικό προλεταριάτο πρέπει να προωθήσει την αρχή της λογοτεχνίας με κομματικότητα, ν’ αναπτύξει την αρχή αυτή και να την εφαρμόσει στη ζωή μ’ όσο το δυνατό πληρέστερη κι ακέραια μορφή», (τ. VIII, σελ. 387).

 
Ο Λένιν υπογραμμίζει πως «για το σοσιαλιστικό προλεταριάτο η λογοτεχνία δεν μπορεί νά’ ναι μέσο πλουτισμού ατόμων ή ομάδων, δεν μπορεί νά’ ναι, γενικά, προσωπική υπόθεση, ανεξάρτητη απ’ την προλεταριακή υπόθεση του συνόλου. Κάτω οι ακομμάτιστοι λογοτέχνες! Κάτω οι λογοτέχνες υπεράνθρωποι!»

 
Ο Λένιν, απαντώντας στους καπιταλιστές διανοουμένους και τους μενσεβίκους, υπερασπίζοντας την αρχή της κομματικότητας της λογοτεχνίας, αγωνιζόμενος ενάντια στην παλιά αρχή του «κάτι γράφει ο συγγραφέας, κάτι διαβάζει ο αναγνώστης», πίστευε πως η λογοτεχνία έπρεπε ν’ αποτελέσει μέρος της γενικής προλεταριακής υπόθεσης, «τροχός και βίδα» του μεγάλου επαναστατικού μηχανισμού.
«Η ελευθερία του αστού, συγγραφέα, ζωγράφου ή ηθοποιού, έγραφε ο Λένιν, δεν είναι παρά μια υποκριτικά συνειδητή ή ασυνείδητη συγκελυμμένη εξάρτηση του απ’ το πορτοφόλι, ή το αντίτιμο της εξαγοράς του, ή ακόμα ο υποκριτικά συγκαλυμμένος παρασιτισμός του», (τ. VIII, σελ. 389).

Advertisements