Ο Παύλος Χαραμής είναι Πρόεδρος του Κέντρου Μελετών και Τεκμηρίωσης (ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ.) της Ομοσπονδίας Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης της Ελλάδας (Ο.Λ.Μ.Ε.).

 

«Στους ονειροπόλους» είναι αφιερωμένο το βιβλίο του Παναγιώτη Μανιάτη με τον τίτλο «Η ποίηση στην Οκτωβριανή Επανάσταση». Και αξίζει όντως να σημειώσουμε πως από μόνος του καθένας από τους όρους «ποίηση» και «επανάσταση» αποτελεί κι έναν πόλο ονείρων που συνδέονται δυνάμει με ποικίλες «ουτοπίες» – αντίβαρα σε μια καθόλα αντίθετη πραγματικότητα, θλιβερά πεζή και πνιγηρά στατική. Ωστόσο, πολύ περισσότερο, το δίπολο «ποίηση και επανάσταση» παραπέμπει σε μια ιδεατή ευτοπία, όπου η ποίηση-φυγή και η ποίηση-όνειρο συμπίπτει με τη μεγάλη κατάφαση, την απόφαση για εξέγερση, το ξέσπασμα μιας επανάστασης.

 
Παρατηρείτε, όμως, πως από τον τίτλο του βιβλίου λησμονήσαμε ως τώρα τον όρο «Οκτωβριανή». Σφηνωμένος κυριολεκτικά ανάμεσα στους όρους ποίηση και επανάσταση, μαγνητίζει ταυτόχρονα και τις δύο με την απέραντη παραδειγματική δύναμη του συγκεκριμένου ιστορικού –ή ορθότερα κοσμοϊστορικού- γεγονότος: Στο πλαίσιο μιας ευτυχούς ιστορικής συγκυρίας, ενός ιδεώδους χρονότοπου, για να θυμηθούμε τον Μπαχτίν, τον Οκτώβρη του 1917 η ποίηση και γενικότερα η τέχνη κλήθηκε να υπερβεί το παρελθόν της και να δοκιμάσει τις δυνάμεις της σε ένα διαφορετικό, τιτάνιο πραγματικά έργο: να ψυχώσει μια επανάσταση που άνοιγε νέους δρόμους για την ανθρωπότητα, μετέβαλλε άρδην τους όρους του ιστορικού γίγνεσθαι, μετέτρεπε την ποσοτική συσσώρευση σε πρωτοφανέρωτο ποιοτικό άλμα, συγκροτούσε ένα νέο ιστορικό υπόδειγμα.

 
Αυτό το κοσμοϊστορικό γεγονός αποτελεί και την αφετηρία του βιβλίου του Παναγιώτη Μανιάτη. «Οκτώβρης 1917», σημειώνει στην εναρκτήρια παράγραφο της εισαγωγής, στη σελ. 11: «Η εξέγερση πλανιέται στην ατμόσφαιρα. Η εποχή της μεγάλης ανατροπής έφτασε». Και στην επόμενη παράγραφο συμπληρώνει: «Η Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, ως το μεγαλύτερο γεγονός στον 20ό αιώνα, εγκαινίασε μια νέα εποχή όχι μόνο στον τομέα της πολιτικής και της οικονομίας αλλά και στον τομέα του πολιτισμού. Η πολιτιστική επανάσταση, ως αναπόσπαστο στοιχείο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, έδωσε τη δυνατότητα στους εργαζόμενους να γνωρίσουν τις κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού και να συμμετέχουν στην πολιτιστική ζωή.»

 
Με αφετηρία και συνάμα πηγή έμπνευσης την Οκτωβριανή Επανάσταση σπεύδει ο συγγραφέας να δηλώσει τους –αρκετά φιλόδοξους, είναι η αλήθεια- στόχους του πονήματός του.

 
«Το βιβλίο αυτό», σημειώνει, «είναι το πρώτο μιας σειράς που πραγματεύεται το ζήτημα της σοβιετικής πρωτοπορίας στον τομέα της κουλτούρας. Επισκοπεί την εξέλιξη της ποίησης στη Ρωσία από την προεπαναστατική στη μετεπαναστατική περίοδο και συγκεκριμένα μέχρι και τα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι πρωταγωνιστές, τα κινήματα, η διαπάλη καθώς και άγνωστες πτυχές της ποιητικής δημιουργίας ιστορούνται μέσα από ένα ταξίδι σε εκείνη την εποχή που η Ιστορία θα διατηρήσει ακέραια την εικόνα της.» (σελ. 11)

 
Ξεκινώντας το σχολιασμό μας από αυτή τη σκοποθεσία επισημαίνουμε τις μεγάλες δυσκολίες ενός τέτοιου εγχειρήματος. Οι πρωτογενείς πηγές είναι εξαιρετικά περιορισμένες και αυτή τη δυσκολία την έχουν ήδη επισημάνει και άλλοι έγκυροι μελετητές, που ασχολήθηκαν πολύ νωρίτερα με το ίδιο θέμα. Είναι ενδεικτική η περίπτωσης της Κάμιλας Γκραίη, που έγραψε την περισπούδαστη μελέτη της για τη Ρωσική Πρωτοπορία καλύπτοντας επαρκώς την περίοδο 1863-1922.

 
Στον πρόλογο του έργου αυτού σημειώνει η Μάριαν Μπέρλη-Μότλυ:

 
«Η Γκραίη άρχισε τις έρευνές της συναντώντας τους Ρώσους καλλιτέχνες που ζούσαν ακόμα την εποχή εκείνη [αναφέρεται στο 1957) στο Παρίσι και μελετώντας την πλούσια συλλογή σχετικών έργων του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης.» (σελ. 13)
Και παρακάτω (σελ. 14):

 
«Επίσης, το νεαρό της ηλικίας της [ήταν τότε γύρω στα 27 της] της έδωσε το κουράγιο να προσπαθήσει να ταξινομήσει τις διάφορες ομάδες ρώσων καλλιτεχνών που έδρασαν πριν και μετά την επανάσταση του 1917. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι ελάχιστα στοιχεία υπήρχαν την εποχή εκείνη γι’ αυτές τις ομάδες, ενώ παράλληλα τα σοβιετικά αρχεία αποτελούσαν ‘άγνωστη γη’ για τους δυτικούς μελετητές».

 
Φυσικά, αργότερα, με την αναθέρμανση του γενικότερου ενδιαφέροντος για τη Ρωσική Πρωτοπορία, κάποια από τα προβλήματα αυτού του είδους περιορίστηκαν.

Advertisements